Supreme Court dismisses appeal on labor dispute grounds citing insufficient reasoning and lack of specific contradiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor tribunal decision regarding annual leave compensation. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate evidence and contained contradictory reasoning, but the court found the lower court's explanation sufficient and the appeal vague. Consequently, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if the lower court's decision contains clear and sufficient grounds, and an appeal alleging contradiction must specifically identify the conflicting points.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 697 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 697/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Ν., κατοίκου Η. Κ., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Σπανουδάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... κατόπιν μετατροπής της ...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αντιγόνης Μεσαριτάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν η 887/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 90/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-9-2014 αίτησή του και τους από 30-11-2014 πρόσθετους λόγους.
Εκδόθηκε η 447/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την παραπάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 112/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση αυτής ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-4-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Με την κρινόμενη από 05.04.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3/09.04.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμόν 112/31.05.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της, με αριθμό 447/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατόπιν εν μέρει παραδοχής της από 08.09.2014 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος - τότε και ήδη αναιρεσείοντος, αναιρέθηκε εν μέρει, η υπ' αριθμόν 90/2014, απόφαση του ιδίου Εφετείου, διότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν έλαβε υπόψη τις, ρητώς περιεχόμενες στην, από 02.09.2012 (με αριθμ καταθ.
ΓΑ 5270/ΕΓ 166/2012), ένδικη αγωγή, αυτοτελείς βάσεις περί (α) ειδικής μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι ο αναιρεσείων ενάγων και ως Γενικός Διευθυντής της εναγομένης θα δικαιούται ετήσια άδεια και (β) αιτιώδους αναγνώρισης της οφειλής αυτής (αποζημίωσης εκ της μη ληφθείσας αδείας) της εναγομένης, και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Με την προσβαλλόμενη 112/2019 απόφασή του, το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας ως δικαστήριο της παραπομπής κατά το αναιρεθέν μέρος επί της, από 15.11.2013 και με αριθμό κατάθεσης 327/2013, έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμόν 887/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (που είχε απορρίψει την ανωτέρω ένδικη αγωγή), απέρριψε κατ' ουσίαν αυτή.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Β. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης.
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ' είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων (ΑΠ 1394/2019). Ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 336/2020, 1025/2019).
Ο έλεγχος της ύπαρξης ή μη δικαστικής ομολογίας στα πλαίσια της διάταξης του άνω άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αφορά, κατ' αρχήν, ομολογία, η οποία αποτελεί παραδοχή ενός γεγονότος κρίσιμου, η οποία γίνεται με μονομερή δήλωση, που απευθύνεται προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξής του.
Το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα, αν από τη μη αμφισβήτηση των ισχυρισμών του αντιδίκου και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, ομολογία. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο, αν όντως υπάρχει αμφισβήτηση των ισχυρισμών με επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων.
Αν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 261 ΚΠολΔ και αν το δικαστήριο συνήγαγε, παρά ταύτα, ομολογία ιδρύεται ο παρών λόγος (ΑΠ 450/2019, 1720/2013).
Εν προκειμένω, το Εφετείο (ως δικαστήριο της παραπομπής) με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Δυνάμει εγγράφου συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε την 18-3-1987 μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων εργάστηκε ως οικονομολόγος στην εναγομένη συνεταιριστική οργάνωση επί χρονικό διάστημα τριών ετών ήτοι από 1-3-1987 έως 28-2-1990.
Ακολούθως, μετά την μετατροπή της συμβάσεως σε αορίστου χρόνου, ο ενάγων εξελίχθηκε υπηρεσιακά λαμβάνοντας τον βαθμό του Λογιστή Β', τον βαθμό του Λογιστή Α', τον βαθμό του προϊσταμένου της Οικονομικής Υπηρεσίας και τον βαθμό του αναπληρωτή Διευθυντή, ενώ στις 15-2-2007 προήχθη σε γενικό διευθυντή της εναγομένης, θέση την οποία κατείχε έως το τέλος του Αυγούστου του 2012, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του.
Ο ενάγων υπό την ανωτέρω ιδιότητα, ήτοι ως διευθύνων υπάλληλος της εναγομένης, εξαιρείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 εδ. α' της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας της Ουάσιγκτον που κυρώθηκε με τον ν. 2269/1920, από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί ετήσιας αδείας. Τα ανωτέρω έγιναν δεκτά με την προηγούμενη υπ' αριθ. 90/2014 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη.
Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι με ρητή συμφωνία μεταξύ αυτού και της εναγομένης συμφωνήθηκε ότι δικαιούται ετήσιας αδείας εικοσιπέντε ημερών τόσο κατά τον χρόνο που αυτός είχε την ιδιότητα του απλού υπαλλήλου, όσο και κατά τον χρόνο που διετέλεσε Γενικός Διευθυντής της εναγομένης, την οποία δεν έλαβε τα τελευταία δέκα έτη πριν την οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία του, ανερχόμενη σε 313 ημέρες.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Κατ' αρχήν, ο ενάγων δεν προσκομίζει κάποιο έγγραφο στο οποίο να αποτυπώνεται η εν λόγω συμφωνία, το οποίο θα αποδείκνυε με σαφήνεια τον ισχυρισμό του. Αν πράγματι υφίστατο η επικαλούμενη από τον ενάγοντα ειδική συμφωνία, αυτός θα φρόντιζε να την καταρτίσει εγγράφως, ώστε να "κατοχυρώσει" το δικαίωμά του αυτό, δεδομένου και του γνωστού τόσο στον ίδιο όσο και στην εναγομένη γεγονότος ότι ως διευθυντικό στέλεχος της εναγομένης εξαιρείται των εργατικών διατάξεων που αναφέρονται στην χορήγηση αδείας αναψυχής.
Σημειώνεται ότι ο ενάγων διετέλεσε γενικός διευθυντής της εναγομένης από την 15-2-2007, ήτοι για έξι περίπου έτη πριν την αποχώρησή του, επομένως, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του η δικαιούμενη άδεια αναψυχής έως την αποχώρησή του ανέρχεται σε 150 ημέρες και όχι σε 313 ημέρες, όπως αβασίμως ισχυρίζεται. Εξάλλου, κατά το χρονικό διάστημα που ο ενάγων ήταν υπάλληλος της εναγομένης δεν ήταν απαραίτητη η συμφωνία ότι δικαιούται αδείας αναψυχής, εφόσον το δικαίωμά του αυτό ήταν κατοχυρωμένο από την εργατική νομοθεσία.
Επίσης, κατά την ανωμοτί κατάθεσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο ενάγων εντελώς αόριστα ανέφερε ότι είχε 313 ημέρες αδείας τις οποίες δεν έλαβε ούτε πληρώθηκε, χωρίς να αναφέρει την ύπαρξη της "ειδικής" συμφωνίας μεταξύ αυτού και της εναγομένης. Περαιτέρω, αποδείχθηκαν ακόλουθα: Ο ενάγων από το έτος 2007, που ανέλαβε την θέση του γενικού διευθυντή δεν έλαβε καμία άδεια.
Τούτο προκύπτει από το τηρούμενο και προσκομιζόμενο πρωτόκολλο της εναγομένης, στο οποίο καταχωρούνται, μεταξύ άλλων, και τα αιτήματα χορηγήσεως αδείας στους εργαζόμενους της ΕΑΣΗ, ο αριθμός των ημερών αδείας και οι απαντήσεις επί των αιτημάτων αδείας. Από τις καταχωρήσεις στο ανωτέρω έγγραφο σε συνδυασμό και με το προσκομιζόμενο υπ' αρ. 1102/23-6-2011 δελτίο αδείας προσωπικού προκύπτει ότι η μοναδική φορά που ο ενάγων υπέβαλε αίτημα χορηγήσεως αδείας ήταν το έτος 2011.
Ειδικότερα, με το ως άνω έγγραφο (1102/2011) ο ενάγων ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια 288 ημερών από 1-7-2011. Το ανωτέρω έγγραφο υπέγραψε ο αντιπρόεδρος της εναγομένης Μιχαήλ Χαιρέτης, ο οποίος απέρριψε το σχετικό αίτημα με την αιτιολογία "δεν μπορεί να δοθεί άδεια λόγω υποχρεώσεων του εργαζομένου". Η απόρριψη του αιτήματος χορηγήσεως αδείας φαίνεται καταχωρημένη και πρωτόκολλο χωρίς, ωστόσο να γίνεται μνεία των αιτούμενων ημερών αδείας.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν υφίστατο μεταξύ των διαδίκων ειδική συμφωνία ότι ο ενάγων ως γενικός διευθυντής της εναγομένης δικαιούται ετήσια άδεια. Και τούτο διότι, αν πράγματι υφίστατο τέτοια συμφωνία, κάθε έτος ο ενάγων θα αιτούνταν την άδεια, γεγονός που δεν έπραξε, αφού το σχετικό αίτημα και η τυχόν απόρριψή του δεν φαίνεται καταχωρημένο στο πρωτόκολλο, ούτε προσκομίζεται σχετικό έγγραφο αιτήσεως αδείας κατά τα έτη 2007, 2008, 2009, 2010.
