Legislator Case Law & Legislation
697/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against First Instance ruling on debt restructuring under Law 3869/2010.

Case Number 697/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's final decision regarding a debt restructuring request under Law 3869/2010. The appellant argued that the lower court erred by requiring specific factual elements not mandated by the statute for the application of the debt relief system. The court held that the First Instance Court violated substantive law by demanding unnecessary documentation and incorrectly dismissed the appeal as inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 paragraph 1 of Law 3869/2010; Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure: The requirement for a debtor to fall into permanent insolvency without fraud is a substantive condition; the lower court cannot demand additional factual elements not required by law to establish this condition, and an appeal based on such error is admissible.

Keywords

AI generated
debt restructuring Law 3869/2010 permanent insolvency fraudulent intent admissibility of appeal substantive law violation debt relief system

Cited Legislation

AI generated
Article 1 paragraph 1 of Law 3869/2010
535 § 1 ΚΠολΔ), πρέπει, ενόψει των ανωτέρω, να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη...".
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 739 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 3 paragraph 2 of Law 3869/2010
Article 85 st. A' ed. 1 of Law 3996/2011
Article 20 paragraph 15 of Law 4019/2011
Article 535 section 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 ed. b' of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 697 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 697/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Θ. – Γ. του Α., κατοίκου ……………., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Λυδία Δράμπα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "……..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Χαριάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 489/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7080/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18-2-2019 και με αριθμ. καταθ. 16012/2019 αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ` αριθμ. 7080/2018 οριστικής απόφασης, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ, άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 3869/2010), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο, την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ.

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών.

Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου υποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου 3869/2010, για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ιδίου και του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση, τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Προκειμένου δε περί αοριστίας της αγωγής, ελέγχεται, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λόγου, μόνο η "νομική αοριστία", δηλαδή εκείνη, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή αντίθετα αρκέστηκε σε ολιγότερα των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΑΠ 213/2018, ΑΠ 220/2012).

Στην κρινόμενη υπόθεση με τον περιεχόμενο στην υπό κρίση αίτηση μοναδικό λόγο αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε, ως αόριστη, την από 21-2-2014 (αριθμ. καταθ. 305/2014) αίτηση του άρθρου 4 ν. 3869/2010, επειδή, κατά τις παραδοχές της, η αναιρεσείουσα δεν ανέφερε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ενώ στο δικόγραφο της αίτησής της αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω κανόνων δικαίου, στους οποίους στηρίζεται το αίτημά της για τη ρύθμιση των οφειλών της και την απαλλαγή της από αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, το δε δικαστήριο ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί, για την κρίση του περί του ορισμένου της ένδικης αίτησής της.

Εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ερευνώμενου ως άνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι με την από 21-2-2014 αίτησή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, η αναιρεσείουσα ζήτησε, επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών αυτής προς τους διαλαμβανόμενους στην αίτηση πιστωτές της, αφενός τη ρύθμιση των χρεών αυτών, κατά το Ν. 3869/2010, προς το σκοπό της απαλλαγής της απ' αυτά και αφετέρου, την εξαίρεση από την εκποίηση του ακινήτου της που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που αυτή υπέβαλε, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή της κατάσταση.

Το Ειρηνοδικείο Κρωπίας με την υπ' αριθμ. 489/2015 απόφασή του, δέχθηκε την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και εξαίρεσε την πρώτη κατοικία της από την εκποίηση. Κατά της απόφασης αυτής, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν εφέσεις, ζητώντας την εξαφάνιση, άλλως μεταρρύθμιση της παραπάνω απόφασης, ώστε ν' απορριφθεί η από 21-2-2014 αίτηση.

Επί των εφέσεων αυτών που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7080/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού τις έκανε δεκτές, εξαφάνισε τη με αριθμό 489/2015 οριστική απόφασή του Ειρηνοδικείου Κρωπίας κι απέρριψε την αίτηση. Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάσαν ως Εφετείο, τις από 5-1-2016 και 7-1-2016 εφέσεις του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 7080/2018 απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, αναφορικά με το περιεχόμενο της ένδικης αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κρωπίας τα ακόλουθα, τα οποία προκύπτουν και από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής (αίτησης) και συγκεκριμένα: "Με την υπ' αρ.

κατ. 305/2014 αίτησή της η αιτούσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη αμφοτέρων των εφέσεων, ισχυρίστηκε ότι είναι συνταξιούχος Δημοσίου με μηνιαίο εισόδημα 1.357,85 ευρώ, ενώ λαμβάνει και από εκμισθώσεις ακινήτων το μηνιαίο ποσό των 600 ευρώ. Ότι ο σύζυγός της, συνταξιούχος ομοίως του Δημοσίου, λαμβάνει σύνταξη ύψους 1.253,91 ευρώ.

