Legislator Case Law & Legislation
697/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract recognition claim, ruling it seeks legal regime not existence of legal relationship.

Case Number 697/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public legal entity against a second-instance court decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court violated Article 70 of the Code of Civil Procedure by rejecting a recognition action for overtime pay, claiming it lacked a legal interest. The court held that the action sought the recognition of the legal regime governing the employment contract rather than the existence of a legal relationship itself. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and court costs were offset.

Legislator headnote

AI generated

Articles 70, 577 of the Code of Civil Procedure: A recognition action must seek the existence or non-existence of a legal relationship regulated by law, not the recognition of the legal regime governing a specific contract or the determination of factual elements.

Keywords

AI generated
recognition action legal relationship labor contract legal regime Article 70 Code of Civil Procedure overtime pay

Cited Legislation

AI generated
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 697 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 697/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ" (Ο.Π.Α.Π.), που εδρεύει στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Καδδά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Λ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδάκο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 14-2-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 922/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 4785/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 7-1-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 7-1-2022 και με αριθ. κατ. 135/13/10-1-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4785/22-11-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών επί: α) της από 30-7-2020 και με αριθ. κατ. 56605/4533/2020 έφεσης του ενάγοντος-εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και β) της από 5-9-2020 και με αριθ. κατ. 61592/5004/2020 έφεσης της ενάγουσας-εναγομένης εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθ. 922/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί: α)της από 5-6-2018 και με αριθ. κατ. 55502/1687/2018 αγωγής του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος και β) της από 14-2-2019 και με αριθ. κατ. 15219/400/2019 αγωγής της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 10-1-2022 νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 27-12-2021, όπως προκύπτει από τη σχετική επί του προσκομιζομένου αντιγράφου αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Α. Ν. (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την, ως άνω, από 5-6-2018 αγωγή, το ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ" ισχυρίσθηκε ότι η εναγομένη, Ε. Λ., είναι υπάλληλος του, συνδεόμενη με αυτό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, στα πλαίσια της οποίας εργάζεται σ' αυτό ως καθηγήτρια πιάνου, στο ωδείο.

Ότι, αν και οι εργασιακές τους σχέσεις διέπονται από τον Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007), σύμφωνα με τον οποίο δεν προβλέπεται γι' αυτήν υποχρεωτική διακοπή της εργασίας της κατά τις εορτές Χριστουγέννων και Πάσχα και κατά το θέρος, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι αυτές διέπονται από τις διατάξεις του β.δ. 16/1966, με βάση τις οποίες προβάλλει κατ' αυτού αβάσιμες εργασιακές αξιώσεις.

Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί: α) ότι από το έτος 2011 για τους όρους εργασίας της εναγομένης εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 3584/2007 "Περί Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων", (ΚΚΑΔΥ), συμπεριλαμβανομένης και της διάταξης του άρθρου 36 αυτού, περί ημερών εργασίας και ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 48 του Υπαλληλικού Κώδικα όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4210/2013 και το Κεφάλαιο ΣΤ του ν. 4075/2012, ούτε οι διατάξεις του β.δ. 16/1966 και του β.δ. 11-11-1957, γ) ότι η εναγομένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΑΔΥ, δεν δικαιούται υποχρεωτικές διακοπές εργασίας και ότι, επομένως, κατά την περίοδο των διακοπών των μαθημάτων του Ωδείου κατά τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και τις θερινές να διακοπές υποχρεούται, ως δημοτική υπάλληλος, να του παρέχει τις υπηρεσίες της και δ) ότι η εναγομένη υποχρεούται να του παρέχει τις υπηρεσίες της όχι μόνο σε αμιγώς διδακτική εργασία, αλλά και σε συναφείς με το διδακτικό της έργο εργασίες.

Με την, ως άνω, από 14-2-2019 αγωγή, η ενάγουσα Ε. Λ. (εναγομένη στην προεκτεθείσα αγωγή) ισχυρίσθηκε ότι εργάζεται στο εναγόμενο ΝΠΔΔ (ενάγον στην προεκτεθείσα αγωγή) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ειδικότητα της καθηγήτριας πιάνου, αποκλειστικά ως εκπαιδευτικό προσωπικό. Ότι το εναγόμενο, κατά το χρονικό διάστημα από Μάϊο 2016 έως και Ιανουάριο 2019 δεν την κατέταξε στον ορθό βαθμό και στο ορθό μισθολογικό κλιμάκιο, με αποτέλεσμα να της οφείλει διαφορές αποδοχών, συνολικού ποσού 5.578,32 ευρώ. Ότι επιπλέον το εναγόμενο από το έτος 2013 ουδέποτε τήρησε το ανώτατο εβδομαδιαίο ωράριο των 30 ωρών, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 β.δ. 16/1966, καθώς την απασχολούσε επί 32,5 ώρες εβδομαδιαίως, με συνέπεια να της οφείλει προσαύξηση για υπερωριακή απασχόληση, για εργασία κατά τα Σάββατα και Κυριακές και κατά τις υποχρεωτικές κατά νόμο διακοπές εργασιών, συνολικού ποσού 62.262,10 ευρώ. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 67.840,442 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 922/2020 οριστική απόφαση: α) απέρριψε την από 5-6-2018 αγωγή ως μη νόμιμη και β) δέχθηκε εν μέρει την από 14-2-2019 αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 18.495,91 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής, οι διάδικοι άσκησαν: α) το ενάγον-εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. την, ως άνω, από 30-7-2020 έφεση και β) η ενάγουσα-εναγομένη την, ως άνω, από 5-9-2020 έφεση. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθ. 4785/2021 απόφαση: α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 5-9-2020 έφεση, β) δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την από 30-7-2020 έφεση και περαιτέρω εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά τα κεφάλαιά της, με τα οποία επιδικάσθηκε στην ενάγουσα το, ως άνω, ποσό, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της 14-2-2019 αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 17.379,37 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του β.δ. 16/1966 "περί ιδρύσεως ιδιωτικών μουσικών ιδρυμάτων", η οποία κατά το άρθρο 3 παρ. 2 ν.299/1976 ισχύει για όλα τα λειτουργούντα στην Ελλάδα μουσικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, πλην του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης "Ο αριθμός του διδακτικού και επικουρικού προσωπικού εκάστου ιδιωτικού μουσικού εκπαιδευτικού ιδρύματος καθορίζεται υπό του Διευθυντού αυτού ή της Διοικούσης αυτό Επιτροπής, αναλόγως των αναγκών του Ιδρύματος και υπό τον περιορισμόν πάντοτε ότι το ανώτατον όριον ωρών διδασκαλίας δι' έκαστον των διδασκόντων δεν δύναται να είναι ανώτερον των 30 ωρών καθ' εβδομάδα".

Με το άρθρο 41 ν. 3979/2011 αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 1 παρ.5 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου του Προέδρου της Δημοκρατίας "περί καθιερώσεως πενθημέρου εβδομάδος εργασίας των δημοσίων εν γένει υπηρεσιών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο ν. 1157/1981, ως εξής: "οι εβδομαδιαίες ώρες εργασίας ορίζονται σε σαράντα (40):

αα) για τους μόνιμους υπαλλήλους και το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και όσων κατηγοριών προσωπικού υπηρεσιών και φορέων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα ακολουθούν το ωράριο αυτών....γ) οι ώρες εβδομαδιαίας απασχόλησης και διδασκαλίας του εκπαιδευτικού προσωπικού όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης δεν θίγονται από τη ρύθμιση της παραγράφου αυτής, καθώς και για όσες άλλες κατηγορίες προσωπικού προβλέπεται ειδικός εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας από ειδικές διατάξεις".

Έτσι, από τη ρύθμιση αυτή εξαιρέθηκαν ρητά οι εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων, των οποίων το ωράριο εργασίας δεν εθίγη, αλλά και άλλες κατηγορίες προσωπικού, για τις οποίες ίσχυαν ειδικές διατάξεις που προέβλεπαν διαφορετικό εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας (ΣτΕ 2594/2013), όπως το διδακτικό προσωπικό των ωδείων, για το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 14 παρ. 2 β.δ. 16/1966, όπως προεκτέθηκε, ανώτατο όριο 30 ωρών διδασκαλίας την εβδομάδα.

