Legislator Case Law & Legislation
698/2006 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on foreign diplomat's salary increase validity and housing allowance rules.

Case Number 698/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a foreign diplomat's salary and housing allowance. The State argued the lower court erred by applying specific ministerial decrees to a contract with private law status, while the diplomat claimed the decrees were validly applicable. The court dismissed the appeal because the State failed to prove the employment contract was invalid and because the State's arguments regarding the nature of the allowances were vague and lacked specific legal grounds.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6 para.1 N.5422/1932; Art. 43 para.2 Constitution: The State's appeal is dismissed when the lower court correctly applies ministerial decrees to foreign diplomats' allowances without requiring a specific legislative mandate, provided the decrees do not arbitrarily exclude private law employees.

Keywords

AI generated
foreign diplomat salary housing allowance increase ministerial decree validity private law employment State appeal dismissal salary calculation rules constitutional authorization

Cited Legislation

AI generated
Art. 6 para.1 N.5422/1932
Art. 11 para.2 N.5422/1932
Art. 4 para.2 ed.β' AN 362/1945
Art. 297 A.K.
Art. 68 para.4 N.419/76
Art. 69 para.1 N.419/76
Art. 5 para.3 N.1640/86
Art. 43 para.2 Constitution
Art. 87 para.1 N.1892/1990
Art. 131 para.10 N.419/1976
Art. 559 no. 1 and 19 K.Pol.D.
Art. 562 para.2 K.Pol.D.
Art. 559 no. 8 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OLAP 351/1985
Φ083-58/1988
0ι προαναφερόμενες όμως Φ083-58/1988
ΣΤ1/Μ/Φ.083.6/ΑΣ 853/1993

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 698 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 698/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Εξωτερικών. Εκπροσωπήθηκε από την Γαρυφαλλιά Σκιάνη, πάρεδρο Ν.Σ.Κ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μεταξά βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Μαϊου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3573/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 6088/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16 Δεκεμβρίου 2002 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 19-1-2005 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεόδωρου Αποστολόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.5422/1932 που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 20 Εισ.ΝΑΚ), οποιαδήποτε οφειλή σε συνάλλαγμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, εξοφλείται σε δραχμές, με την τρέχουσα τιμή της ημέρας εξοφλήσεως. Η διάταξη αυτή προϋποθέτει έγκυρη οφειλή σε ξένο νόμισμα και δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις των συμβατικών υποχρεώσεων που συνομολογήθηκαν ακύρως σε συνάλλαγμα (αρθρ. 11 παρ.2 Ν.5422/1932 και 4 παρ.2 ΑΝ 362/1945) και των αξιώσεων αποζημιώσεως για ζημίες από την παράβαση της συμβάσεως ή από αδικοπραξία, που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο.

Στην πρώτη περίπτωση η σχετική αξίωση προσδιορίζεται κατά κρίση αγαθού ανδρός από το δικαστήριο και δεν μπορεί να είναι ανώτερη από το ισάξιο σε δραχμές του συναλλάγματος, κατά την ημέρα καταρτίσεως της συμβάσεως (αρθρ. 4 παρ.2 εδ.β' ΑΝ 362/1945 πρβλ ΟλΑΠ 351/1985), ενώ στη δεύτερη περίπτωση η αποζημίωση οφείλεται σε χρήμα με στενή έννοια (αρθρ. 297 ΑΚ), δηλαδή σε δραχμές και συνεπώς αν υπολογισθεί η ζημία σε ξένο νόμισμα και ζητηθεί από το δικαστήριο το ισάξιο τούτου προς τις δραχμές κατά την ημέρα της πληρωμής, το αίτημα αυτό είναι νόμιμο μόνο κατά το μέρος που εμπεριέχει το "έλασσον" αίτημα προσδιορισμού του ξένου νομίσματος σε δραχμές, με την ισοτιμία που ίσχυε κατά τον χρόνο επελεύσεως της ζημίας ή διενέργειας της δαπάνης αποκαταστάσεως αυτής (Ολ.ΑΠ 9/1995, 14/1997, ΑΠ 1066/1999).

