Supreme Court allows appeal on insufficient reasoning but dismisses arguments regarding inadmissible substantive issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding insufficient and contradictory reasoning in the lower court's decision. The court found that the lower court failed to provide adequate justification for rejecting the appellant's claims on substantive legal grounds. However, the court dismissed arguments alleging violations of inadmissible substantive presumptions, ruling them inadmissible as they targeted non-appealable facts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1), 559(19) KPolD; An appeal is admissible if the decision lacks legal basis due to insufficient or contradictory reasoning on matters affecting the case outcome, but inadmissible if it challenges substantive presumptions not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 697 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 697/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαρό και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Διονυσίου Καραλή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκε η απόφαση 6313/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου την οποία προσέβαλαν αμφότεροι οι διάδικοι και αφού συνεκδικάσθηκαν οι εφέσεις, εκδόθηκε η 404/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2015 αίτησή της και τους από 14-10-2016 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 4-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και δευτέρου λόγων αναίρεσης, την παραδοχή του πρώτου λόγου των πρόσθετων λόγων ως προς το πρώτο και δεύτερο σκέλος του και την παραδοχή του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης ως προς το τρίτο σκέλος του, την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και την απόρριψη των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 325, 329, 353 και 656 του ΑΚ, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να επισχέσει την παροχή που οφείλει στον εργοδότη, δηλαδή να αρνηθεί να εκτελέσει την εργασία που συμφώνησαν να του παρέχει, για να εξασφαλίσει την ικανοποίηση ληξιπρόθεσμων αξιώσεών του κατά του εργοδότη και ιδιαίτερα την πληρωμή οφειλομένων αποδοχών.
Προϋπόθεση για την άσκηση αυτού του δικαιώματος είναι η αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη, ανεξάρτητα από το αν η καθυστέρηση οφείλεται σε δυστροπία του. Το αν η καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη κρίνεται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με δήλωση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, ότι παύει να του παρέχει την εργασία του μέχρι να του πληρώσει τις καθυστερούμενες αποδοχές του.
Αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του δεν είναι, στην περίπτωση αυτή, υπερήμερος αυτός άλλα ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση, όσο διαρκεί η υπερημερία του, με άλλα λόγια όσο δεν καταβάλλει τις οφειλόμενες αποδοχές, να πληρώσει στον εργαζόμενο (που έχει ασκήσει νομίμως το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του) τις αποδοχές του, σαν να εργαζόταν κανονικά.
Η υπερημερία του εργοδότη παύει είτε με την καταβολή των οφειλομένων, είτε ύστερα από συμφωνία με τον εργαζόμενο, είτε με νομότυπη καταγγελία της συμβάσεως (ΑΠ 287/1990, ΑΠ 314/1982, ΑΠ 247/1967). Περαιτέρω κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998, ρυθμίζεται η δυνατότητα του εργοδότη και του εργαζομένου να συμφωνήσουν, κατά την σύναψη της εργασιακής σύμβασης την παροχή εργασίας κατά μερική απασχόληση, καθώς και τη δυνατότητα, να μετατρέψουν σε σύμβαση μερικής απασχόλησης μια εργασιακή σύμβαση που καταρτίστηκε ως σύμβαση πλήρους απασχόλησης.
Όπως επισημαίνεται, στην εν λόγω διάταξη, η μερική απασχόληση μπορεί να αφορά εργασία ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική. Μπορεί δηλαδή, να αναφέρεται στο ημερήσιο ωράριο εργασίας, το οποίο θα είναι μικρότερο του κανονικού, μπορεί όμως να αφήνει άθικτο το ημερήσιο ωράριο και να περιορίζει την εβδομαδιαία ή μηνιαία απασχόληση.
Υποπερίπτωση της μερικής απασχόλησης αποτελεί η εκ περιτροπής εργασία η οποία προβλέπεται και ρυθμίζεται από την παρ. 3 του άρθρου του Ν. 1892/1990. Ο όρος "εκ περιτροπής εργασία", που συνδέεται με την εναλλαγή προσωπικού - χρονικών διαστημάτων εργασίας, ως μέτρο γενικής εφαρμογής πρωτοεμφανίστηκε με τον Α.Ν. 2000/1939 "Περί λήψεως μέτρων καταπολεμήσεως της ανεργίας".