Περαιτέρω, στο άρθρο 7 του β.δ. της 11-11-1957, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 13 παρ. 2 του β.δ. 16/1966, σχετικά με το διδακτικό έτος και τις διακοπές, ορίζεται ότι το σχολικό έτος αρχίζει την 25η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους και λήγει την 30η Ιουνίου του επόμενου έτους, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του β.δ. της 11-11-1957 καθορίζονται και οι επίσημες αργίες.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 1 ν. 1256/1982 "για την πολυθεσία, την πολυαπασχόληση και την καθιέρωση ανωτάτου ορίου απολαβών στο δημόσιο τομέα", που εφαρμόζεται και στους ΟΤΑ, κατ' άρθρο 19 παρ. 5 ν. 1586/1986, απαγορεύεται ο διορισμός ή η πρόσληψη και σε δεύτερη θέση ή απασχόληση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα των έμμισθων ή άμισθων δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, εξαιρουμένων από την, ως άνω, απαγόρευση, κατ' άρθρο 16 παρ. 5 περ.

γ' του ν. 1256/1982, όπως η περ. γ' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 ν. 1543/1985, "των μουσικών και καθηγητών καλλιτεχνικών μαθημάτων". Από τη τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι στους εξαιρούμενους από την απαγόρευση της πολυθεσίας υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα περιλαμβάνονται και οι καθηγητές μουσικής, καθόσον στην έννοια "καθηγητές καλλιτεχνικών μαθημάτων", εμπεριέχεται και η έννοια του όρου "καθηγητές μουσικής", διότι το μάθημα της μουσικής ανήκει στον ευρύτερο κύκλο των καλλιτεχνικών μαθημάτων.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ' αυτής εκδοθησομένης απόφασης, νοείται η νομικά ρυθμιζόμενη βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα που συνεπάγεται ή ενέχει ως περιεχόμενο της ένα τουλάχιστον δικαίωμα, ή μια υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΑΠ 356/2013, ΑΠ 508/2013, ΑΠ 927/2002, ΑΠ 941/1997).

Δεν αποτελούν έννομη σχέση υπό την άνω έννοια τα απλά πραγματικά περιστατικά, οι προϋποθέσεις δικαιώματος ή αξίωσης ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα χωρίς τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση, της οποίας ζητείται διά της αγωγής η προστασία (ΑΠ 941/1997). Επίσης δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή, στα οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά, ή έχουν νομική σημασία για τις έννομες σχέσεις των προσώπων (ΑΠ 508/2013, ΑΠ 224/2007, ΑΠ 662/2002).

Ομοίως, μεμονωμένα στοιχεία της έννομης σχέσης ή προδικαστικά αυτής ζητήματα, ή γυμνά πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 5967/1993) δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής. (ΑΠ 1154/2019, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 134/2015, ΑΠ 224/2007). Και τούτο διότι, όταν η έννομη σχέση είναι ατελής, δεν θεμελιώνεται η ανάγκη παροχής έννομης προστασίας (έννομο συμφέρον) αφού δεν εξυπηρετείται ο σκοπός του νόμου, ήτοι η διαλεύκανση (αυθεντική βεβαίωση) με την προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση της αμφισβητούμενης ύπαρξης ή ανυπαρξίας της έννομης σχέσης (ΑΠ 1272/1995), η άρση της σχετικής αβεβαιότητας και η αποτροπή παρουσών ή μελλουσών εν σχέσει με αυτή δικαστικών διενέξεων με συνέπεια η αγωγή υπό το ανωτέρω περιεχόμενο να καθίσταται απαράδεκτη (ΑΠ 1259/2020).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και συγκεκριμένα ο αριθμός του νόμου και το άρθρο αυτού (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 637/2017), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανακοπής, ή ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, ανακοπή, ή ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ανακοπή ή ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος, στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής, ανακοπής ή ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1225/2008, ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή, ανακοπή ή ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ανακοπής ή ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία τούτων (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007).

Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004, ΑΠ 506/2010) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, ανακοπής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ.Α.Π. 96/1985, ΑΠ 885/2019, Α.Π.862/2011, 1735/2008).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1(β) του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 855/2019, ΑΠ 704/ 2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996).

Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση, την αντένσταση ή λόγο έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή εκ περισσού εκτιθέμενα, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις.

Επίσης δεν αποτελούν πράγματα και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και ,πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 2086/2017). Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΑΠ Ολομ. 14/2004) ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 128/2008, ΑΠ 66/2008).

Για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 118 εδάφ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ποία ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο, και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, χωρίς να αρκεί η μνεία μόνο των σχετικών νομικών διατάξεων (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 253/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για να είναι επαρκής ή ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες και γιατί αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και βάσει των οποίων, ως αναγκαίων, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2019).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008). Ο λόγος αυτός αφορά σε αποδεικτικά έγγραφα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα γραπτά, που περιέχουν κανόνες δικαίου, όπως οι νόμοι ή οι ΣΣΕ (ΑΠ 1510/2009).

Περαιτέρω σύμφωνα με την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 566 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης ή μη διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 235/2019, ΑΠ 772/2017, ΑΠ 265/2015, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεων αυτής, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη λαβούσα χώρα διάπλαση ή διάγνωση. Πρέπει δηλαδή, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, να προκαλείται αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο. Όχι συνεπώς όταν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή αν υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και στο διατακτικό. Για να είναι ορισμένος ο παρών λόγος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (Ολ.ΑΠ 13/1995, ΑΠ 854/2019, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ 570/2010, ΑΠ 77/2009).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, προτάσεων πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Έτσι η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη ενστάσεις ή αντεναστάσεις των διαδίκων ή πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την βάση της αγωγής δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 1468/2017).

Από την εκτίμηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, που τυγχάνει διπλωματούχος καθηγήτρια πιάνου, προσλήφθηκε από το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει την εργασία της, με την ως άνω ειδικότητά της, εντασσόμενη στο εκπαιδευτικό προσωπικό. Το εναγόμενο αρχικώς είχε τη νομική μορφή ως ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ", στη συνέχεια από το έτος 1997 ως "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ" και από το έτος 2011 και εντεύθεν έχει τη νομική μορφή ως ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (ΟΠΑΠ).

Εξάλλου, η ενάγουσα απασχολείται στο εναγόμενο με την ανωτέρω ειδικότητά της σε συσταθείσα προσωρινή προσωποπαγή θέση κατόπιν λύσεως της "ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ", στην οποία εργαζόταν δυνάμει της 120/2011 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αγίου Δημητρίου περί μεταφοράς προσωπικού σε συνιστώμενες προσωποπαγείς θέσεις υπαλλήλων και ακολούθως κατατάχθηκε σε προσωποπαγή θέση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως ΔΕ καθηγήτρια πιάνου, με τη με αριθ. 93 και αριθ. 679/6.9.201 1 απόφαση του Προέδρου του εναγόμενου (ΦΕΚ 682γ/2011) με επιβληθέν ωράριο κατά το σχολικό έτος 2018-2019 ως εξής Δευτέρα από 08.30 έως 13.45", ημέρα Τρίτη από 08.15 έως 13.45, ημέρα Πέμπτη από 08.30 έως 13.45, ημέρα Παρασκευή από 08.15 έως 13.45 και ημέρα Σάββατο από 08.30 έως 13.00 και οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν τον Φεβρουάριο του έτους 2019 στο ποσό των 1.445,60 ευρώ.

Η εργασιακή της σχέση ρυθμίζεται από το ΒΔ 16/1996, με βάση το οποίο το εβδομαδιαίο ωράριο της δεν μπορεί να υπερβαίνει τις (30) ώρες, διότι οι εν λόγω διατάξεις περιέχουσες ειδικές ρυθμίσεις για θέματα που αφορούν τη λειτουργία των μουσικών ωδείων και των διδασκόντων σ' αυτά υπερισχύουν ως ειδικότερες του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων και παραμένουν εφαρμοστέες και υπό την ισχύ του άρθρου 41 Ν. 3979/2011, ως προαναφέρθηκε στη με στοιχείο (III) μείζονα σκέψη.

Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι το ΒΔ 16/1966 καθορίζει το ανώτατο όριο των ωρών διδασκαλίας ανά διδάσκοντα και όχι των ωρών της συνολικής εργασίας ελέγχεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος. Αποδείχθηκε δε ότι με τη με 65/18.11.2011 απόφαση του ΔΣ του εναγόμενου αποφασίστηκαν τα εξής : α) "Ο μέγιστος αριθμός ωρών απασχόλησης των μουσικών είναι 30 διδακτικές ώρες εβδομαδιαίως.

