Supreme Court allows appeal against contract termination due to insufficient reasoning on contractor's intent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision to terminate a construction contract. The appellant argued the lower court failed to properly reason why the contractor's actions constituted termination rather than breach. The court found the lower court's reasoning insufficient because it ignored facts proving the appellant intended to terminate the contract due to financial difficulties, not just breach. Consequently, the appeal was granted, the case remitted for retrial, and the losing party was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 686 of the Civil Code: An appeal based on insufficient reasoning is admissible when the lower court fails to adequately explain why specific facts justify a legal conclusion, such as distinguishing between contract termination and breach of contract based on the parties' true intent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 697 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 697/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Σ. , κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σφακιωτάκη. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ηλιόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-11-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκή αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999, Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 1442/2017).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 686 ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεση του έργου, στο σύνολο της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη.
Όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη, με την οποία προβλέπεται η δυνατότητα αναμείξεως και εποπτείας του εργοδότη κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως και μέχρις αποπερατώσεως του συμφωνηθέντος έργου, χάριν ελέγχου της πορείας της εκτελέσεως αυτού και προλήψεως της μη έγκαιρης ή προσήκουσας εκτελέσεως αυτού και εξειδικεύονται και επεκτείνονται οι αρχές των άρθρων 683 και 685 ΑΚ, για την άσκηση υπαναχωρήσεως από τον εργοδότη, κατ' εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 686 εδ.
α; ΑΚ), δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383επομ. ΑΚ, διότι πρόκειται για νόμιμη υπαναχώρηση, που παρέχεται ευθέως από το νόμο, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 389 έως 396 ΑΚ (ΑΠ 652/2008). Με την υπαναχώρηση, η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά και επέρχονται οι συνέπειες, που ορίζονται στο άρθρο 389 παρ. 2 ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν.
Στην περίπτωση που εκτελέστηκε ένα μόνο μέρος του έργου, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον να υπαναχωρήσει μόνο σε σχέση με το τμήμα του έργου, που δεν έχει εκτελεστεί κατά το χρόνο της υπαναχώρησης, οφείλοντας στην περίπτωση αυτή μόνο αντίστοιχη αμοιβή για τις εργασίες, που μέχρι το χρόνο εκείνο εκτελέστηκαν.
Η υπαναχώρηση αυτή ενεργεί στην πραγματικότητα ως καταγγελία της σύμβασης, αφού ισχύει για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου, που εκτελέστηκε μέχρι την άσκησή της (ΑΠ 1376/2012, ΑΠ 1495/2011, ΑΠ 1035/2010). Δεν αποτελεί, όμως, καταγγελία η δήλωση του εργοδότη, που τείνει στη λύση της σύμβασης, όταν επικαλείται αντισυμβατική συμπεριφορά του εργολάβου.
Στη σχετική δήλωση υπαναχώρησης, πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι της, όχι μόνο για να μπορέσει ο εργολάβος να αμυνθεί, αλλά και για να μην προκύψει σύγχυση σχετικά με το αν πρόκειται για την υπαναχώρηση του άρθρου 686 εδ. α' ΑΚ ή για την καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ. Περαιτέρω, επί συμβάσεως έργου, ο εργοδότης έχει κατά το άρθρο 700 ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει, οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή.
Η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί υπαναχωρήσεως κατά το εδ. α' του άρθρου 686 του ΑΚ ή καταγγελίας κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή. Ο εργοδότης, που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος, αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυριστεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε, σύμφωνα με το άρθρο 686 εδ.
α' του ΑΚ ή αναλόγως κατά τα άρθρα 383-385 ΑΚ και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή της αμοιβής στον εργολάβο, εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, αποτελεί υπαναχώρηση ή καταγγελία, η κρίση του όμως ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 358/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, κατά το μέρος, που ενδιαφέρει, την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".....Με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του έργου η 1.7.2007, ημερομηνία ολοκλήρωσης υποχρεωτικών εργασιών μέχρι τον Απρίλιο του 2008 και καταληκτική ημερομηνία παράδοσης η 30.6.2008... Στα μέσα Μαρτίου του 2008 η εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) ζήτησε από τον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσίβλητο) την οριστική παύση των εργασιών και την απομάκρυνση των συνεργείων του. Μέχρι τον ανωτέρω χρόνο απέμεναν η ολοκλήρωση της ηλεκτρικής εγκατάστασης, η θέρμανση, τα υδραυλικά,....Από τον Ιούλιο του 2010....και μετά προσέλαβε άλλους εργολάβους, οι οποίοι σταδιακά ολοκλήρωσαν την οικοδομή....Η ορισθείσα από το ΤΕΕ πραγματογνώμονας Β. Κ., αρχιτέκτονας μηχανικός, μετά από αυτοψίες, που διενήργησε στις 25.09.2011 και 26.09.2011, στην ανεγειρόμενη οικοδομή, διαπίστωσε: "...