Ειδικά όμως για την αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό που δεν αποτελεί συμβατική ή αδικοπρακτική αξίωση, αλλά στηρίζεται απευθείας και αποκλειστικά στο νόμο (αρθρ. 904 επ. ΑΚ) και έχει ως αντικείμενο την ωφέλεια που αποκόμισε, χωρίς νόμιμη αιτία, ο λήπτης του πλουτισμού (οφειλέτης) σε βάρος της περιουσίας ή με ζημία του δότη (δανειστή), δηλαδή τον συγκεκριμένο και πραγματικό πλουτισμό, ως οικονομική αξία, του λήπτη, η ως άνω διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.5422/32 θα έχει εφαρμογή αν ο λήπτης ωφελήθηκε ξένο νόμισμα και συνακόλουθα αν η οφειλή του προς το δότη-δηλ.

η υποχρέωσή του να αποδώσει την εν λόγω ωφέλεια-συνιστά οφειλή σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα. Εξάλλου από το άρθρο 131 παρ.10 του Ν.419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", που ίσχυε μέχρι της 23-3-1998 (αρθρ. 150 παρ.1 του νέου Οργανισμού ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με το Ν.2594/1998), προκύπτει ότι στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό παρασχέθηκε και επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για την αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως κάθε χώρας.

Το επίδομα αυτό παρέχεται σε συνάλλαγμα και καταβάλλεται σε όλους τους (μονίμους) υπαλλήλους του Υπουργείου που υπηρετούν στο εξωτερικό, καθώς και στους ιδιαίτερους γραμματείς, μεταφραστές και βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που έχουν προσληφθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (αρθρ. 68 παρ.4 και 69 παρ.1 Ν.419/1976).

Επίσης μπορεί να καταβληθεί και στο ειδικό επιστημονικό προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την κάλυψη έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3 του Ν.1640/1986, εφόσον προβλέπεται η καταβολή του στην κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, που καθορίζει τις αποδοχές τους (αρθρ. 5 παρ.3 εδ.

τελευταίο του Ν.1640/86). Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυριζόταν με την ένδικη αγωγή της, ότι στις 25-4-1991 προσλήφθηκε για δεύτερη φορά από το Υπουργείο Εξωτερικών σε θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία, στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και με βαθμολογική αντιστοιχία γραμματέα πρεσβείας Β' τάξεως του διπλωματικού κλάδου. 'Οτι στη συνέχεια αποσπάσθηκε σε θέση εθνικού εμπειρογνώμονα στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών καθορίστηκαν οι αποδοχές της που θα αποτελούσαν οι προβλεπόμενες από τις σχετικές διατάξεις αποδοχές και το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής που καταβάλλεται στον γραμματέα πρεσβείας β' τάξεως και ορίστηκε επιπλέον ότι οι ως άνω αποδοχές και το επίδομα θα συμψηφίζονται με τυχόν αμοιβή που θα της καταβάλει η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ.1 του Ν. 1892/1990.

Οτι στην ανωτέρω επιτροπή προσέφερε τις υπηρεσίες της και κατά το επίδικο από 1-2-1992 έως 31-5-1993 χρονικό διάστημα, κατά το οποίο όμως η απασχόληση της δεν στηριζόταν σε έγκυρη σύμβαση εργασίας και εκδόθηκε γι' αυτό στις 17-4-1992 διαπιστωτική πράξη του Υφυπουργού Εξωτερικών για τη λύση της υπαλληλικής της σχέσεως.

Και μετά την κοινοποίηση σ' αυτή, εντούτοις, της πιο πάνω πράξεως, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως εθνικός εμπειρογνώμονας, εν γνώσει του Ελληνικού Δημοσίου, που αποδεχόταν ανεπιφύλακτα την απασχόληση της με άκυρη εργασιακή σχέση μέχρι την 1-6-1993 που διευθετήθηκε το πρόβλημα και υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων νέα έγκυρη σύμβαση εργασίας.