Με δεδομένο ότι οι μουσικοί υποχρεούνται πλέον σε 40 ώρες, οι υπόλοιπες 10 ώρες χαρακτηρίζονται ως "λοιπές", και αφορούν διοικητική υποστήριξη, μελέτη ή συμμετοχή σε εκδηλώσεις που θα πραγματοποιήσει το ΝΠΔΔ. Με βάση αυτόν τον κανόνα πέραν των διδακτικών ωρών θα υπολογίζεται και 1/3 αυτών για "λοιπές" "με τις επισημάνσεις όσον αφορά την παρευρισκόμενη υπάλληλο Λ.

Ε. ότι η απασχόλησή της στο Ωδείο με τις προαναφερόμενες ώρες θα είναι δυνατή υπό την αίρεση ότι δεν θα υπάρχει επικάλυψη ωρών από απασχόληση από άλλον φορέα και επιπροσθέτως απαιτείται η γνωμοδότηση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου με δεδομένο ότι η εν λόγω υπάλληλος εργάζεται σε άλλον φορέα με ωράριο πλήρους απασχόλησης".

Το ωράριο της ενάγουσας σε όλα τα έτη της εργασίας της ήταν κυλιόμενο εβδομαδιαίως και ρυθμίζονταν βάσει του αριθμού των μαθητών και λαμβανομένων υπόψη ότι τα μαθήματα πιάνου είναι ατομικά και κάθε διδακτική ώρα έχει διάρκεια (40) λεπτών. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας του εναγόμενου και στο άρθρο 3 ορίζονται τα ακόλουθα: "Η Διδακτική Περίοδος:1.Η διδακτική περίοδος αρχίζει την 11η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους και λήγει την 30η Ιουνίου του επόμενου.

Ι.Μετά το πέρας της διδακτικής περιόδου οι καθηγητές λαμβάνουν τον προβλεπόμενο αριθμό ημερών κανονικής άδειας. Μετά την ολοκλήρωση της κανονικής τους άδειας τίθενται στη διάθεση του ΟΠΑΠ προκειμένου να προσφέρουν έργο συναφές με το αντικείμενο τους, αντίστοιχο με τον εβδομαδιαίο χρόνο που αμείβονται αλλά και γενικότερα να προάγει τους σκοπούς του ωδείου και του Οργανισμού. 3.

Δεν θα γίνονται μαθήματα την 28η Οκτωβρίου, την 17η Νοεμβρίου, τα Χριστούγεννα (14/12- 7/01), την 30η Ιανουαρίου (εορτή των Τριών Ιεραρχών), την Καθαρά Δευτέρα, την 25η Μαρτίου, την 1η Μαΐου, το Πάσχα (από την Μεγάλη Πέμπτη έως την Κυριακή του Θωμά), του Αγίου Πνεύματος και κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων και Πάσχα, οι καθηγητές οφείλουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον ΟΠΑΠ σε συναφή με το αντικείμενο εργασίας. 4.

Το Δημοτικό Ωδείο δύναται να μην λειτουργήσει για λόγους έκτακτης ανάγκης. 5. Τα μαθήματα είναι ατομική ή ομαδικά.. Η διδασκαλία ατομικών μαθημάτων διαρκεί 40'...Η διδασκαλία των ομαδικών μαθημάτων 45 λεπτά της ώρας, ανά αντικείμενο... Μεταξύ των διδακτικών ωρών μεσολαβεί διάλειμμα 5 λεπτών για όσα μαθήματα έχουν διάρκεια σαράντα λεπτών και 10 λεπτών για όσα μαθήματα έχουν μεγαλύτερη διάρκεια. 7.

Τα μαθήματα διεξάγονται καθημερινώς, πλην Κυριακής και αργιών, εκτός αν πρόκειται για μαθήματα αναπλήρωσης. Το Σάββατο το ωράριο λειτουργίας είναι από 08.00 έως 22.00. Μαθήματα εκτός του προβλεπόμενου ωραρίου γίνονται με απόφαση του ΔΣ, ύστερα από εισήγηση του καλλιτεχνικού Διευθυντή". Στον ίδιο τον Κανονισμό Λειτουργίας του Ωδείου του εναγόμενου ειδικώς και ρητώς στο άρθρο 2 αυτού όσον αφορά στην αναγραφόμενη επ' αυτού "Διάρκεια Σπουδών", ορίζεται ότι εφαρμόζεται το ανωτέρω ΒΔ 11.11.1957 ειδικώς και ρητώς στο άρθρ. 3 παρ. 3 εδ.

β' αυτού, όσον αφορά στην αναγραφόμενη επ' αυτού "Διδακτική Περίοδο", ορίζει ότι : "Δεν θα γίνονται μαθήματα.. κατά τη διάρκεια των μαθητικών διακοπών".

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 άρθρου 13 ΒΔ 16/1966 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 2 άρθρου 7 Β.Δ. της 11ης/11/1957, το διδακτικό έτος για τους καθηγητές σε ιδιωτικά ιδρύματα - ωδεία άρχεται την 25 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους και λήγει την 30 Ιουνίου του επόμενου έτους, ενώ, με τις διατάξεις της παρ. 1 άρθρου 8 ΒΔ/1 957 καθορίζονται και οι επίσημες αργίες (εορτολόγιο), τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, διότι οι εν λόγω διατάξεις περιέχουσες ειδικές ρυθμίσεις για τα θέματα που αφορούν τη λειτουργία των μουσικών ωδείων και τους διδάσκοντες και σε συνδυασμό με την παρ. 4 άρθρ. 55 Ν. 3584/2007 κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα δεν δύναται να χορηγηθεί κανονική ετήσια άδεια. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η ενάγουσα τελεί σε διακοπές εργασίας κατά την περίοδο του καλοκαιριού, δηλαδή από 1.7. έως 31.8., καθώς και κατά την περίοδο των διακοπών Χριστουγέννων και του Πάσχα, πλην, όμως, το καθεστώς αυτό δεν έγινε αποδεκτό από το εναγόμενο.

Εξάλλου, η εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων επιρρωνύεται και από τον ίδιο τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας του Ωδείου, όπου ειδικώς και ρητώς στο άρθρο 2 αυτού όσον αφορά στην αναγραφόμενη ε' αυτού "Διάρκεια Σπουδών", ορίζει ότι εφαρμόζεται το Β .Δ./11.11.1957, ειδικώς και ρητώς στο άρθρο 3 παρ. 3 εδ. β' αυτού, όσον αφορά στην αναγραφόμενη επ' αυτού "Διδακτική Περίοδο", ορίζει ότι : "Δεν θα γίνονται μαθήματα..

κατά τη διάρκεια των μαθητικών διακοπών" Σύμφωνα με τα στοιχεία του ατομικού υπηρεσιακού φακέλου της ενάγουσας προκύπτει ότι :α) η τελευταία κατέχει προσωποπαγή θέση με σύμβαση εργασίας ΙΔΑΧ πλήρους απασχόλησης), με την ίδια ειδικότητα από 12.3.1988 (ΦΕΚ 91/24.4.2003 στο ΝΠΔΔ "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΖΩΓΡΑΦΟΥ" (λόγω Καλλικράτη :

ΝΠΔΔ "ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ" και β) ότι η προϋπηρεσία της από την "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ" συμπίπτει με την προϋπηρεσία της στο ΝΠΔΔ "ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΔΗΜΟΥ ΖΩΓΡΑΦΟΥ". Συνακόλουθα, ο συνολικός χρόνος προϋπηρεσίας της έως και 31.10.2011, σύμφωνα με τον Ν.4024/2011 ανέρχεται σε (23) έτη, (7) μήνες και (20) ημέρες.

Η ενάγουσα, με τη με αριθμό 1/2012 και με αριθμ. πρωτ. 25/11.1.2012 απόφαση του Προέδρου του εναγόμενου ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τον Ν. 4024/2011, κατατάχθηκε στον Γ' βαθμό και το 2° ΜΚ Γ' βαθμού. Με τη με αριθ. 39/2013 και με αριθ. πρωτ. 5 8 5/20.3.2013 απόφαση του Προέδρου του εναγόμενου ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τον Ν. 4024/2011, κατατάχθηκε στον Γ' βαθμό και στο 3° ΜΚ και 25 έτη, με τη με αριθ. 75/2015 και με αριθ.