α) Η κεντρική βόρεια βεράντα δεν έχει θεμελιωθεί επαρκώς, δεν υπάρχει πέδιλο να την στηρίξει, όπως προβλέπει η στατική μελέτη, με αποτέλεσμα να λειτουργεί ως πακτωμένος πρόβολος με ανισομερή κατανομή φορτίων λόγω του βάρους των πέτρινων κολονών στο βόρειο άκρο του και του βάρους της στέγης. Λόγω στρέψης και κάμψης τείνει να κινηθεί προς τα κάτω παρασύροντας και αποσπώντας τις πέτρινες κολόνες και τη στέγη από το βόρειο τοίχο το σαλονιού. Στα παραπάνω φαινόμενα, οφείλονται οι μεγάλες ρωγμές ανάμεσα στα πλαϊνά στοιχεία της βεράντας και το βόρειο τοίχο της κατοικίας,
β) Μερικές από τις αψίδες της παραπάνω υπόστυλης βεράντας έχουν ξεκλειδώσει, παρατηρούνται ρωγμές δίπλα στο κλειδί της κάθε αψίδας (κεντρική πέτρα, πάνω στον άξονα της συμμετρίας). Το γεγονός οφείλεται στην κίνηση ολόκληρης της βεράντας που περιγράφηκε παραπάνω,
γ)Στην κεντρική βόρεια βεράντα το πρώτο από ανατολάς προς δυσμάς υποστύλωμα είναι μεγαλύτερο σε μέγεθος από τα υπόλοιπα,
δ) Η ανατολική βεράντα δεν στεγάζεται από μονόριχτη στέγη με επικάλυψη κεραμιδιών και φέροντα οργανισμό από ξύλο, όπως προβλέπεται στην οικοδομική άδεια,
ε) Δεν υπάρχει κατασκευασμένη η εσωτερική, ανατολικά του σαλονιού και δίπλα στη σκάλα υπογείου, πέτρινη αψίδα,
στ) Κάποιοι από τους γωνιόλιθους τόσο των εσωτερικών όσο και των εξωτερικών των αψίδων παρουσιάζουν σημειακά ελαττώματα (μικρά χτυπήματα), χωρίς όμως να υπάρχουν ρωγμές. Μόνο το δεύτερο θα τους καθιστούσε στατικά επικίνδυνους,
ζ) Πάνω από το χώρο του βεστιαρίου του ξενώνα (ντουλάπες) δεν έχει καλυφθεί η υψομετρική διαφορά ως τη στέγη, ενώ το σχέδιο της τομής της οικοδομικής άδειας παρουσιάζει κάλυψη του με μονό δρομικό τοίχο,
η) Στον υπόγειο χώρο υπάρχουν σημάδια υγρασίας στους τοίχους σε μικρή όμως έκταση και
θ) Στα ζευκτά της τετράριχτης στέγης του σαλονιού αφαιρέθηκε ο μεταλλικός προεντατήρας που αρχικά είχε τοποθετηθεί από τα συνεργεία του Μ. (ενάγοντος) κατά προφορική δήλωση της κ. S., με αποτέλεσμα σήμερα τα ζευκτά να μην συνδέονται και αν είναι ευάλωτα κατά την κίνηση τους σε μια ενδεχόμενη σεισμική δόνηση.... "Οι εργασίες, που απέμεναν να εκτελεστούν στην οικοδομή κατά τον ως άνω χρόνο απαιτούσαν χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών περίπου....
Επομένως, υπήρχε αρκετό χρονικό διάστημα για να ολοκληρωθεί και να παραδοθεί η οικοδομή στις 30.06.2008, που κατά την έγγραφη συμφωνία των διαδίκων, ήταν η "καταλυτική" ημερομηνία παράδοσης και άρα δεν υπήρχε επιβράδυνση των εργασιών, σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι ήταν αδύνατη η έγκαιρη περάτωση του έργου.
Όσον αφορά δε στις επικαλούμενες πλημμέλειες ή κακοτεχνίες, που διαπίστωσε η πραγματογνώμονας, λεκτέα τα εξής: Με εξαίρεση το πρόβλημα που εμφανίστηκε στη βόρεια βεράντα, όλες οι άλλες πλημμέλειες, όπως αναφέρει η πραγματογνώμονας στην έκθεση της, χαρακτηρίζονται επουσιώδεις - οι οποίες πάντως παρέχουν στον εργοδότη (εν προκειμένω στην εναγομένη) μόνο τις αξιώσεις του άρθρου 688 ΑΚ και όχι το δικαίωμα της υπαναχώρησης ...Το πρόβλημα της μη υποστύλωσης της βόρειας κεντρικής βεράντας μόνον αυτό κρίνεται από την ανωτέρω πραγματογνώμονα ουσιώδες, η υποστύλωση της οποίας και η κοστολόγηση της απαιτεί εμπεριστατωμένη στατική μελέτη.