Η εκ περιτροπής εργασία, ήδη, εντάχθηκε στον θεσμό της "μερικής απασχόλησης". Στο ισχύον δίκαιο και δη στο άρθρο 38 του Ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/2000 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 του Ν. 3899/2010 [ΦΕΚ Α’ 212/17-12-2010] ορίζεται στην παρ. 3 εδ’ α’ και β’ ότι "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής.
Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου".
Και στο εδ. δ’ "Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρηση του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 260/2006 και του Ν. 1767/1988.
Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής απασχόληση δεν αναφέρεται σε λιγότερες ώρες σε ημερήσια βάση, αλλά ως βάση χαρακτηρισμού θεωρούνται οι λιγότερες ημέρες ή εβδομάδες ή μήνες μέσα στο έτος αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο.
Στην περίπτωση αυτή συνομολογείται ότι μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης θα είναι συνεχής, ο μισθωτός θα παρέχει την εργασία του για ορισμένες μόνο ημέρες της εβδομάδας ή του μήνα, εναλλασσόμενος ατομικά ή ομαδικά με άλλους εργαζόμενους, σε τακτά χρονικά διαστήματα. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δυο ειδικότερες μορφές: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση.
Στην πρώτη περίπτωση η σχέση εκ περιτροπής εργασία ιδρύεται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, είτε πρωτογενώς με την αρχική σύμβαση εργασίας είτε κατά τη λειτουργία μιας σύμβασης πλήρους απασχόλησης με μεταγενέστερη νεότερη συμφωνία των μερών. Με τη σύμβαση εκ περιτροπής απασχόλησης συμφωνείται ότι, μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης είναι συνεχής, ο μισθωτός θα παρέχει την εργασία του απασχολούμενος κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας αλλά κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και με συνδυασμό αυτών, αμειβόμενος με ανάλογα μειωμένο μισθό.
Εξ αυτού προκύπτει ότι η εκ περιτροπής εργασία ενέχει εναλλαγή ενοτήτων εργασίας και μη εργασίας, οι οποίες επιτρέπεται να συμφωνηθούν ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς, με μόνο περιορισμό να παρέχεται η ημερήσια εργασία κατά πλήρες ωράριο. Έτσι, επιτρέπεται να συμφωνηθεί μειωμένη εβδομαδιαία εργασία (όπως επί συστήματος πενθήμερης εργασίας να παρέχεται η εργασία από μία έως τέσσερις ημέρες την εβδομάδα), ή συνδυασμός μειωμένης εβδομαδιαίας εργασίας για κάποιες μόνο εβδομάδες του μήνα (όπως τρεις ημέρες εργασίας κάθε δεύτερη εβδομάδα) ή η εναλλαγή πλήρους μηνιαίας εργασίας με μήνες περιορισμένου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας.
Πάντως, ο όποιος συνδυασμός εκ περιτροπής εργασίας θα πρέπει να επιτρέπει εναλλαγή ενοτήτων απασχόλησης με μη απασχόληση, χωρίς όμως οι χρονικές ενότητες εργασίας και μη εργασίας να είναι απαραίτητα της ίδιας χρονικής έκτασης. Επίσης, ο νόμος δεν θέτει περιορισμούς ως προς την χρονική έκταση της συμβατικής εκ περιτροπής εργασίας, όπως αντίθετα κάνει στην περίπτωση της μονομερούς επιβολής της.
Η ίδρυση της σχέσης αυτής δεν συνδέεται με καμία πρόσθετη ουσιαστική προϋπόθεση (όπως ορισμένους λόγους επιλογής της). Θα πρέπει, όμως, η σχετική συμφωνία, να είναι έγγραφη. Ο έγγραφος τύπος έχει συστατική ισχύ, υπό την έννοια ότι η έλλειψη του εγγράφου επιφέρει ακυρότητα της σχετικής συμφωνίας. Στη δεύτερη περίπτωση (εδ.