Ενόψει αυτών και του γεγονότος ότι καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν της κατέβαλε τις αποδοχές και το επίδομα που καθόρισε η προαναφερόμενη κοινή υπουργική απόφαση, η αναιρεσίβλητη ζήτησε με την ένδικη αγωγή της να υποχρεωθεί τούτο να της καταβάλει, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εκτός από τους μισθούς του παραπάνω χρονικού διαστήματος και το ισάξιο σε δραχμές, κατά την ημερομηνία πληρωμής, του ποσού των δολλαρίων ΗΠΑ 20513,25, για επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του ίδιου διαστήματος, δηλαδή τα ποσά που θα κατέβαλε σε άλλον υπάλληλο με τα ίδια προσόντα, που θα εργαζόταν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα με έγκυρη σύμβαση εργασίας.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν νόμιμη και ορισμένη και ως προς το αίτημα αυτής για καταβολή του ισάξιου του ξένου νομίσματος σε δραχμές με βάση την ισοτιμία αυτών κατά την ημερομηνία πληρωμής, αφού, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, το Ελληνικό Δημόσιο ωφελήθηκε από τη μη πληρωμή στην αναιρεσίβλητη του παρεχόμενου σε συνάλλαγμα επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής το ποσό δολλαρίων, στο οποίο ανήλθε συνολικά τούτο κατά το επίδικο διάστημα και συνεπώς η υποχρέωση αποδόσεως της ωφέλειας αυτής συνιστά οφειλή σε ξένο νόμισμα επί της οποίας έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.5422/1932 - και όχι αυτή του άρθρου 4 παρ.2β' του ΑΝ 362/1945 - κατά τα προεκτεθέντα.

Επομένως, το Εφετείο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 4 του ΑΝ 362/1945, 6 παρ.1 και 11 παρ.2 του Ν.5422/1932 ή αυτές των άρθρων 288, 655, 904 και 908 ΑΚ, ούτε έκρινε, παρά το νόμο, ορισμένο το ανωτέρω αίτημα της αγωγής και οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 του ΚΠολΔ πρώτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Οι ίδιοι λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδουν στο Εφετείο και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε, χωρίς να παραθέτει καμιά αιτιολογία, ότι το αίτημα της αγωγής για καταβολή του προαναφερόμενου ποσού δολλαρίων ΗΠΑ σε δραχμές, με την ισοτιμία αυτών κατά τον χρόνο της πληρωμής, ήταν νόμιμο και ορισμένο και ότι το Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ισάξιο σε δραχμές, κατά το χρόνο πληρωμής, του άνω ποσού δολλαρίων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Διότι ο λόγος αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη προϋποθέτει ελλείψεις ή ασάφειες στις επί της ουσίας αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δεν ιδρύεται όταν δεν αιτιολογείται ή αιτιολογείται εσφαλμένα η εφαρμογή ή η παράλειψη εφαρμογής των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Επειδή με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

του ΑΚ, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ουσιώδεις ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος χωρίς αιτιολογία, αλλιώς με πλημμελείς ή ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η ενάγουσα παρέμεινε με δική της πρωτοβουλία και ευθύνη στην υπηρεσία στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, στη θέση του αποσπασμένου εθνικού εμπειρογνώμονα, διότι δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο εναντιώθηκε στην επιλογή της για την ανωτέρω θέση, ούτε της απέστειλε κανένα έγγραφο, με το οποίο να της δηλώνει τη μη αποδοχή των υπηρεσιών της και αποδείχθηκε αντίθετα ότι με την από 8-3-1991 επιστολή του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών επισημαίνεται, ότι η τοποθέτηση της ενάγουσας καλύπτει χρονίζοντα κενά σε ειδικευμένο ελληνικό προσωπικό σε νευραλγικές θέσεις των κοινοτικών οργάνων.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφενός διότι δεν παρατίθενται με πληρότητα και σαφήνεια στο αναιρετήριο όλες οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, αλλά αναφέρονται μόνο αποσπασματικά και κατ' επιλογή οι ανωτέρω παραδοχές, χωρίς να είναι δυνατή η συμπλήρωση αυτών με την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 27/1998, 1/995) και αφετέρου διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η πλημμέλεια και η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, στην τελευταία περίπτωση δε και ποια είναι τα επιπλέον περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Εξάλλου, η επικαλούμενη, με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως παράλειψη του Εφετείου να εφαρμόσει το άρθρο 905 του ΑΚ, παρά το γεγονός ότι από τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει το αναιρεσείον Δημόσιο προέκυπτε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δεν εμπίπτει στους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως, αφού η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου εξετάζεται μόνο με βάση τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά και όχι τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα των διαδίκων, ούτε μπορεί να εκτιμηθεί ως αυτοτελής λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού δεν ισχυρίζεται το Δημόσιο ότι είχε προτείνει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, στο Εφετείο την ένσταση του άρθρου 905 παρ.1 ΑΚ.

Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η αναιρεσίβλητη συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και μετά την κοινοποίηση σ' αυτή της διαπιστωτικής πράξεως για τη λύση της υπαλληλικής της σχέσεως, επειδή της είχαν δοθεί προφορικές διαβεβαιώσεις ότι θα ρυθμιζόταν σύντομα το τυπικό πρόβλημα που είχε παρουσιαστεί.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο δεν κατέληξε αυθαίρετα στην κρίση του επί της ουσίας, αλλά αφού έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) τα οποία και εκτίμησε ανέλεγκτα. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί από τα έγγραφα που είχαν προσκομισθεί δεν αποδεικνυόταν ότι είχαν δοθεί οι ως άνω διαβεβαιώσεις, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Τέλος ο λόγος αυτός, καθ' όσον αναφέρεται στο άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, είναι αόριστος και απορριπτέος αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η σχετική πλημμέλεια, η οποία προσδιορίζεται μόνο με τον αριθμό της ανωτέρω διατάξεως . Επειδή με το άρθρο 131 παρ.10 του Ν. 410/1976 παρασχέθηκε, όπως αναφέρθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό για την αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής σε συνάλλαγμα, ανάλογα με το κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Εξωτερικών και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.

Σύμφωνα δε με την παρ.11 του ίδιου άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό, με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, όπως εκτέθηκε, και το προσλαμβανόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου επιστημονικό προσωπικό, για την κάλυψη των εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, εφόσον προβλέπεται τούτο στην απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας που καθορίζει τις αποδοχές του προσωπικού αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3 του Ν.1640/1986.

Εξάλλου, στο άρθρο 132 του Ν.419/1976 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των έμμισθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή όμως θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής.

Περαιτέρω με την Φ083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β/31-3-1988) καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίστηκε επιπλέον στο κεφάλαιο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10%.

Η πιο πάνω Κ.Υ.Α. που εκδόθηκε από τους προαναφερόμενους Υπουργούς, σύμφωνα με τα άρθρα 12 παρ.1 του Ν.1256/1982 και 3 παρ.8 του Ν.1288/1982, κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 του Ν. 1884/1990, που ορίζει στην παρ.2 του ίδιου άρθρου ότι εφεξής η αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής θα πραγματοποιείται με τις κανονιστικές αποφάσεις που προβλέπονται στις ανωτέρω διατάξεις των Ν.1256/1982 και 1288/1982.

Ακολούθως με την ΣΤ1/Μ/Φ 083-6/ΑΣ.853/1993 κοινή απόφαση των ίδιων ως άνω Υπουργών (ΦΕΚ 252 Β'/12-4-1993) ορίστηκε ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, ούτε μισθώνεται σε βάρος του οίκημα, σύμφωνα με το άρθρο 132 παρ.2 του Ν.419/76, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-93 σε 20% στο επίδομα του πρέσβεως.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει κατ' αρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α. ποσοστά αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλόμενου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής (ΑΠ 315/1999) και συνάγεται περαιτέρω ότι με την παρ.11 του άρθρου 131 του Ν.419/1976 δόθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο-που αντικαταστάθηκε αργότερα από τους Υπουργούς Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών-η εξουσία να καθορίζουν το επίδομα αυτό, με βάση τα οριζόμενα στην παρ.10 του ίδιου άρθρου κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα από τον άνω νόμο πλαίσια.