Κατά το χρόνο όμως, που η εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα να σταματήσει τις οικοδομικές εργασίες και να αποχωρήσει από το έργο, το πρόβλημα αυτό ούτε είχε εμφανιστεί, ούτε μπορούσε να είχε τότε διαπιστωθεί από την εναγομένη, επομένως δεν μπορούσε να είχε αποτελέσει λόγο υπαναχώρησής της από τη σύμβαση...
Αντίθετα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δήλωσή της εναγομένης, με την οποία ζήτησε το Μάρτιο του 2008 τη διακοπή των εργασιών και την αποχώρηση του ενάγοντος από το έργο....είχε το χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης, κατ' άρθρο 700 ΑΚ και μάλιστα λόγω οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε. Στην κρίση αυτή το Δικαστήριο άγεται από τα εξής στοιχεία:
1) .....
2)....η εναγομένη το Μάρτιο του 2008 επισκέφθηκε το χώρο της οικοδομής και εμπόδισε τα συνεργεία να συνεχίσουν να εργάζονται και ακολούθως ότι, παρουσία της δικηγόρου της, δήλωσε ότι θέλει να σταματήσει τη συνέχεια της οικοδομής λόγω οικονομικών δυσκολιών και ότι δεν πρόκειται να του δώσει (του ενάγοντος) τα χρήματα των εργασιών που είχε ήδη εκτελέσει...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 686 εδ. α' ΑΚ για την έγκυρη υπαναχώρηση της εναγομένης- αναιρεσείουσας εργοδότριας από την ένδικη σύμβαση έργου και ότι η σχετική από 17.3.2008 άτυπη (προφορική) δήλωσή της, με την οποία ζήτησε τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών και την αποχώρηση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου εργολάβου από το έργο, ερμηνευόμενη κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, όπως απαιτεί η καλή πίστη, ενόψει και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αλλά με σκοπό την ανεύρεση της αληθινής θέλησης των συμβαλλομένων, καθόσον διαπίστωσε την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς τη δήλωση βουλήσεως της εργοδότριας, έκρινε ότι η ως άνω δήλωση είχε τον χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης κατ' άρθρο 700 ΑΚ και μάλιστα λόγω οικονομικών δυσχερειών που αυτή αντιμετώπιζε, δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε τη με αριθμό 99/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που είχε απορρίψει στην ουσία της την από 25.2.2009 αγωγή του και στη συνέχεια, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή αυτή και επιδίκασε στον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο το ποσό των 48,060 ευρώ νομιμοτόκως, ως υπόλοιπο της συμφωνημένης αμοιβής του, αφαιρουμένων των δαπανών που αυτός εξοικονόμησε από τη ματαίωση της σύμβασης.
Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, όμως, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα της δήλωσης βούλησης της εναγομένης- αναιρεσείουσας εργοδότριας, ως έγκυρης υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου, σύμφωνα με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 686 εδ.
α' ΑΚ, ή ως καταγγελία της σύμβασης αυτής κατά τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ όπως έκρινε το Εφετείο, στηρίζοντας την κρίση του σε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων. Ειδικότερα: το Εφεείο δέχθηκε ότι με τον όρο 6.1 του από 30.6.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, η ένδικη σύμβαση έργου, ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του έργου η 1.7.2007, ημερομηνία ολοκλήρωσης υποχρεωτικών εργασιών μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2008 και καταλυτική ημερομηνία παράδοσης του έργου η 30.6.2008 και ακόμη ότι, μέχρι την 17.3.2008, που η εναγομένη - αναιρεσείουσα εργοδότρια ζήτησε από τον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο την οριστική παύση των εργασιών και την απομάκρυνση των συνεργείων του, δήλωση που κατά το Εφετείο ενείχε καταγγελία της σύμβασης κατ' άρθρο 700 ΑΚ, απέμεναν, ως εργασίες, η ολοκλήρωση της ηλεκτρικής εγκατάστασης, η θέρμανση, τα υδραυλικά, τα πλακάκια, η τοποθέτηση των ειδών υγιεινής, η κατασκευή του τζακιού, η τοποθέτηση εξωτερικών (αλουμίνια) και εσωτερικών (ξύλινα) κουφωμάτων και οι χρωματισμοί, εργασίες οι οποίες, μη χαρακτηριζόμενες ως μη υποχρεωτικές, με την προσβαλλόμενη απόφαση, και θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν εντός τεσσάρων μηνών περίπου, μέχρι το τέλος Ιουνίου 2008, που ήταν η καταλυτική ημερομηνία παράδοσης του έργου.