πρωτ. 688/12.3.2015 απόφαση του Προέδρου του εναγόμενου ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τον Ν. 4024/2011 κατατάχθηκε στον Γ' βαθμό και στο 4° ΜΚ και 27 έτη, ενώ, με τη με αριθ. πρωτ. 2545/22.9.2016 Διαπιστωτική Πράξη του Προέδρου του εναγόμενου ΝΠΔΔ σύμφωνα με τον Ν. 4354/2015 κατατάχθηκε ως ΔΕ καθηγήτρια πιάνου με ΜΚ 10, και πλεονάζοντα χρόνο στο κλιμάκιο 9 μήνες και 19 ημέρες.

Περαιτέρω, με τη με αριθ. πρωτ. 2659/3.10.2016 Διαπιστωτική Πράξη του Προέδρου του εναγόμενου ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τον Ν. 4325/201 5, αποφασίστηκε η αυτοδίκαιη κατάταξη της υπαλλήλου του εναγόμενου ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας ΙΔΑΧ μερικής απασχόλησης από ΔΕ Μουσικών σε ΤΕ Μουσικών από 11/5/2015 (ημερομηνία δημοσίευσης Ν. 4325/2015). Επιπροσθέτως, με τη με αριθ. πρωτ. 786/16.3.2017 Διαπιστωτική Πράξη του Προέδρου του εναγόμενου ΝΠΔΔ, η ενάγουσα κατατάχθηκε, (σύμφωνα με το ΦΕΚ 3962/ΤεύχοςΒ/ 12.12.2016) από 1/1/2016, σύμφωνα με τον Ν. 4354/201 5, με ισχύ από τις 11/5/2015 ως ΤΕ καθηγήτρια πιάνου με ΜΚ 14 και πλεονάζοντα χρόνο στο κλιμάκιο (1) έτος, (9) μήνες και (19) ημέρες, όπως προκύπτει από το με αριθμό 717/7.3.2018 πιστοποιητικών μεταβολών.

Εξάλλου, η τελευταία, κατά τις διατάξεις Ν.4325/2015 (ΦΕΚ 47 Α /11-5-2015), έπρεπε μισθολογικώς να έχει νομίμως καταταγεί σε "βαθμό Β" και στο "1ο" ΜΚ, πλην, όμως, το εναγόμενο ΝΠΔΔ την κατέταξε εσφαλμένα στον βαθμό "Γ" και στο τέταρτο "4°" ΜΚ. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 1Ν. 4354/201 5 έπρεπε να διατηρηθεί μισθολογικώς η προσωπική διαφορά, δηλαδή από την 1.1.2016 έπρεπε ο μικτός μηνιαίος μισθός της να ανέρχεται και να παραμείνει στα 1.477,60€, δηλαδή μετά την αυτοδίκαιη κατάταξή της, νομοθετικώς στην κατηγορία "ΤΕ", να έχει ήδη τον βαθμό "Α" και το "14° ΜΚ" αυτού, αντιθέτως το εναγόμενο την κατέταξε στους ανωτέρω εσφαλμένους βαθμούς και στο ανωτέρω εσφαλμένο κλιμάκιο.

Τέλος, από 1.1.2018, ήτοι μετά την αναστολή μισθολογικής εξέλιξης των εργαζομένων του Δημοσίου Τομέα (Ν. 4354/2015) και ειδικότερα από 12.3.2018, όταν δηλαδή συμπλήρωσε (30) μόνιμης εργασίας στον Δημόσιο Τομέα, όφειλε το εναγόμενο να την κατατάξει στον ανωτέρω βαθμό "Α" και στο "16°" ΜΚ αυτού και να λαμβάνει μεικτό μηνιαίο μισθό 1.489,60€.

Ωστόσο, το εναγόμενο της κατέβαλε μεικτό μηνιαίο μισθό 1.406,19€ και, την κατέταξε εσφαλμένα στο "15°" ΜΚ και έτσι αντί να της καταβάλλει μικτό μηνιαίο μισθό 1.489,60 €από τον 4/2018 μέχρι και τον 1/2019 έλαβε μεικτό μηνιαίο μισθό 1.421,80€. Επομένως, οφείλονται στην ενάγουσα μισθολογικές διαφορές (κατά έτη 2017, 2018 και 2019, όπως θα λεχθεί στο οικείο μέρος της παρούσας.

Το εναγόμενο παραδεκτά πρότεινε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την ένσταση περί παραγραφής των αξιώσεων της ενάγουσας, για μισθολογικές διαφορές, την οποία επαναφέρει με το δικόγραφο της έφεσής του. Η ένσταση αυτή τυγχάνει νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 90 παρ. 3 Ν. 2362/1 995 (ΦΕΚ Α' 247), το οποίο ίσχυσε από 1.1.1996 [άρθρο 119 Ν. 2362/1 995] και ήδη άρθρο 140 Ν. 4270/2014.

Αποδείχθηκε δε, ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας για μισθολογικές διαφορές, όπως αυτές προκύπτουν από την εσφαλμένη κατάταξή της σε ΜΚ κλιμάκια του χρονικού διαστήματος από μηνός 5/2015 έως 19.2.2017 έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 140 του Νόμου 42702/2014, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 144 του Νόμου 4270/2014, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο την 20.2.2019 (βλ.

τη με αριθμό ....2019 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Α. Ν.). Παρά ταύτα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επιδίκασε στην ενάγουσα μισθολογικές διαφορές και για το χρονικό διάστημα από τον 1.1.2017 έως και 19.2.2017, μολονότι οι αξιώσεις του εν λόγω διαστήματος είχαν παραγραφεί. Εξάλλου, μολονότι η μη εμπρόθεσμη καταβολή του μισθού αποτελεί ποινικό αδίκημα η σχετική αξίωση παραμένει συμβατική και δεν στηρίζεται σε αδικοπραξία.

Για τον λόγο αυτόν μετά την παραγραφή της αξίωσης για τον μισθό δεν διατηρείται αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού μέσω του άρθρου 938 ΑΚ (ΑΠ 1364/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα ισχυρίζεται με τον 3° λόγο έφεσης, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε μη νόμιμη την επικουρική βάση της (Α') αγωγής, του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ έπρεπε να δεχθεί αυτή, ένεκα της παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεων της. Πλην, όμως, η επικουρική βάση της ένδικης (Α') αγωγής τυγχάνει μη νόμιμη, κατά τα προαναφερόμενα.

Επομένως, και αναφορικά με τις λοιπές αξιώσεις, που αφορούν το χρονικό διάστημα από τις 20.2.201 7 μέχρι και τον 2/2019 από τα προσκομιζόμενα μηνιαία εκκαθαριστικά της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών σε συνδυασμό και το με αριθ. πρωτ. 1051/10.4.2019 έγγραφο, σχετικά με τις καταβαλλόμενες αποδοχές της ενάγουσας, κατά τα έτη 2017, 2018 και 2019, η τελευταία δικαιούται τα ακόλουθα χρηματικά ποσά:

Α) Για το έτος 2017: Τον 2/2017 έλαβε 1.100€, ενώ έπρεπε να λάβει 1377,60€, όμως θα της επιδικαστεί ποσό 123,60€ (106 ΚΠολΔ). Τον 3/2017 έλαβε 1.100€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.477,60€, επομένως δικαιούται 377,60 €, όμως θα της επιδικαστεί ποσό 123,60€ (106 ΚΠολΔ). Τον 4/2017 έλαβε 1.401,60€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.477,60 €, επομένως δικαιούται 76,00€. Τον 5/2017 έλαβε 1.354€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.477,60 €, επομένως δικαιούται 123,60€.

Τον 6/2017 έλαβε 1.354€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.477,60€, επομένως δικαιούται 123,60 €. Τον 7/2017 έλαβε 1.354 €, ενώ έπρεπε να λάβει 1.477,60 €, επομένως δικαιούται 123,60 €. Τον 8/2017 έλαβε 1.354€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.477,60€, επομένως δικαιούται 123,60 €. Τον 10/2017 έλαβε 1.354€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.477,60 €, επομένως δικαιούται 123,60€. Τον 11/2017 έλαβε 1.354€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.477,60€, επομένως δικαιούται 123,60 €.