Εξάλλου, και στην περίπτωση που υποτεθεί ότι η εναγομένη αρνείτο να του χορηγήσει την συμφωνημένη, κατά τον ισχυρισμό του ενάγοντος, άδεια επί σειρά ετών, ο ενάγων θα είχε ζητήσει από την εναγομένη την καταβολή της αποζημιώσεως αδείας, δεδομένης και της βραχυπρόθεσμης παραγραφής της (άρθρο 250 περ. 17 ΑΚ).
Επιπλέον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο ενάγων δεν έλαβε την δικαιούμενη κατά τον ισχυρισμό του συμφωνημένη άδεια αναψυχής από το έτος 2007 έως και το έτος 2011, η άδεια που αυτός δικαιούτο το ανωτέρω χρονικό διάστημα ανέρχονταν σε 100 ημέρες και όχι σε 288 ημέρες, τις οποίες φέρεται ότι αιτήθηκε. Καταδεικνύεται, συνεπώς, το αυθαίρετο της αιτήσεως του, καθώς από καμία ειδική συμφωνία, δεν θα προέκυπτε ο αριθμός των ημερών αδείας τις οποίες αιτήθηκε.
Εξάλλου, λόγω της νευραλγικής θέσεως που κατείχε ο ενάγων ήταν αδύνατον να εγκριθεί και να χορηγηθεί τόσο μεγάλη άδεια, αφού θα προέκυπτε σοβαρό πρόβλημα στην λειτουργία της εναγομένης. Περαιτέρω, ο ενάγων, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι υφίστατο ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και της εναγομένης που αφορά το δικαίωμα να λαμβάνει ετήσια άδεια αναψυχής ως Γενικός Διευθυντής, επικαλείται και προσκομίζει τα από 15/6/2012 και 5/7/2012 υπηρεσιακά σημειώματα της εναγομένης τα οποία φέρουν, αντιστοίχως, την υπογραφή του προϊσταμένου της υπηρεσίας διοικήσεως προσωπικού Ε.
Δ. (το πρώτο) και του διευθυντή Γεωργίου Γ. (το δεύτερο), στα οποία αναφέρεται ότι το υπόλοιπο της κανονικής αδείας του ενάγοντος είναι 313 ημέρες. Επί των εγγράφων αυτών πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο ανωτέρω αριθμός των ημερών αδείας αντιστοιχεί, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι είχε συμφωνηθεί να λαμβάνει ετήσια άδεια 25 ημερών, σε 12 και 1/2 έτη και όχι σε δέκα έτη που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε άδεια.
Σημειώνεται ότι ο ενάγων, παρόλο που αναφέρεται στην ύπαρξη της "ειδικής" συμφωνίας κατά τον χρόνο που αυτός ασκούσε τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή (πεντέμισι έτη περίπου), ισχυριζόμενος ότι του οφείλεται άδεια 313 ημερών, επεκτείνει την "υποτιθέμενη" συμφωνία και πέραν του χρόνου αυτού, ήτοι σε χρόνο που αυτός ήταν απλός υπάλληλος της εναγομένης, όταν δηλαδή δεν ήταν αναγκαία η κατάρτιση της ειδικής συμφωνίας.
Ειδικότερα, στο από 5-7-2012 έγγραφο, που απευθύνεται στην υπηρεσία οικονομικού της εναγομένης, ο υπογράφων αυτό διευθυντής Γ. Γ., ζητεί να υπολογιστεί η αποζημίωση του ενάγοντος βάσει των στοιχείων που παραθέτει ο ίδιος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η αναγραφή: Υπόλοιπο άδειας 313 ημέρες έως 18/6/2012.