Ωστόσο, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχει αιτιολογίες αν στον παραπάνω 6.1 όρο του συμφωνητικού, ή σε άλλο συναφή όρο αυτού, οι διάδικοι εξάρτησαν και ποιες τυχόν έννομες συνέπειες από την παρέλευση άπρακτης της ημεροχρονολογίας του τέλους Απριλίου 2008, που είχε οριστεί συμβατικά για την ολοκλήρωση των υποχρεωτικών εργασιών.
Δεν αιτιολογεί, εξάλλου, καθόλου η απόφαση, γιατί η εργοδότης στερείτο του δικαιώματος της νόμιμης υπαναχώρησης στις 17.3.2008, ενώ κατά τις παραδοχές της οι υπολειπόμενες εργασίες απαιτούσαν χρόνο περίπου τεσσάρων (4) μηνών και άρα δεν μπορούσαν να περατωθούν μέχρι τέλος Απριλίου 2008, ούτε έστω μέχρι τέλος Ιουνίου 2008, που ήταν η καταλυτική ημερομηνία παραδόσεως του έργου, δικαίωμα που θα μπορούσε να ασκήσει και ανεξαρτήτως των ελαττωμάτων του έργου, επουσιωδών και ουσιώδους (υποστήλωση της βόρειας κεντρικής βεράντας), πέραν του ότι δεν ατιολογείται επαρκώς και η κρίση του Εφετείου ότι το ουσιώδες αυτό ελάττωμα δεν είχε εμφανιστεί κατά το χρόνο που η αναιρεσείουσα ζήτησε από τον αναιρεσίβλητο να σταματήσει τις οικοδομικές εργασίες.
Περαιτέρω ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η δήλωση της εναγομένης - αναιρεσείουσας να αποχωρήσει ο ενάγων- αναιρεσίβλητος και τα συνεργεία του είχε το χαρακτήρα καταγγελίας της σύμβασης έργου, εξαιτίας οικονομικών δυσχερειών που αυτή αντιμετώπιζε, δεν αιτιολογεί επαρκώς, γιατί, δεδομένης της αδυναμίας περάτωσης των υποχρεωτικών εργασιών εντός του συμβατικού χρόνου, έως το τέλος Απριλίου 2008, ενόψει δε και των πραγματικών ελαττωμάτων του έργου, η βούληση της εναγομένης - αναιρεσείουσας στις 17.3.2008 δεν ήταν να ασκήσει το δικαίωμα της νόμιμης υπαναχώρησης του άρθρου 686 εδ.
α' ΑΚ, αλλά το δικαίωμα καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ με επαχθέστερες γι' αυτήν συνέπειες. Τέλος, διαλαμβάνει ως ιδιαίτερες αιτιολογίες για την αληθινή βούληση της εναγομένης - αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή θέλησε την καταγγελία της σύμβασης έργου, λόγω οικονομικών δυσχερειών, το γεγονός ότι αυτή έκανε επανέναρξη των οικοδομικών εργασιών τον Ιούλιο του έτους 2010, ότι το Σεπτέμβριο του έτους 2011 υπολείπονταν βασικές εργασίες για τη λειτουργικότητα της κατοικίας της εναγομένης - αναιρεσείουσας, επίσης δε ότι, τον Απρίλιο του έτους 2015 ο περιβάλλων χώρος της οικοδομής παρέμενε εντελώς αδιαμόρφωτος.
Οι αιτιολογίες, όμως, αυτές είναι εντελώς ανεπαρκείς προς συναγωγή της αληθινής βούλησης της εναγομένης, διότι αφορούν γεγονότα, σε χρόνο πολύ μετά τη λύση της σύμβασης έργου με τον ενάγοντα - αναιρεσίβλητο. Επομένως, είναι βάσιμος ο 3ος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής.
Συνακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση , αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.
Για την άρση ή την κατάπτωση της εγγυοδοσίας, αποφαίνεται το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ακόμη και αν δεν είχε το ίδιο διατάξει την εγγυοδοσία (άρθ. 168 Κ.Πολ.Δ., Α.Π. 375/1997). Επομένως, το σχετικό με τις προτάσεις υποβαλλόμενο αίτημα της αναιρεσείουσας περί επιστροφής της υπ' αριθμ. 4897027699 εγγυητικής επιστολής ποσού 1000 ευρώ, απορριπτέο κρίνεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 63/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Χανίων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτήν και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Απορρίπτει το αίτημα αποδόσεως της εγγυητικής επιστολής στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