δ’ της ίδιας πιο πάνω διατάξεως), παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη, σε περίπτωση περιορισμού της δράστηριότητάς του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του συστήματος της μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής εργασίας είναι:
α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο να καταλήξουν σε συμφωνία, γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες και δ) η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) ή η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ [8] ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Από το γεγονός ότι εν προκειμένω η επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας προβλέπεται αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας.
Προκύπτει ακόμη ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας αν είναι εντελώς ασήμαντος. Θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό. Το δικαίωμα του εργοδότη για επιβολή εκ περιτροπής εργασίας αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμά του, από τον νόμο, ασκούμενο με μονομερή απευθυντέα δήλωση βούλησης.
Εντάσσεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη εν ευρεία έννοια. Με την άσκηση του ως άνω δικαιώματος, για επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, μεταβάλλεται η κύρια συμβατική υποχρέωση του εργαζόμενου, ενώ ταυτόχρονα μεταβάλλεται και η κύρια συμβατική υποχρέωση του εργοδότη. Επιπλέον, με την απονομή από τον νόμο στον εργοδότη του δικαιώματος αυτού θεσπίζεται εξαιρετικό δίκαιο, με το οποίο εισάγεται απόκλιση και από το άρθρο 656 του ΑΚ.
Το δικαίωμα για επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν είναι διαρκές αλλά στιγμιαίο, δηλαδή με την περιέλευση της δήλωσης στον αποδέκτη της επέρχεται η διάπλαση, η οποία λαμβάνει χώρα σύμφωνα με το περιεχόμενο της δήλωσης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αυτή καλύπτει. Από την πρόβλεψη του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία.
Από την άποψη αυτή επιβάλλεται, κατ" αρχήν, στον εργοδότη να επιλέγει το μέτρο αυτό προκειμένου να αποφύγει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Περαιτέρω, εκτός των πιο πάνω προϋποθέσεων, στην επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις. Με το Π.Δ. 240/2006, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ.108, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία.
Πάντως, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010, δεν απαιτείται και να επιτευχθεί συμφωνία, ανάμεσα στον εργοδότη και στους εκπροσώπους των εργαζομένων. Ο εργοδότης επιτρέπεται να προχωρήσει στην επιβολή του συστήματος, εκ περιτροπής εργασίας, ανεξαρτήτως της έκβασης των διαβουλεύσεων και της τυχόν διαφωνίας των εκπροσώπων των εργαζομένων.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή ο εργοδότης, αντί να απολύσει έναν ή περισσότερους μισθωτούς, έτσι ώστε να μειωθεί ο αριθμός τους για να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης, μπορεί εφαρμόζοντας το σύστημα "εκ περιτροπής εργασίας", να αποφύγει τις απολύσεις κατανέμοντας τη διαθέσιμη εργασία στους υπεράριθμους πλέον εργαζόμενους.
Ενόψει όλων αυτών, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ’ ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής.
Η βλαπτική αυτή μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, αποτελεί (παράνομη) μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και του ΑΚ. Είναι δε βλαπτική, όπως αναφέρθηκε για τον εργαζόμενο η μεταβολή, όχι μόνο όταν προκαλεί υλική ζημία αλλά και ηθική.
Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Αν ο εργαζόμενος δηλώσει ότι θεωρεί την μεταβολή ως απόλυση, επέρχεται η λύση της συμβάσεως και ο εργοδότης δεν μπορεί να αξιώσει την εργασία του μισθωτού, δηλώνοντας ότι ανακαλεί τη βλαπτική μεταβολή, εκτός αν καταρτισθεί νέα σύμβαση με τη συγκατάθεση εννοείται του μισθωτού. Η διάταξη, δηλαδή, του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 δεν καθιερώνει πλάσμα δικαίου, ώστε η μονομερής βλαπτική μεταβολή, που επιχειρείται από τον εργοδότη, να θεωρείται σε κάθε περίπτωση ως καταγγελία και να συνεπάγεται αφ" εαυτής τη λύση της συμβάσεως, αλλά τεκμήριο υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να μη θεωρήσει την βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 του ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας).