Τον 11/2017 έλαβε 1.354€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.477,60 €, επομένως δικαιούται 123,60€. Τον 12/2017 έλαβε 1.354 €, ενώ έπρεπε να λάβει 1.477,60 €, επομένως δικαιούται 123,60 €. Β) Το έτος 2018: Τον 1/2018 έλαβε 1.377,80 €, ενώ έπρεπε να λάβει 1.477,60€, επομένως δικαιούται 99,80€. Τον 2/2018 έλαβε 1.377,80€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.477,60 €, επομένως δικαιούται 99,80€.

Τον 3/2018 έλαβε 1.377,80€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.485,31€, επομένως δικαιούται 107,51€, όμως, θα της επιδικαστεί ποσό 79,12€ (106 ΚΠολΔ). Τον 4/2018 έλαβε 1.377,80 €, επομένως δικαιούται 111,8 0€, όμως θα της επιδικαστεί ποσό 67,80 € (106 ΚΠολΔ). Τον 5/2018 έλαβε 1.377,80 €, ενώ έπρεπε να λάβει 1.489,60 €, επομένως δικαιούται 111,80 €, όμως θα της επιδικαστεί ποσό 67,80€ (106 ΚΠολΔ).

Τον 6/2018 έλαβε 1.377,80 €, ενώ έπρεπε να λάβει 1.489,60 €, επομένως δικαιούται 111,80 €, όμως θα της επιδικαστεί ποσό 67,80 € (106 ΚΠολΔ). Τον 7/2018 έλαβε 1.377,80 €, ενώ έπρεπε να λάβει 1.489,60 €, επομένως δικαιούται 111,80 €, όμως, θα της επιδικαστεί ποσό 67,80€ (106 ΚΠολΔ). Τον 8/2018 έλαβε 1.377,80 €, ενώ έπρεπε να λάβει 1.489,60€, επομένως δικαιούται 111,80 €, όμως, θα της επιδικαστεί ποσό 67,80 € (106 ΚΠολΔ):

Τον 9/2018 έλαβε 1.377,80€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.489,60€, επομένως δικαιούται 111,80€, όμως θα της επιδικαστεί ποσό 67,80€ (106 ΚΠολΔ). Τον 10/2018 έλαβε 1.377,80€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.489,60€, επομένως δικαιούται 111,80 €, όμως θα της επιδικαστεί ποσό 67,80€ (106 ΚΠολΔ). Τον 11/2018 έλαβε 1.421,80 €, ενώ έπρεπε να λάβει 1.489,60€, επομένως δικαιούται 67,80€.

Τον 12/2018 έλαβε 1.421,80€, ενώ έπρεπε να λάβει 1.489,60 €, επομένως δικαιούται 67,80€ και τέλος Γ) Τον 1/2019 έλαβε 1.445,60 €, ενώ έπρεπε να λάβει 1.489,60€, επομένως δικαιούται 44,00€. Συνακόλουθα, οφείλεται στην ενάγουσα για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 2.244,92€. Αποδείχθηκε ακόμη ότι το εναγόμενο από το έτος 2013 ουδέποτε τήρησε το ανωτέρω ανώτατο νομοθετικώς εβδομαδιαίο όριο των (30) ωρών εργασίας της ενάγουσας και επίσης δεν τήρησε το καθεστώς διακοπής εργασιών κατά τις σχολικές αργίες, εορτές και διακοπές του καλοκαιριού και κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα και ουδέποτε της κατέβαλε το νόμιμο ποσοστό προσαυξήσεων για τα τις παρεχόμενες υπερωρίες.

Όπως άλλωστε αναφέρθηκε παραπάνω το εναγόμενο ισχυρίστηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμό, που επαναφέρει με το δικόγραφο της έφεσής του, ότι οι ένδικες αξιώσεις έχουν παραγραφεί. Πράγματι οι αξιώσεις της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από το έτος 2013 έως και 19.2.2017 έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 Ν.2362/1 995, δοθέντος ότι η αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο, όπως προαναφέρθηκε την 20.2.2019.

Παρά ταύτα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στην ενάγουσα μισθολογικές διαφορές και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2017 έως 19.2.2017, μολονότι οι αξιώσεις του εν λόγω διαστήματος είχαν παραγραφεί.

Εξάλλου, η ενάγουσα προέβαλε παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και επαναφέρει με τους δύο πρώτους λόγους της με στοιχείο (Α') έφεσης, την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής και της αναστολής του χρόνου παραγραφής αντίστοιχα. Ισχυρίζεται δε ειδικότερα ότι η διακοπή της παραγραφής έλαβε χώρα λόγω αναγνώρισης της οφειλής του εναγόμενου, γεγονός το οποίο προκύπτει από το περιεχόμενο της δικής του (Β') αγωγής, αλλά και από όλα τα έγγραφα, που η ίδια επικαλείται και προσκομίζει (αιτήσεις, εξώδικες δηλώσεις, κλπ). Ωστόσο η προβληθείσα αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνώρισης της οφειλής εκ μέρους του εναγόμενου, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη με στοιχείο (IV) μείζονα σκέψη της παρούσας, η, κατά το άρθρο 93 περ. α' Ν. 2362/1 995, διακοπή της παραγραφής επί απαιτήσεων κατά ΟΤΑ, επέρχεται μόνο με τους ειδικά για το Δημόσιο προβλεπόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων δεν είναι η κατά 260 ΑΚ αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο με οποιονδήποτε τρόπο, πέραν του ότι, στην προκειμένη περίπτωση το υπόχρεο προς αναγνώριση της υποχρέωσής του δεν μπορεί να πράξει τούτο ατύπως.

Εξάλλου, η ενάγουσα ως προς την αντένσταση περί αναστολής του χρόνου παραγραφής, ισχυρίζεται ότι το εναγόμενο σκοπίμως την απέτρεψε από τη διεκδίκηση των αγωγικών αξιώσεών της, για όσο χρόνο διαρκούσε η κατασκευασθείσα εκ μέρους των οργάνων του εναγόμενου πειθαρχική διαδικασία σε βάρος της. Πλην, όμως, και αληθή υποτιθέμενα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που επικαλείται η ενάγουσα, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν την προβλεπόμενη από το άρθρο 92 εδ. β' Ν'. 2362/1 995 και ήδη άρθρο 183 Ν. 4270/201 4 αναστολή του χρόνου παραγραφής. Συνακόλουθα, η ένσταση περί διακοπής της παραγραφής τυγχάνει μη νόμιμη, όσον αφορά στις συγκεκριμένες επίδικες αξιώσεις, που αφορούν το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2013 έως και την 19.2.2017, όπως μη νόμιμη τυγχάνει και η αντένσταση αναστολής του χρόνου παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεων. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ως προς την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής και αναστολής του χρόνου παραγραφής αντίστοιχα, έστω και με διαφορετική εν μέρει και ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από τις αιτιολογίες της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε. Συνακόλουθα, πρέπει οι περί του αντιθέτου 1ος και 2ος λόγοι της (Α') έφεσης να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επομένως, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι έφεσης προς έρευνα πρέπει η (Α') έφεση να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Περαιτέρω, από τους προσκομιζόμενους πίνακες προσωπικού στην Υπηρεσία ΣΕΠΕ για τα έτη 2017 και 2018 αποδεικνύεται ότι δηλώνεται ως ωράριο της ενάγουσας, Δευτέρα 08.30-13.45, Τρίτη 08.1 5-1 3.45, Πέμπτη 08.30-13.45, Παρασκευή 08.15-13.45 και Σάββατο 08.30 - 13.00, με την επισήμανση διδακτικές ώρες, (24) λοιπές (8) (32) και με την επισήμανση ότι κάθε διδακτική ώρα διαρκεί 40 λεπτά με 5 λεπτά διάλειμμα. Επομένως, το εναγόμενο κατά παράβαση των διατάξεων της παρ. 2 άρθρου 14 του Β.Δ. 1 6/1 966 επέβαλε στην ενάγουσα 32 ώρες εργασίας εβδομαδιαίως αντί του ανώτατου ορίου των 30.