Ότι η ίδια έχει στην κυριότητά της πέντε ακίνητα και δη: α) διαμέρισμα στη Βούλα Αττικής, επιφάνειας 47,81 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 139.413,96 ευρώ, β) διαμέρισμα στη Νίκαια Πειραιώς, επιφάνειας 39,69 τ.μ. αντικειμενικής αξίας 22.113 ευρώ, γ) διαμέρισμα στη Νίκαια Πειραιώς, επιφάνειας 95,69 τ.μ. αντικειμενικής αξίας 23.814 ευρώ, δ) διαμέρισμα στη Νίκαια Πειραιώς, επιφάνειας 95,69 τ.μ.

αντικειμενικής αξίας 85.432,73 ευρώ και ε) διαμέρισμα στη Νίκαια Πειραιώς, επιφάνειας 57,66 τ.μ. αντικειμενικής αξίας 18.522 ευρώ, ενώ διαθέτει και ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής OPEL AGILA, έτους κυκλοφορίας 2001, αξίας 2.000 ευρώ. Ότι εξαιτίας σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει η εγγονή της..., η ίδια μπήκε εγγυήτρια σε δύο δάνεια που έλαβε η κόρη της και ο γαμπρός της από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ αργότερα για τον ίδιο ως άνω λόγο, για να βοηθήσει δηλαδή στις θεραπείες της εγγονής της, έλαβε και η ίδια δύο δάνεια από την Εθνική Τράπεζα και ένα από το ΤΠΔ.

Ότι οι οφειλές από τα ως άνω δάνεια... ανέρχονται πλέον στο συνολικό ποσό των 185.698,27 ευρώ. Ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων ως άνω χρηματικών οφειλών της για το λόγο ότι: α) έχε αυξημένες οικονομικά καθημερινές ανάγκες, τις οποίες προσδιορίζει στο ποσό των 2.500 ευρώ μηνιαίως, β) έχει μειωθεί δραστικά το εισόδημά της, γ) η θυγατέρα της που είναι πρωτοφειλέτρια σε δύο από τα ανωτέρω δάνεια έχει υποβάλλει αίτηση κατ' άρθρο 4 Ν. 3869/2010 και δ) υφίσταται στη χώρα σοβαρή οικονομική κρίση.

Για τους ανωτέρω λόγους ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών της από το Δικαστήριο κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 κατά το προτεινόμενο εξ' αυτής σχέδιο..., καθώς και να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο και δη το υπό ανωτέρω στ. α ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της οικογένειάς της...".

Το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε την αίτηση απορριπτέα ως αόριστη δεχόμενο τα εξής: "Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αίτηση κρίνεται αόριστη καθώς δεν αναφέρονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ή αναφέρονται κατά τρόπο ασαφή και αντιφατικό τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία οδήγησαν στην μεταβολή των συνθηκών και των οικονομικών - εισοδηματικών δεδομένων της αιτούσας που να δικαιολογούν την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις που οδήγησαν σε αδυναμία πληρωμής, αλλά και ο λόγος για τον οποίον, παρά τα εισοδήματα και την ακίνητη περιουσία που αναφέρει στην αίτηση και που ακόμα διαθέτει, αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.

Πιο συγκεκριμένα η αιτούσα δεν αναφέρει στην αίτησή της αν και όφειλε: α) ποιες ημερομηνίες αναλήφθηκαν οι δανειακές υποχρεώσεις και για ποια ποσά η καθεμία, β) για πόσο χρονικό διάστημα ήταν ενήμερη και κατέβαλε τις δόσεις των δανείων και ποιες ήταν αυτές οι μηνιαίες δόσεις που κατέβαλλε, έτσι ώστε να δύναται το Δικαστήριο να κρίνει αλλά και οι αντίδικοι να αμυνθούν σχετικά με το αν το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα των 3.211,76 ευρώ που επικαλείται αρκεί ή όχι για την αποπλήρωση αυτών, γ) πότε το σύνολο των ως άνω δανείων -πέραν δύο δανείων όπου αναφέρεται η σχετική ημερομηνία- κατέστη ληξιπρόθεσμο.