Εάν ο εργαζόμενος επιθυμεί να διατηρήσει τη θέση εργασίας, χωρίς όμως να υποκύψει στη δυσμενέστερη μεταβολή των όρων της, από τις τρεις παραπάνω εναλλακτικές δυνατότητες θα επιλέξει την τρίτη. Η επιλογή όμως αυτή δεν τον απαλλάσσει από τους κινδύνους, που συνεπάγεται μια ενδεχόμενη πλάνη του ως προς τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη.
Αν αργότερα, επί της αγωγής του για καταβολή των οφειλόμενων μισθών, κριθεί από το Δικαστήριο ότι η συγκεκριμένη μεταβολή των όρων εργασίας ήταν εντός των ορίων του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, όπως αυτά καθορίζονται από το περιεχόμενο της συμβάσεως και τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, τότε η αποχή του εργαζομένου από την εργασία δεν του στερεί μόνο τις αποδοχές του, για όσο διάστημα δεν παρείχε τις υπηρεσίες του;
αλλά είναι δυνατό να θεωρηθεί και ως σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τη δική του πλευρά. Για να αποφύγει ακριβώς τους εν λόγω κινδύνους ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να εργάζεται προσωρινά με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση.
Τέτοια επιφύλαξη συνιστά, εκτός των άλλων και η ρηματική διαμαρτυρία του εργαζόμενου. Η επιφύλαξη αυτή επιτρέπει στον εργαζόμενο να διεξαγάγει ένα δικαστικό αγώνα για το νόμιμο ή παράνομο χαρακτήρα της μεταβολής, χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχολήσεώς του με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή.
Έτσι επιτυγχάνεται ο δικαστικός έλεγχος της μονομερούς μεταβολής χωρίς τον κίνδυνο όχι μόνο απώλειας του μισθού, αλλά και της θέσεως εργασίας (ΑΠ 1252/2014). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Π.Δ. 240/2006 "Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων", σύμφωνα με την Οδηγία 2002/14/ΕΚ της 11.3.2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (E.E.L 80/23.3.2002): "...στ) ως "ενημέρωση" νοείται η διαβίβαση στοιχείων από τον εργοδότη στους εκπροσώπους των εργαζομένων προκειμένου να λάβουν γνώση του εκάστοτε θέματος και να το εξετάσουν, ζ) ως "διαβούλευση" νοείται η ανταλλαγή απόψεων και η καθιέρωση διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και του εργοδότου".
Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του ίδιου ως άνω Π.Δ.: "1. Σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζόμενους διατάξεων ή πρακτικών, οι πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο, καθορίζονται ως ακολούθως: 2.
Η ενημέρωση και διαβούλευση καλύπτουν: α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση ή εγκατάσταση, καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται σε περίπτωση ιδίως που η απασχόληση απειλείται, γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 1387/1983 "Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 110 Α") και του π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων, ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου" (ΦΕΚ 162 Α"). 3.
Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβαίνουν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμάζονται ενδεχομένως για διαβουλεύσεις. 4. Η διαβούλευση πραγματοποιείται: α) κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, β) στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης ανάλογα με το θέμα που συζητείται, γ) βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο στ’ και της γνώμης που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, δ) κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συναντήσουν τον εργοδότη και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη που ενδεχομένως διατύπωσαν, ε) προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ’ του άρθρου αυτού".
Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, για την επιβολή από τον εργοδότη της εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρηση απαιτείται αφενός να συντρέχει η ουσιαστική προϋπόθεση του περιορισμού της δραστηριότητας του και αφετέρου να γίνει ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, στην περίπτωση δε που δεν υπάρχουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων η ενημέρωση και διαβούλευση να γίνει με το σύνολο των εργαζομένων.