Στο δε από 15-6-2012 υπηρεσιακό σημείωμα ο προϊστάμενος της υπηρεσίας διοικήσεως προσωπικού Δ. Ε. βεβαιώνει ότι οφείλεται στον εναγόμενο κανονική άδεια 313 ημερών, αφού ο ίδιος, όπως αναφέρει στην υπ' αρ. 659/2013 ένορκη κατάθεσή του, ήλεγξε το τηρούμενο στην υπηρεσία μητρώο του εναγομένου. Πλην όμως, το έγγραφο αυτό, δεν προσκομίζεται, ώστε να διαπιστωθεί με βεβαιότητα αν ο ενάγων έλαβε ή όχι άδεια κατά την διάρκεια της παροχής της εργασίας του στην εναγομένη.
Κρίνεται λοιπόν αφενός ότι τα ανωτέρω έγγραφα χορηγήθηκαν στον ενάγοντα από τους υπογράφοντες αυτά υφισταμένους του καθ' υπόδειξή του προκειμένου να τεκμηριώσει την ύπαρξη της επικαλούμενης συμφωνίας και συνακόλουθα και το δικαίωμα αποζημιώσεως για μη ληφθείσα άδεια, ενόψει και του γεγονότος ότι κατά τον χρόνο εκδόσεώς τους ο ενάγων είχε απαλλαγεί από τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή και είχε υποβιβαστεί σε απλό υπάλληλο με απόφαση του Δ.Σ.
της εναγομένης, γεγονός που ο ενάγων θεώρησε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του και αφετέρου ότι τα έγγραφα αυτά δεν αποτελούν αναγνώριση τόσο της υπάρξεως της επικαλούμενης από τον ενάγοντα ειδικής συμφωνίας, όσο και της οφειλής αποζημιώσεως από την μη χορήγηση ημερών αδείας εκ μέρους της εναγομένης.".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις ανωτέρω αγωγικές βάσεις περί ειδικής μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι ο αναιρεσείων ενάγων και ως Γενικός Διευθυντής της εναγομένης θα δικαιούται ετήσια άδεια και αιτιώδους αναγνώρισης της οφειλής αποζημίωσης, από τη μη χορήγηση αδείας, της εναγομένης, και εν συνεχεία την έφεση του ενάγοντος κατά τα κεφάλαιά της ως προς τα οποία αναβίωσε η εκκρεμοδικία της αναιρεθείσας απόφασης με την προαναφερόμενη αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου σε σχέση με τις ανωτέρω βάσεις της αγωγής.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, την έχουσα ισχύ πλήρους απόδειξης, δικαστική ομολογία της εναγομένης περί της υπάρξεως συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί λήψης αδείας του ενάγοντος και, σε περίπτωση μη χορήγησης αυτής, καταβολής αντίστοιχης αποζημίωσης το βραδύτερο μέχρι τον χρόνο λύσεως της εργασιακής τους σχέσης, συνισταμένης α) στην, περιεχόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις της (εναγομένης), προβολή κατά του αγωγικού δικαιώματος κυρίως και όχι επικουρικώς ενστάσεως πενταετούς παραγραφής, β) της αναφοράς στις ίδιες προτάσεις ότι "σε πάσα περίπτωση, ο αντίδικος ελάμβανε κανονικά την άδειά του χωρίς να πάρει άδεια από κανένα και χωρίς να ζητήσει ποτέ άδεια....
Μοναδική φορά που υπέβαλε αίτημα ήτο με το υπ αρ. 1102/23-6-11 Δελτίο αδείας προσωπικού" και γ) της αναφοράς στις προτάσεις της εφ' ων η προσβαλλομένη "ναι μεν ο ενάγων ως Γενικός Δ/ντής κατά τα τελευταία δέκα έτη δεν εδικαιούτο να λάβει άδεια, όπως ορθώς δέχθηκε το Δικαστήριο τούτο αφού δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά ταύτα όμως λάμβανε κανονικά την άδειά του, χωρίς να πάρει άδεια από κανένα και χωρίς να ζητήσει ποτέ τη λήψη αδείας...".
Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι η εναγομένη, δια των ανωτέρω, προέβη σε μία τέτοια δικαστική ομολογία. Από την επισκόπηση των προτάσεων της εναγομένης αναιρεσιβλήτου ενώπιον τόσο του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου όσο και του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης εφ' ων η προσβαλλόμενη απόφαση και την επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου αυτών (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) δεν προκύπτει διατύπωση ρητής δικαστικής ομολογίας αυτής για το ως άνω κρίσιμο γεγονός, ούτε συνάγεται έμμεση ομολογία της για το ίδιο γεγονός, δεδομένου ότι αντίθετα αυτή (εναγομένη) προβάλλει ειδική αμφισβήτηση περί του ότι υφίστατο ειδική μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ότι ο αναιρεσείων ενάγων (και ως Γενικός Διευθυντής της εναγομένης) θα δικαιούται ετήσια άδεια.
Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, εφόσον υπάρχει ειδική αμφισβήτηση των σχετικών των πραγματικών ισχυρισμών, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 261 ΚΠολΔ και εντεύθεν δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης την, εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, αν και τα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νόμιμα, για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τρία έγγραφα που αφορούσαν τον επί τρίμηνο αντικαταστάτη του Γενικό Δ/ντή Γ..
Γ. και συγκεκριμένα: α) το από 04.09.2012 Υπηρεσιακό Σημείωμα του νέου Γενικού Δ/ντή της ΕΑΣΗ (εναγομένης) Γ. Κ. προς την Υπηρεσία Οικονομικού με το οποίο γνωστοποιείται ότι ο Γ. Γ. δικαιούται υπόλοιπο αδείας 447 ημέρες, β) την υπ αρ. πρωτ. ΓΑ2964/ΕΓ/97/2013 αγωγή του ανωτέρω Γ. κατά της ΕΑΣΗ με την οποία εζήτησε την επιδίκαση της, κατά το ανωτέρω σημείωμα, αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας των τελευταίων 15 ετών, την οποία είχε ειδικά συμφωνήσει με την εναγομένη να λάβει κατά τον χρόνο της απόλυσή του και γ) το από 07.12.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ΕΑΣΗ και του τότε ενάγοντος ανωτέρω Δ/ντή Γ., με το οποίο κατηργήθη συμβιβαστικά η ανοιγείσα με τη παραπάνω αγωγή δίκη, με τον περιορισμό του αιτουμένου ποσού των 84.377,08 ευρώ σε 70.000 ευρώ, το οποίο και αναγνώρισε ρητώς η εργοδότριά του.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη, πλην άλλων (ανωμοτί καταθέσεις του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ένορκες βεβαιώσεις) και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης (...), και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Από τη βεβαίωση, αυτή σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος (αν και διαφορετικού σε σχέση με εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων) και τα αναφερόμενα στον λόγο αναίρεσης ανωτέρω έγγραφα (που προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο ήδη αναιρεσείων), χωρίς να είναι αναγκαίο να προβεί σε ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγησή τους.
Γ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 79/2023, 1023/2019, 1592/1018).
Δηλαδή, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 82/2023, 348/2021, 445/2019). Εξάλλου, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του.
Η ως άνω αποδεικτική δύναμη (πλήρης απόδειξη) αναφέρεται μόνο στο ότι αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου. Δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης. Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης, επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΑΠ 82/2023, 133/2022, 1218/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Η διάταξη αυτή, αναφερομένη στο υποκειμενικό βάρος απόδειξης που προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του απαιτουμένου αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, και στην κατανομή αυτού (βάρους), προϋποθέτει (η διάταξη) την έκδοση μη οριστικής (παρεμπίπτουσας) απόφασης για αποδείξεις, τέτοια, όμως, απόφαση δεν εκδίδεται στη διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 670, 671, 674 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μέχρι την 01.01.2016 πριν τη σιωπηρή κατάργησή τους από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) και ήδη περιουσιακών - εργατικών διαφορών (άρθρα 614, 621 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης, εκτιμά ελεύθερα τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους αποδείξεις και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί.
Κατά συνέπεια, στην διαδικασία αυτή δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος απόδειξης (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άνω άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ. Αντίθετα, τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 922/2022, 447/2015).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια υπό την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου για την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των προσκομισθέντων από αυτόν με επίκληση ιδιωτικών εγγράφων και συγκεκριμένα:
α) του Υπηρεσιακού Σημειώματος με χρονολογία 5-7-12 του εξουσιοδοτουμένου Δ/ντού του προσωπικού Γ.. Γ., απευθυνόμενο στην Υπηρεσία Οικονομικού στο οποίο αναγράφονταν ότι δικαιούταν άδεια (313) ημερών και β) του Υπηρεσιακού Σημειώματος με χρονολογία 15-6-12 του εξουσιοδοτημένου από το ΔΣ προϊσταμένου του διοικητικού Ε..