Επίσης, πέραν από το γεγονός της αναφερόμενης μείωσης εισοδημάτων και γενικότερης οικονομικής κρίσης που αναφέρονται επιγραμματικά, οι έτεροι λόγοι στους οποίους η αιτούσα στοιχειοθετεί την περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμής είναι ασαφείς. Ειδικότερα αυτή επκαλείται ως τέτοιον λόγο τις αυξημένες καθημερινές οικονομικές της ανάγκες, τις οποίες προσδιορίζει σε ποσό 2.500 ευρώ μηνιαίως, υπολογίζοντας όμως σε αυτές και φορολογικές υποχρεώσεις των ετών 2012 και 2013 που (ανεξάρτητα ή όχι αν ανέρχονται στα μηνιαία ποσά που επικαλείται με την αίτησή της) αφορούν συγκεκριμένα έξοδα τα οποία δε θα υφίστανται στο μέλλον ή θα υφίστανται ως φορολογικές υποχρεώσεις επομένων ετών σε πολύ μικρότερο βαθμό λόγω των επικαλούμενων μειωμένων εισοδημάτων της, ενώ ουδόλως υπολογίζει σε αυτές τις δαπάνες δόσεις δανείων, ή τυχόν δαπάνες για τη βοήθεια στη θεραπεία της εγγονής της, για την οποία θεραπεία και πρωτοδημιούργησε τα χρέη, όπως υποστηρίζει.

Επίσης, ως λόγο περιέλευσης σε κατάστασης αδυναμίας πληρωμών επικαλείται την υποβολή αίτησης για υπαγωγή στο νόμο 3869/2010 από την κόρη της, η οποία είναι πρωτοφειλέτρια σε δύο από τα ως άνω δάνεια, χωρίς να αναφέρεται η έκβαση της εν λόγω αίτησης. Τέλος, η αιτούσα ζητεί την εξαίρεση από την εκποίηση του υπό ανωτέρω στ.

α, διαμερίσματος ως πρώτης και κυρίας κατοικίας της και δη του διαμερίσματος στην Βάρη Αττικής επιφάνειας 47,81 τ.μ., ενώ στην αίτηση αναφέρει ρητά ότι δεν κατοικεί σε αυτό, αλλά σε διαμέρισμα κυριότητας του υιού της, επιφάνειας 48,55 τ.μ. Λόγω των ανωτέρω αοριστιών... και λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά...

εν προκειμένω αιτούσας με υψηλά (άνω των 3.000 ευρώ) οικογενειακά εισοδήματα, αλλά και με πέντε ακίνητα στην ιδιοκτησία της, συνολικής αντικειμενικής αξίας 289.295,69 ευρώ, το Δικαστήριο..., βρίσκεται σε αδυναμία να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στις ανάλογες διατάξεις του νόμου και ειδικότερα δεν μπορεί να έχει σαφή και πλήρη εικόνα των πραγματικών δυνατοτήτων της αιτούσας σε σχέση με τις οφειλές της, έτσι ώστε να δύνανται και οι πιστωτές της, να προτείνουν τυχόν δόλο της αντιδίκου τους κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, λαμβάνοντας υπόψη και ότι ο επικαλούμενος από αυτήν λόγος λήψης ως πρωτοφειλέτριας τριών εκ των πέντε δανείων είναι διάφορος (βοήθεια στη θεραπεία της εγγονής της) από τον λόγο για τον οποίον πραγματικά φέρεται, σύμφωνα πάντα με την αγωγή, να δόθηκαν τα τρία ως άνω δάνεια (στεγαστικά δάνεια και δάνειο επισκευών).

Έσφαλε λοιπόν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ως ορισμένη την ως άνω αίτηση... Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια, διακρατουμένης και εκδκαζομένης της υποθέσεως από το Δικαστήριο τούτο (βλ. άρθρ. 535 § 1 ΚΠολΔ), πρέπει, ενόψει των ανωτέρω, να απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη...".

Έτσι όμως που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αξιώνοντας για τη νομική θεμελίωση της ένδικης αίτησης της αναιρεσείουσας περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί προς τούτο ο νόμος, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αφού, ενόψει του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου αυτού και εκείνων του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, για το ορισμένο της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 δεν απαιτείται να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα παραπάνω στοιχεία, ούτε αυτά συνιστούν προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του συγκεκριμένου νόμου (άρθρο 1 ν. 3869/2010, και άρα δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην ως άνω αίτηση της αναιρεσείουσας.

Επομένως, ο προαναφερόμενος μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013.

Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 παρ. 4 του Κ

ΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε απ' αυτήν, με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑΧΔΙΚ, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 16012/25/19-02-2019 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης που συντάχθηκε από την Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα ορισθεί, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7080/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση. Και Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτήν. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