Ως προς την ουσιαστική προϋπόθεση εξάλλου, ως περιορισμός των δραστηριοτήτων, ενόψει της επεμβάσεως με δυνατότητα μονομερούς καθορισμού μάλιστα, στον πυρήνα της εργασιακής σύμβασης, νοείται το αποτέλεσμα που προκύπτει από το συνδυασμό του κύκλου εργασιών σε σχέση και με τη μείωση του μικτού ή καθαρού περιθωρίου κέρδους.
Απαιτείται ωστόσο, ο περιορισμός να είναι σοβαρός και να απειλεί άμεσα την ύπαρξη των θέσεων εργασίας, δεδομένου ότι ο νόμος ενδιαφέρεται πρωτίστως για την αποτροπή απώλειάς τους. Ακολούθως, σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις της ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους, που πρέπει να τηρηθούν για να επιβληθεί η εκ περιτροπής εργασία, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να προχωρήσει σε σοβαρή συζήτηση με το προσωπικό του για τους λόγους που υπαγορεύουν αυτή την επιχειρηματική απόφαση, να δώσει τα οικονομικά στοιχεία και να εξαντλήσει κάθε περιθώριο εναλλακτικών λύσεων.
Αν δεν γίνει ενημέρωση με διαβίβαση στοιχείων ώστε να λάβουν γνώση οι εργαζόμενοι της πρόσφατης και της πιθανής εξέλιξης των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης, καθώς και της κατάστασης, της διάρθρωσης και της πιθανής εξέλιξης της απασχόλησης σΛ αυτή (επιχείρηση) και δεν δοθεί από τον εργοδότη ένα χρονικό διάστημα διαβούλευσης, τότε η επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας θα είναι παράνομη.
Αν δεν τηρηθούν δηλαδή, οι προϋποθέσεις για την μονομερή επιβολή εκ περιτροπής εργασίας, τότε αυτή θα είναι παράνομη (ΑΠ 969/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Στο … την 12 Φεβρουαρίου 2001 δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη προκειμένου να παρέχει την εργασία της ως βοηθός λογιστή. Σε εκτέλεση της εργασιακής αυτής σύμβασης, η ενάγουσα προσέφερε την εργασία της πέντε ημέρες την εβδομάδα, επί 40 ώρες εβδομαδιαίως και συγκεκριμένα από ώρα 08:00 έως ώρα 15:00 τις τέσσερις ημέρες της εργάσιμης εβδομάδας και από ώρα 08:00 έως ώρα 20:00 την πέμπτη ημέρα.
Επί της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είχαν εφαρμογή διαδοχικά οι "Συλλογικές Συμβάσεις του Προσωπικού Τεχνικών, Μελετητικών και Εργοληπτικών Επιχειρήσεων όλης της χώρας". Οι συμφωνηθείσες ακαθάριστες (μικτές) μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν α) από τον Ιανουάριο του 2009 στο ποσό των 1.200 ευρώ και οι καθαρές, μετά τις κρατήσεις υπέρ τρίτων, στο ποσό των 1.000 ευρώ, β) από το Μάρτιο του 2009 στο ποσό των 1.210,78 ευρώ και οι καθαρές, μετά τις κρατήσεις υπέρ τρίτων, στο ποσό των 1.000 ευρώ, γ) από το Σεπτέμβριο του 2009 στο ποσό των 1.283,42 ευρώ και οι καθαρές, μετά τις κρατήσεις υπέρ τρίτων, ως ακολούθως:
από το Σεπτέμβριο 2009 έως και το Νοέμβριο του 2009 στο ποσό των 1.000 ευρώ, από το Δεκέμβριο του 2009 έως και το Σεπτέμβριο του 2010 στο ποσό των 1.057,31 ευρώ, από τον Οκτώβριο του 2010 έως και τον Μάιο του 2011 στο ποσό των 1.078,07 ευρώ και από τον Ιούνιο του 2011 στο ποσό των 1.005,97 ευρώ. Με την ως άνω ιδιότητα η ενάγουσα εργάστηκε στην εναγομένη με πλήρη απασχόληση μέχρι την 24-4-2012, οπότε και προέβη σε επίσχεση της υπ1 αυτής παρεχομένης εργασίας, εξαιτίας της μη εκ μέρους της εναγομένης εκπληρώσεως της έναντι αυτής υποχρεώσεως προς καταβολή του συνόλου των νομίμων αποδοχών της.