Δ. με τον συνημμένο πίνακα αποζημιώσεων απευθυνόμενο στον ίδιο (αναιρεσείοντα) με τη δήλωση: "Σας σημειώνομε ότι το υπόλοιπο... κανονικής αδείας είναι 313 ημέρες", το δε Εφετείο, έλαβε μεν υπόψη τα παραπάνω δύο Υπηρεσιακά Σημειώματα, όμως δεν πείσθηκε περί υπάρξεως συμφωνίας για λήψη αδείας και περί αναγνωρίσεως της αντίστοιχης οφειλής ως αποζημίωση λόγω μη χορήγησης της αδείας, έκρινε δηλαδή, αντιθέτως με το περιεχόμενο των πιο πάνω ιδιωτικών εγγράφων, από τα οποία παράγεται πλήρης, κατά το άρθρο 445 ΚΠολΔ, απόδειξη ως προς το περιεχόμενό τους.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι βασίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι τα ιδιωτικά αυτά έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς το περιεχόμενό τους, όμως για όσα ανωτέρω βεβαιώνονται στα ιδιωτικά αυτά έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 445 ΚΠολΔ και τα αναφερόμενα στην παραπάνω οικεία νομική σκέψη, επιτρέπεται ανταπόδειξη και επομένως δεν θεμελιώνεται ο ανωτέρω, εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης.
Με τον ίδιο ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, επικουρικώς προβαλλόμενο, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, με το να δεχθεί ότι "στο από 15-6-2012, υπηρεσιακό σημείωμα ο προϊστάμενος της υπηρεσίας διοικήσεως προσωπικού Δ.
Ε. βεβαιώνει ότι οφείλεται στον ενάγοντα κανονική άδεια 313 ημερών, αφού ο ίδιος, όπως αναφέρει στην υπ' αρ. 659/2013 ένορκη κατάθεσή του, ήλεγξε το τηρούμενο στην υπηρεσία μητρώο του εναγομένου. Πλην όμως, το έγγραφο αυτό, δεν προσκομίζεται, ώστε να διαπιστωθεί με βεβαιότητα αν ο ενάγων έλαβε ή όχι άδεια κατά την διάρκεια της παροχής της εργασίας του στην εναγομένη", ενώ για την απόδειξη του ισχυρισμού περί λήψεως αδείας το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως φέρει κατά νόμο (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) η εργοδότρια εναγομένη και εντεύθεν αυτή ήτο υποχρεωμένη να προσκομίσει το επίμαχο έγγραφο (μητρώο).
Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, αφού ο ενάγων ήταν εκείνος που έφερε τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των συγκροτούντων την ιστορική βάση της αγωγής του πραγματικών περιστατικών και, συνακόλουθα, τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως των ένδικων στην προκείμενη υπόθεση αξιώσεών του εκ της ύπαρξης ειδικής συμφωνίας ότι ο ίδιος, αναιρεσείων ενάγων, και ως Γενικός Διευθυντής της εναγομένης θα δικαιούται ετήσια άδεια και εκ της αιτιώδους αναγνώρισης της οφειλής αυτής της εναγομένης.
Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος, επικουρικός προβαλλόμενος, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Δ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 312/2022, 1275/2021, 434/2021, 1413/2018).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 618/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα απ' αυτόν "πράγματα" και ειδικότερα τα αναφερόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής του ότι η εναγομένη εργοδότρια υποσχόταν στους εργαζομένους και στον ίδιο υπό όλες τις ιδιότητές του ότι θα καταβάλει την οφειλομένη αποζημίωση για την κατά το παρελθόν μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια το βραδύτερο κατά τον χρόνο απολύσεώς τους, με βάση δε τη τακτική αυτή της εναγομένης που αποδέχθηκε ο ίδιος τόσο ως υπάλληλος όσο και ως Γενικός Δ/ντής, εδικαιούτο κατά την απόλυση του την αποζημίωση για τη μη λήψη αδείας που τα όργανα της εναγομένης προσδιόρισαν σε 90.035,20 ευρώ.