Ειδικότερα: A) Για το έτος 2017: Τον 2/2017, ο καταβαλλόμενος μεικτός μηνιαίος μισθός της ανερχόταν σε 1.477,60€, και επομένως το ημερομίσθιο 59,104€ (1.477,60:25) και το ωρομίσθιο (με δεδομένο ότι πρόκειται για μισθωτό στην οποία εφαρμόζεται ωράριο εργασίας μικρότερο από 40 ώρες ο διαιρέτης ορίζεται ίσος με τον αριθμό ωρών της εβδομαδιαίας εργασίας της) σε 11,08 €.

Ειδικότερα τον 2/2017 για την υποχρεωτική εργασία κατά την αργία (Απόκρεω) του Σαββάτου της 25.5.2017 και της οφείλεται ποσό 189,46 €, όμως, θα της επιδικαστεί ποσό 54,8€ (106 ΚΠολΔ). Για τον 3/2017 για τις πέραν της εβδομαδιαίας υπέρβασης 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 478,65€ (24,Χ 11,08 Χ 1,80). Για τον 4/2017 για 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 478,65€ (24 X11,08 X 1,80), ενώ για την επιβληθείσα διακοπή εργασιών του Πάσχα και δη από 13.4.2017 έως 23.4.2017, η ενάγουσα απασχολήθηκε μόνο την 13.4.2017 (Μεγάλη Πέμπτη), ενώ στις 18.4, 20.4, 21.4 και 22.4.2017 βρισκόταν σε νόμιμη άδεια, οπότε για την ημέρα της 13/4/2017 της οφείλεται το ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%, ήτοι ποσό 1 0 3,4 3 € (59,104 € Χ 1,75) και επομένως για τον 4/2017 συνολικά της οφείλεται ποσό 582,08 €.

Για τον 5/2017 για 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 478,65€ (24X11,08X1,80), ενώ απασχολήθηκε την 6.5.2017 (Σάββατο), ήτοι μία κανονική ώρα επιπλέον (αντί για 13.00 λήξη 14.00) και το Σάββατο 13.5.2017 μισή ώρα επιπλέον (αντί για 13.00 λήξη 14.00), οπότε για 2 ώρες επιπλέον διδακτικές ώρες, της οφείλεται (ήτοι 11,08 € Χ 2 Χ 1,80) ποσό 39,89€ και συνολικά για τον 5/2017 της οφείλεται ποσό 518,54€.

Για τον 6/2017 για τις επιπλέον 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 478,65€ (24 X 11,08), απασχολήθηκε δε κατά τη συναυλία του ωδείου το Σάββατο της 10.6.2017 και δη επί 4,5 διδακτικές ώρες και επιπλέον επί 3,7 διδακτικές ώρες κατά την κεντρική συναυλία του ωδείου την 16.6.2017 (Παρασκευή), οπότε της οφείλεται δηλαδή ποσό 73,79 € (4,5 Χ 11,08€ Χ 1,80 = 89,75€ και 3,7 X 11,08 X 1,8 = 73,79€) και συνολικά 163,54 €, όμως, θα της επιδικαστεί ποσό 143,70€ (106 ΚΠολΔ), ήτοι για τον 6/2017 συνολικά της οφείλεται ποσό 622,35€.

Για τον 7/2017 για 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 478,65€ (24 X 11,08 X 1,80).

Περαιτέρω, για την επιβληθείσα μη, υποχρεωτική διακοπή των εργασιών του εκπαιδευτικού προσωπικού λόγω των διακοπών του θέρους μηνός Ιουλίου, μετά τη λήξη του διδακτικού έτους, ως άνω της οφείλεται η νόμιμη προσαύξηση 75% επί του ανωτέρω νομίμου μηνιαίου μισθού της, ήτοι ποσό 1.148,90€ και συνολικά για τον 7/2017 της οφείλεται ποσό 1.627,55€.

Για τον 8/2017 για την επιβληθείσα μη, υποχρεωτική όμως κατά νόμο, διακοπή των εργασιών του εκπαιδευτικού προσωπικού λόγω των διακοπών του θέρους, μετά τη λήξη του διδακτικού έτους ως άνω της οφείλεται η νόμιμη προσαύξηση 75% επί του ποσοστού του ανωτέρω νομίμου μηνιαίου μισθού της, ήτοι ποσό 1.148,90 €: 4 και συνολικά για τον 8/2017 της οφείλεται ποσό 287,22€.

Για τον 9/2017 για τις 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 478,65€ (24X11,08Χ1,80). Εξάλλου, η ενάγουσα απασχολήθηκε το Σάββατο (30.9.2017), ήτοι μία κανονική ώρα επιπλέον (αντί για 13.00 λήξη 14.00), της οφείλεται επιπλέον ποσό 19,94 € (11,08 Χ 1,80) και συνολικά για τον 9/2017 της οφείλεται ποσό 498,59€. Για τον 10/2017 για 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 478,65€ (24X11,08X1,80).

Για τον 11/ 2017 για 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 478,65 € και λόγω της παρασχείσας εργασίας κατά την ημέρα Παρασκευή (17.11.2017) (Εορτή και Σχολική αργία του Πολυτεχνείου) και συγκεκριμένα 8,2 διδακτικές ώρες με τη νόμιμη προσαύξηση 75% της οφείλεται ποσό 1 58,99€ (8,2X11,08X1,75), όμως θα της επιδικαστεί ποσό 54,80 € (106 ΚΠολΔ) και συνολικά για 11/2017 της οφείλεται ποσό 533,48€.

Για τον 12/2017 για 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 478,65 € (24X11,08X1,80). Επομένως, συνολικά για το έτος 2017 της οφείλεται ποσό 5.394,03€. Β) Το έτος 2018 ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός ανερχόταν σε 1.477,60€ και επομένως το ημερομίσθιο 1.477,60 € : 25 = 59,104 € και το ωρομίσθιο σε 11,08€ (1.477,60€:25 = 59,104€) (04X6,32). Ειδικότερα, με δεδομένο ότι το εναγόμενο επέβαλε στην ενάγουσα πέραν των (24) διδακτικών ωρών (8) λοιπές ώρες, δηλαδή υπολογισμένες με 60 λεπτά αντί των (40) λεπτών της διδακτικής ώρας, υφίσταται υπέρβαση της εβδομαδιαίας κατά 6 διδακτικές ώρες.

Για τον 1/2018 για 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 478,65 € (24X11,08X1,80). Επίσης, απασχολήθηκε την Τρίτη (31.1.2018) και επομένως της οφείλεται η νόμιμη προσαύξηση 75% Χ8,2 συνολικών διδακτικών ωρών και συνολικά 68,14€ (8,2X1 1,08X0,75), όμως θα της επιδικαστεί ποσό 54,80 € (106 ΚΠολΔ) και συνολικά για τον 1/2018 της οφείλεται ποσό 533,45 €.

Για τον 2/2018 για 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 478,65€ (24 Χ 11,08 Χ 1,80). Η ενάγουσα εργάστηκε το Σάββατο της 17ης.2.2018 (Απόκρεω) και επομένως της οφείλεται η νόμιμη προσαύξηση επί 6,7 συνολικών διδακτικών ωρών και συνολικά 60,46€ (6,7X11,08X0,80), όμως θα της επιδικαστεί ποσό 44,80€ (106 ΚΠολΔ) και συνολικά για τον 2/2018 της οφείλεται ποσό 523,45€.

Για τον 3/2018 ο καταβαλλόμενος μικτός μηνιαίος μισθός ανερχόταν σε 1 .4 8 9 , 6 0 €, και επομένως το ημερομίσθιο σε 59,58 € (1.489,60 € : 25) και το ωρομίσθιο σε 11,08 € (1.489,60 €: 25 = 59,58€ Χ 6:32 = 11,08€), ενώ της οφείλεται για 6 διδακτικές ώρες ποσό 482,54 € (24 X 11,17 X 1,80). Για τον 4/2018 για 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 482,54€ (24 X 11,17 Χ 1,80).

Το χρονικό διάστημα από 5.4.2018 απασχολήθηκε από 8.30 έως 10.45, ήτοι 3 διδακτικές ώρες, οπότε της οφείλεται ποσό 58,64€ (3 Χ 11,17 X 1,75) και συνολικά για τον 4/2018 της οφείλεται ποσό 541,18€. Για τον 5/2018 για 6 διδακτικές ώρες συνολικά της οφείλεται ποσό 482,54€ (24X11,1 7X1,80). Επίσης απασχολήθηκε την 19.5.2018 και της οφείλεται η νόμιμη προσαύξηση 75% επί 4,5 συνολικών διδακτικών ωρών και συνολικά 90,47€ (4,5X11,17X1,80), όμως, θα της επιδικαστεί ποσό 72,40€ (106 ΚΠολΔ) και συνολικά για τον 5/2018 της οφείλεται ποσό 554,94€.