Την επίσχεση αυτή γνωστοποίησε στην εναγομένη με την από 23-4-2012 εξώδικη δήλωσή της, την οποία κοινοποίησε σ’ αυτή δυνάμει της υπ’ αρ. .../24-4-2012 έκθεσης επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Χ. Σ.. Συνέτρεχαν δε οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της (ενάγουσας), αφού έγινε για την εξασφάλιση της ικανοποίησης ληξιπρόθεσμων αξιώσεών της κατά της εναγομένης εργοδότριας.
Η εναγομένη και μετά την επίσχεση εργασίας εξακολουθούσε να μην εκπληρώνει τις έναντι αυτής συμβατικές της υποχρεώσεις, δεδομένου ότι κατέβαλε στην ενάγουσα μετά την επίσχεση εργασίας μόνο το ποσό των 2.450 ευρώ, ενώ εξακολουθούσε να της οφείλει ποσά για δεδουλευμένες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας, όπως αυτά κατωτέρω ειδικώς αναλύονται, με αποτέλεσμα έτσι να καταστεί υπερήμερη, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της (ενάγουσας).
Συνεπώς έχει υποχρέωση, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η υπερημερία της, δηλαδή όσο δεν μεσολαβήσει κανένας από τους λόγους παύσης της και όσο δεν καταβάλλει τις οφειλόμενες αποδοχές, να πληρώσει στην ενάγουσα τις αποδοχές της ωσάν να εργαζόταν κανονικά. Ο ισχυρισμός που προέβαλε η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε νομίμως κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής, καθώς και με δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση, τον οποίο επαναφέρει με λόγο της ένδικης εφέσεως, ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης είναι καταχρηστική, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων μέχρι την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης ήταν μακροχρόνια, χωρίς μάλιστα η εναγομένη να επικαλείται ή ακόμη περισσότερο να αποδεικνύει, ότι τυγχάνει μολαταύτα αξιόπιστη και αξιόχρεη εργοδότρια (ΑΠ 1264/1986 ΔΕΝ 43.50), ώστε να μην διακινδυνεύει η ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεων της ενάγουσας, ούτε όμως οι οικονομικές δυσχέρειες της εναγομένης μπορεί να θεωρηθεί ότι αίρουν την υπερημερία της (βλ.
και ΕφΑΘ 8629/1990 ΝοΒ 39.93, ΕφΑΘ 15077/1988 ΕλλΔνη 31.1048), ούτε η εναγομένη αποδεικνύει ότι η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας δεν ήταν κακόβουλη και αδικαιολόγητη, με ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (ΕφΘεσ 81/2003 Αρμ 2006.369), [αφού, σε κάθε περίπτωση, τον Μάρτιο του 2013 η εναγομένη προέβη σε συμβιβασμό (του οποίου έλαβε γνώση η ενάγουσα πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, ήτοι την 1-5-2013) των απαιτήσεων που είχαν κατ’ αυτής οι λοιποί εργαζόμενοι της επιχείρησης, από τους οποίους πέντε τουλάχιστον είχαν προβεί την 22-4-2012 σε δήλωση επίσχεσης εργασίας καταβάλλοντας σε αυτούς μέρος των απαιτήσεων τους, ενώ δεν δέχθηκε να συμβιβασθεί η να καταβάλει κάποιο ποσό στην ενάγουσα], ή επειδή, έστω, πρόκειται για αξιώσεις που έχουν ανάγκη δικαστικής εκκαθάρισης (βλ.
και ΕφΛαρ 451/2004), ή έστω ότι η οφειλή των δεδουλευμένων είναι δικαιολογημένη από απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν την καθυστερημένη και μη εξολοκλήρου καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας, ώστε να αποδειχθεί η καταχρηστικότητα της εκ μέρους της ενάγουσας επισχέσεως εργασίας.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, έκρινε όμοια, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε ως προς αυτά.