Επομένως, με βάση την πιο πάνω εξουσιοδότηση, η απόφαση των άνω Υπουργών είναι δυνατό να καθορίζει σε διαφορετικό ύψος ή να αυξάνει σε διαφορετικό ποσοστό το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για κάθε κλάδο ή βαθμό υπαλλήλων ή να αυξάνει τούτο μόνο σε ορισμένους κλάδους υπαλλήλων ή σε ορισμένους υπαλλήλους που έχουν πρόσθετα οικογενειακά βάρη (παιδιά) ή ανάγκες (στέγαση), αλλά δεν είναι δυνατό να διακρίνει τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπει ο νόμος για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μονίμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημόσιου δικαίου, και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου, και να αυξήσει το επίδομα μόνο στους πρώτους, αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους.

Μια τέτοια διάκριση θα ερχόταν σε αντίθεση με τις διατάξεις που προβλέπουν την καταβολή του ως άνω επιδόματος και σε υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου, χωρίς καμιά επιφύλαξη για τις παρεχόμενες με την μορφή των δαπανών στεγάσεως αυξήσεις τούτου (άρθρ. 68 παρ.4 και 69 παρ.1 Ν.419/76, 5 παρ.3 Ν.1640/86) και συνεπώς η απόφαση που θα στηριζόταν αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσει το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, θα είχε εκδοθεί χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση (άρθρ. 43 παρ.2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που θα εξαιρούσε από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου, θα ήταν ανίσχυρη. 0ι προαναφερόμενες όμως Φ083-58/1988

και

ΣΤ1/Μ/Φ.083.6/ΑΣ 853/1993 υπουργικές αποφάσεις αυξάνουν το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής κατά ποσοστό 10% και 20% αντίστοιχα, για την αντιμετώπιση των δαπανών στεγάσεως, χωρίς να ορίζουν ότι η αύξηση αυτή χορηγείται μόνο στους μονίμους υπαλλήλους και συνεπώς η σχετική ρύθμιση θα ίσχυε και για την αναιρεσίβλητη- αν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας αυτής- αφού η απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών που καθόρισε της αποδοχές της, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3 του Ν.1640/86, περιέλαβε σ' αυτές και το εν λόγω επίδομα, χωρίς οποιουσδήποτε περιορισμούς.

Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, που ανερχόταν σε ποσοστό 65% επί του επιδόματος του πρέσβη, προσαυξανόμενο με ποσοστό 10% επί του επιδόματος αυτού μέχρι 31-12-1992 και 20% επί του ίδιου επιδόματος από 1-1-1993, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 87 παρ.1 του Ν.1892/1990, 131 παρ.10 του Ν.419/1976 και των προαναφερόμενων υπουργικών αποφάσεων και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Ο αντίθετος, άρα, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση και των άρθρων 904 παρ.1 και 908 του ΑΚ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ότι οι ανωτέρω προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, για κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της αναιρεσίβλητης, αποτελούσαν ιδιαίτερη περίσταση που συνόδευε το πρόσωπο αυτής και δεν έπρεπε να περιληφθούν στα αποδοτέα σ' αυτή ποσά, αφού δεν είναι βέβαιο ότι θα εχορηγούντο σε οποιονδήποτε προσλαμβανόταν στη θέση της.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί στο Εφετείο (αρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ), ούτε περιλαμβάνεται, έστω και εμμέσως στους παρατιθέμενους σ' αυτό ισχυρισμούς που είχε προβάλει το αναιρεσείον με την έφεση και τις προτάσεις του στο Εφετείο.

Για τον ίδιο λόγο είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως και κατά το μέρος που στηρίζεται επικουρικά σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-12-2002 αίτηση τoυ Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 6088/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