Τον 6/2018 για 6 διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 482,54€ (24 X 11,17 X 1,80). Επίσης απασχολήθηκε επιπλέον μία ώρα το Σάββατο (9.6.2018) και της οφείλεται η νόμιμη προσαύξηση επί (1) διδακτική ώρα και συνολικά 20,10€ (1X11,17X1,80), όμως, θα της επιδικαστεί ποσό 16,09 € (106 ΚΠολΔ) και συνολικά για τον 6/2018 της οφείλεται ποσό 498,63€. Για τον 7/2018 για (6) διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 482,54€ (24X11,17X1,80).

Για την επιβληθείσα μη, υποχρεωτική όμως κατά νόμο διακοπή των εργασιών και εκπαιδευτικού προσωπικού λόγω των διακοπών του θέρους μηνός Ιουλίου μετά τη λήξη του διδακτικού έτους ως άνω της οφείλεται η νόμιμη προσαύξηση 75% επί του ανωτέρω νομίμου μηνιαίου μισθού της, ήτοι ποσό 1.159,20€ και συνολικά για τον 7/2018 της οφείλεται ποσό 1.641,74€.

Για τον 8/2018 για 6 επιπλέον διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό των 482,54€ (24X11,17X1,80). Για την επιβληθείσα μη, υποχρεωτική όμως κατά νόμο διακοπή των εργασιών του εκπαιδευτικού προσωπικού λόγω των διακοπών θέρους Αυγούστου κατά τον μισό μήνα, διότι από 13/8 έως 31/8 βρισκόταν σε κανονική άδεια, μετά τη λήξη του διδακτικού έτους ως άνω της οφείλεται κατά 75% νόμιμη προσαύξηση για την αναλογία επί του ανωτέρω νομίμου μηνιαίου μισθού της, που εργάστηκε, ήτοι ποσό 579,60€ και συνολικά για τον 8/2018 της οφείλεται ποσό 1.062,1 4€.

Για τον μήνα 9/2018 για 6 επιπλέον διδακτικές ώρες της οφείλεται ποσό 482,54 € (24 Χ 11,17 Χ 1,80). Για τον 10/2018 της οφείλεται ποσό 482,54€ (24X11,17X1,80), που αφορά την εβδομαδιαία υπέρβαση κατά 6 διδακτικές ώρες. Για τον 11/2018 της οφείλεται ποσό 482,54€ (24X11,1 7X1,80). Επίσης, απασχολήθηκε την 17.11.2018 (Εορτή και σχολική αργία Πολυτεχνείου) ήτοι για 8,7 διδακτικές ώρες και της οφείλεται ποσό 72,88 € (8,7 Χ 11,17 X 0,75), όμως, θα της επιδικαστεί ποσό 45,30€ (106 ΚΠολΔ) και συνολικά για το 11/2018 της οφείλεται ποσό 527,84€.

Για τον 12/2018 συνολικά της οφείλεται ποσό 482,54 € (24X11,17X1,80). Επίσης για την επιβληθείσα μη υποχρεωτική όμως κατά νόμο, διακοπή των εργασιών του εκπαιδευτικού προσωπικού, λόγω των διακοπών Χριστουγέννων κατά το μισό διάστημα, διότι από 27.12 έως 31.12 βρισκόταν σε κανονική άδεια, της οφείλεται η νόμιμη προσαύξηση 75% για την αναλογία επί του ανωτέρω νομίμου μηνιαίου μισθού, ήτοι 89,60€ και συνολικά για τον 12/2018 της οφείλεται ποσό 772,1 4€.

Συνακόλουθα, για το έτος 2018 της οφείλεται συνολικό ποσό 8.103,13€ και τέλος Γ) Για τον 1/2019 της οφείλεται ποσό 482,54€ (24 Χ 11,17 Χ 1 ,80). Επίσης, για την επιβληθείσα μη, υποχρεωτική, όμως, κατά νόμο διακοπή των εργασιών του εκπαιδευτικού προσωπικού λόγω των διακοπών Πρωτοχρονιάς, κατά το μισό διάστημα, διότι από 3.1-5.1 η ενάγουσα βρισκόταν σε κανονική άδεια της οφείλεται η νόμιμη προσαύξηση 75% για την αναλογία επί του ανωτέρω νομίμου μηνιαίου μισθού της, ήτοι ποσό 130,85€ (261,70) και συνολικώς για τον 1/2019 της οφείλεται ποσό 613,69 €.

Επομένως, για τα έτη 2017, 2018 και 2019 οφείλεται συνολικά στην ενάγουσα το ποσό των 15.134,45 € (6.417,63€ + 8.103,13 € + 613,69€). Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθώς τον νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτόμενων όλων του περί του αντιθέτου λόγων της (Β') έφεσης. Κατά το μέτρο όμως που επιδίκασε τις επίδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1.1.2017 έως και 19.2.2017 έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ως ο σχετικός λόγος της (Β') έφεσης τυγχάνει ουσία βάσιμος.

Κατόπιν τούτων οφείλεται στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 17.379,37 (Ήτοι 2.244,92€ + 15.134,45€).

Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο, ισχυρίστηκε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρισμό, που επαναφέρει με τον σχετικό 5° λόγο έφεσης, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της ενάγουσας. Ειδικότερα, το εναγόμενο, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έχει λάβει αμοιβές που είναι υψηλότερες σε σχέση με τις πραγματικές ώρες απασχόλησής της. Πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο επιχειρεί το εναγόμενο θα θεμελιώσει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, έτσι όπως διατυπώνεται τυγχάνει μη νόμιμος. Και τούτο, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν επαρκούν για να περιαγάγουν την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας σε προφανή υπέρβαση προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, διότι ουδόλως εκτίθεται συμπεριφορά της ενάγουσας που σε συνδυασμό με τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και τη μακρά αδράνεια να δημιουργήσουν στον υπόχρεο τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα και θεμελίωσαν υπέρ αυτού μία πραγματική κατάσταση η ανατροπή της οποίας προκαλεί τόσο επαχθείς συνέπειες ώστε προς ανατροπή των συνεπειών αυτών, να επιβάλλεται με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος (ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 1 /1997, ΟλΑΠ 17/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση: 1) Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση συλλήβδην τις από τους αριθμούς 1, 8, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, επικαλούμενο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί, εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και διατάξεις, ότι η ένδικη σύμβαση είναι ολικής και όχι μερικής απασχόλησης, όπως τούτο προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, από το επικαλούμενο με αριθ. 717/2018 πιστοποιητικό υπηρεσιακών μεταβολών και περαιτέρω με το να κρίνει ότι η ενάγουσα δεν είχε καταταγεί στο ορθό μισθολογικό κλιμάκιο, που προβλέπεται για το προσωπικό ολικής απασχόλησης και να της επιδικάσει διαφορές αποδοχών, ποσού 2.244,92 ευρώ, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους ν. 4024/2011, 4369/2016 και 4354/2015 δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και συγκεκριμένα το περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης εργασίας. 2) με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση συλλήβδην τις από τους αριθμούς 1, 8, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, επικαλούμενο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το δεχθεί εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και διατάξεις ότι η ενάγουσα, ως καθηγήτρια μουσικής Δημοτικού Ωδείου, εδικαιούτο αμοιβή για μη νόμιμη υπερωριακή εργασία και για προσαύξηση μισθού για απασχόληση κατά την υποχρεωτική διακοπή των εργασιών του θέρους, των Χριστουγέννων και του Πάσχα, και να της επιδικάσει για τις αιτίες αυτές το συνολικό ποσό των 15.134,45 ευρώ, παρότι δεν έχει την ιδιότητα εκπαιδευτικού πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά την ιδιότητα της δημοτικής υπαλλήλου, παραβίασε τις διατάξεις του ν. 3584/2007, του β.δ. 16/1966, του ν. 3979/2011, του β.δ.