Ο λόγος όμως αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν (στο ανωτέρω υπό στοιχείο Β τμήμα) περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων, και σε κάθε περίπτωση διαφορετικών, από εκείνα που συγκροτούν τους ισχυρισμούς αυτούς.
Ε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018, 1/1999, ΑΠ 844/2022, 473/2022).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, 8/2018, 15/2006, ΑΠ 473/2022). Περαιτέρω, είναι δυνατόν, στα πλαίσια της καθιερωμένης με το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερίας των συμβάσεων, να συμφωνηθεί ειδικά ότι ο διευθύνων υπάλληλος δικαιούται ετήσια άδεια και τις αντίστοιχες αποδοχές, (που, άλλως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της κυρωθείσας με το ν. 2269/1920 Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσινγκτον, λόγω της ως άνω ιδιότητός του ως διευθύνοντος υπαλλήλου, δεν θα δικαιούνταν), καθώς και να αναγνωριστεί τέτοια υποχρέωση του εργοδότη, η αναγνώριση δε αυτή, εάν αναφέρεται σε ορισμένη αιτία, δεν υπόκειται, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 873 ΑΚ, σε ορισμένο τύπο (ΑΠ 447/2015).
Στη προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση καθώς έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκριμένα:
α) δεν εκτίθεται εάν έλαβε (ο αναιρεσείων ενάγων) κανονική άδεια ή την αντίστοιχη αποζημίωση για τα έτη πριν και μετά την 15.02.2007 (οπότε και προήχθη στο βαθμό του Γενικού Διευθυντή) ήτοι τα τελευταία δέκα έτη και αν όχι γιατί, β) δεν εξηγείται με σαφήνεια αν οι αναγραφόμενες στα Υπηρεσιακά Σημειώματα του Δ/ντού διοικητικού Γ..
Γ. και του Προϊσταμένου προσωπικού Ε.. Δ. ως και το υπ' αρ. 1102/23-6-2011 δελτίο αδείας προσωπικού που φέρει την υπογραφή του εκπροσώπου της εναγομένης Μ.. Χ. ήτοι οι (288) ή (313) ημέρες μη χορηγηθείσης αδείας και η αναγραφομένη συνολική αποζημίωση εξ ευρώ 90.035,20 ευρώ ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα και αν όχι γιατί, και γ) δεν εξηγείται γιατί το Εφετείο δεν πείσθηκε από το αναφερόμενο Υπηρεσιακό Σημείωμα του προϊσταμένου προσωπικού Ε..
Δ. καθεαυτό (όπου βεβαιώνει ότι του οφείλεται κανονική άδεια 313 ημερών), το περιεχόμενο του οποίου επιβεβαίωσε ως αληθές με αναφορά στο τηρούμενο Μητρώο, στην αναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του, αλλά αξίωσε τη προσκομιδή του εν λόγω μητρώου. Όμως από τις προπαρατιθέμενες (στο ανωτέρω υπό στοιχείο Β τμήμα) παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ για ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον περιέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα (βάσεις της αγωγής) περί ι) "ειδικής συμφωνίας" μεταξύ των διαδίκων ότι ο αναιρεσείων ενάγων και ως Γενικός Διευθυντής της εναγομένης θα δικαιούται ετήσια άδεια (361 ΑΚ) και ιι) "αιτιώδους αναγνώρισης" της οφειλής της εναγομένης εκ της μη λήψης αδείας του ενάγοντος (361 και 873 ΑΚ) και με βάση τις οποίες (αιτιολογίες), ως κατά νόμο αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί απόρριψης αυτών (ως άνω αγωγικών βάσεων), οι δε ανωτέρω επικαλούμενες, στον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, αιτιάσεις αναφέρονται σε ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος περί απόρριψης των ανωτέρω βάσεων της αγωγής, ενώ αυτό διατυπώνεται πλήρως και σαφώς στην απόφαση, και δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθούν περαιτέρω περιστατικά για τη θεμελίωσή του και επομένως δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθώς, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί ανεπάρκειας αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος με το οποίο γίνεται επίκληση ύπαρξης αντιφατικότητας στις αιτιολογίες χωρίς να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, είναι αόριστος και απορριπτέος (ΟλΑΠ 25/2005, ΑΠ 1814/2017).
ΣΤ. Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 05.04.2021 και με αριθμό κατάθεσης 3/09.04.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμόν 112/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης,
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