της 11-11-1957 και του π.δ. 104/1979, 79/2017 δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και συγκεκριμένα το περιεχόμενο του Κανονισμού Λειτουργίας του Ωδείου της με αριθ. 163/2008 ΣΣΕ Μουσικών ΟΤΑ και των με αριθ. 38486/2013 και 46069/2017 εγγράφων του Υπουργείου Εσωτερικών. 3) Με τον 4° λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση συλλήβδην τις από τους αριθμούς 1, 8, 9,14, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες επικαλούμενο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες πραγματικούς ισχυρισμούς του για απασχόληση της ενάγουσας και σε άλλους εργοδότες, για τον αριθμό των ωρών που απασχολείτο εβδομαδιαίως και για τον αριθμό των μαθητών της, από τους οποίους (ισχυρισμούς) προκύπτει ότι αυτή έλαβε αμοιβή χωρίς να εργασθεί κατά το κανονικό ωράριο και ότι η αξίωσή της για καταβολή υπερωριακής αμοιβής ασκείται καταχρηστικά και ότι άφησε αδίκαστη αίτησή του, παραβιάζοντας τα διδάγματα της κοινής πείρας και απορρίπτοντας εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και διατάξεις ως μη νόμιμη την παραδεκτώς προταθείσα ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. 4) Με τον 6° (επικουρικό) λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση συλλήβδην τις από τους αριθμούς 8, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, επικαλούμενο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και συγκεκριμένα το περιεχόμενο των πινάκων προσωπικού στην υπηρεσία ΣΕΠΕ, υπολογίζοντας εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και διατάξεις το μισθό και την αμοιβή για υπερωριακή εργασία που δικαιούται η ενάγουσα.

Από τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους: 1) οι 1ος, 2ος και 6ος, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθούν στον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν: α) κατά λέξη το περιεχόμενο των εγγράφων που φέρονται ως παραμορφωμένα, καθώς και το διαφορετικό περιεχόμενο που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι έχουν και β) το σφάλμα του Δικαστηρίου, που ανάγεται στην ανάγνωση των εγγράφων, και ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο και όχι στην αποδεικτική εκτίμηση του περιεχομένου τους. 2) Οι 1ος, 2ος, 4ος και 6ος αναιρετικοί λόγοι, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθούν στον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται αντιφατικές διατάξεις, διαλαμβανόμενες στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της, ή να δημιουργείται αβεβαιότητα στις σχέσεις των διαδίκων με το παραγόμενο δεδικασμένο.

Οι ίδιοι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθούν στον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι πραγματικοί ισχυρισμοί που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και η αξιολόγηση του περιεχομένου αυτών από το Δικαστήριο.

Ομοίως αβάσιμος είναι ο 4ος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πλημμέλεια (από τον αριθμό 8) κατά το μέρος που αφορά την προταθείσα από το αναιρεσείον ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, καθόσον, όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο, το Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω ένσταση, ως μη νόμιμη, σύμφωνα δε με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Ο ίδιος (4ος) αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στους αριθμούς 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας διότι στη μεν πρώτη περίπτωση (του αριθμού 9) δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αίτησης του αναιρεσείοντος που υποβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και έμεινε αδίκαστη, ούτε αναφέρεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται μνεία, τόσο στο αιτιολογικό, όσο στο διατακτικό της, σχετικά με την αίτηση αυτή, στη δε δεύτερη περίπτωση (του αριθμού 14) ουδόλως αναφέρονται τα απαραίτητα προς διάγνωση του λόγου αυτού στοιχεία, αφού το αναιρεσείον δεν αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο ίδιος (4ος) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, ούτε προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα.

Επίσης, κατά το μέρος που με το λόγο αυτό, καθώς και με τον 6° αναιρετικό λόγο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητα τους, ούτε που εντοπίζονται οι αντιφατικές αιτιολογίες.

Όσον αφορά δε την επικαλούμενη, με τον 4° λόγο, πλημμέλεια για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι ομοίως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζεται ποια διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν ποιος ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, ποιος ο τρόπος της παραβίασης και σε τί συνίσταται αυτή. 3) Οι 1ος και 2ος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα άρθρα των, ως άνω, νόμων, των βασιλικών Διαταγμάτων και του Προεδρικού Διατάγματος, που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, ενώ επίσης δεν αναφέρονται, στα πλαίσια του από τον αριθμό 19 αναιρετικού λόγου, ποια τα αναγκαία στοιχεία για την επάρκεια των αιτιολογιών, ούτε εντοπίζονται αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά και διότι, με την επίφαση των επικαλουμένων πλημμελειών προβάλλεται απαραδέκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη η εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, μεταξύ δε αυτών και η εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά την παραδοχή του Δικαστηρίου ότι η ένδικη σύμβαση ήταν ολικής απασχόλησης, η οποία πλήττεται, ειδικότερα με τον 1° λόγο αναίρεσης.

Ανεξαρτήτως όμως του απαραδέκτου, οι, ως άνω, λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, η εργασιακή σχέση της ενάγουσας, ως καθηγήτριας μουσικής απασχολούμενης, κατά τα προεκτεθέντα, στο ωδείο του εναγομένου ΝΠΔΔ, ρυθμίζεται, κατά τις ορθές παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, από το β.δ. 16/1966, με βάση το οποίο το εβδομαδιαίο ωράριο δεν υπερβαίνει τις 30 ώρες και το οποίο δεν καταργήθηκε κατά τούτο με το άρθρο 41 ν. 3979/2011, καθώς και από το β.δ.

της 11-11-1957, που ορίζει τη διάρκεια και τις διακοπές του σχολικού έτους. Επίσης η ενάγουσα, ως καθηγήτρια μουσικής, εμπίπτει στην κατηγορία των καθηγητών καλλιτεχνικών μαθημάτων, που εξαιρούνται της καθιερούμενης με το ν. 1256/1982 απαγόρευσης της πολυθεσίας των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Κατόπιν των παραπάνω, οι, ως άνω, 1ος και 2ος λόγοι είναι απορριπτέοι στο σύνολο τους.

Με τον 3° λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, θεώρησε ότι η αγωγή, κατά το αίτημα περί επιδίκασης αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση είναι ορισμένη, ενώ δεν εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα κατά νόμο αναγκαία πραγματικά περιστατικά. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο το κρίσιμο περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε ορισμένη και αφορά την αξίωση περί επιδίκασης αμοιβής για υπερωριακή εργασία.

Τέλος, με τον 5° λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την από 5-6-2018 αναγνωριστική αγωγή του, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ. Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω αγωγή, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της αγωγής ελλείπει για το παραδεκτό της η προϋπόθεση της "έννομης σχέσεως" της οποίας ζητείται η διάγνωση, διότι...με την αναγνωριστική αγωγή 70 ΚΠολΔ ο ενάγων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα.

Ως έννομη σχέση νοείται κάθε βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προσώπου προς αγαθό, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη, ενώ αντίθετα οι προτάσεις που οδηγούν στην εξαγωγή του πορίσματος, είτε η μείζων (έννοια του εφαρμοστέου κανόνα) είτε η ελάσσων (διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών) δεν συνιστούν μόνες τους παραδεκτό αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, αφού η εν λόγω προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά κατά την έννοια του άρθρου 70 ΚΠολΔ βιοτική σχέση και γι' αυτό δεν μπορεί να είναι αντικείμενο του αιτήματος αναγνωριστικής αγωγής, καθώς η διαπίστωση και η αξιολογική εκτίμηση (δηλαδή ο νομικός χαρακτηρισμός) των πραγματικών γεγονότων που συνιστούν τη ρυθμιζόμενη από το δίκαιο βιοτική σχέση δεν μπορούν να παράξουν δεδικασμένο.

Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, με ην ίδια αιτιολογία, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε...".

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, καθόσον με την από 5/6/2018 αναγνωριστική αγωγή δεν ζητείται η αναγνώριση της ύπαρξης ή της μη ύπαρξης έννομης σχέσης, αλλά η αναγνώριση του νομικού καθεστώτος, που διέπει τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση εργασίας. Σύμφωνα δε με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής αποτελεί η αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης έννομης σχέσης, δηλαδή νομικά ρυθμιζόμενης σχέσης ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, και όχι η αναγνώριση μεμονωμένων στοιχείων της έννομης σχέσης ή προδικαστικών ζητημάτων αυτής. Επομένως, ο 5ος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Απορρίπτει την από 7-1-2022 και με αριθ. κατ. 135/13/2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 4785/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και των τριών αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