Συνεπώς, αφού συμπληρωθεί η ελλιπής αιτιολογία της εκκαλουμένης με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος ο σχετικός λόγος της από 19-2-2014 εφέσεως. Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα δικαιούται τα κατωτέρω αναφερόμενα ποσά (που υπολογίζονται, όπως αιτείται η ενάγουσα, επί των καθαρών και όχι επί των μικτών αποδοχών της):
α) για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, μηνός Φεβρουαρίου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, μηνός Μαρτίου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, μηνός Απριλίου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, για επίδομα (δώρο) Πάσχα 2009 το ποσό των 521,39 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, μηνός Ιουνίου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, μηνός Ιουλίου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, μηνός Αυγούστου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, για επίδομα αδείας 2009 το ποσό των 500 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, μηνός Οκτωβρίου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, μηνός Νοεμβρίου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, μηνός Δεκεμβρίου 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ.
για επίδομα (δώρο) Χριστουγέννων 2009 το ποσό των 1.000 ευρώ, για αναδρομικά 2009 626,79 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2010 το ποσό των 1.057,31 ευρώ, μηνός Φεβρουαρίου 2010 το ποσό των 1.057,31 ευρώ, μηνός Μαρτίου 2010 το ποσό των 1.057,31 ευρώ, μηνός Απριλίου 2010 το ποσό των 1.057,31 ευρώ, για επίδομα (δώρο) Πάσχα 2010 το ποσό των 545,14 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2010 το ποσό των 1.057,31 ευρώ, μηνός Ιουνίου 2010 το ποσό των 1.057,31 ευρώ, μηνός Ιουλίου 2010 το ποσό των 1.057,31 ευρώ, μηνός Αυγούστου 2010 το ποσό των 1.057,31 ευρώ, για επίδομα αδείας 2010 το ποσό των 539,04 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2010 το ποσό των 1.057,31 ευρώ, μηνός Οκτωβρίου 2010 το ποσό των 1.078,07 ευρώ, μηνός Νοεμβρίου 2010 το ποσό των 1.078,07 ευρώ, μηνός Δεκεμβρίου 2010 το ποσό των 1.078,07 ευρώ, για επίδομα (δώρο) Χριστουγέννων 2010 το ποσό των 1.122,98 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2011 το ποσό των 1.078,07 ευρώ, μηνός Φεβρουαρίου 2011 το ποσό των 1.078,07 ευρώ, μηνός Μαρτίου 2011 το ποσό των 1.078,07 ευρώ, μηνός Απριλίου 2011 το ποσό των 1.078,07 ευρώ, για επίδομα (δώρο) Πάσχα 2011 το ποσό των 556,92 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2011 το ποσό των 1.078,07 ευρώ, μηνός Ιουνίου 2011 το ποσό των 1.078,07 ευρώ, μηνός Ιουλίου 2011 το ποσό των 1.005,97 ευρώ, μηνός Αυγούστου 2011 το ποσό των 1.005,97 ευρώ, για επίδομα αδείας 2011 το ποσό των 503 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2011 το ποσό των 1.005,97 ευρώ, μηνός Οκτωβρίου 2011 το ποσό των 1.005,97 ευρώ, μηνός Νοεμβρίου 2011 το ποσό των 1.005,97 ευρώ, μηνός Δεκεμβρίου 2011
το ποσό των 1.005,97 ευρώ, για επίδομα (δώρο) Χριστουγέννων 2011 το ποσό των 1.005,97 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2012 το ποσό των 1.005,97 ευρώ, μηνός Φεβρουαρίου 2012 το ποσό των 1.005,97 ευρώ, μηνός Μαρτίου το ποσό των 1.005,97 ευρώ, μηνός Απριλίου 2012 το ποσό των 1.005,97 ευρώ, για επίδομα (δώρο) Πάσχα 2012 το ποσό των 668,44 ευρώ.
Μέχρι την 31-12-2010 κατόπιν τμηματικών καταβολών της εναγομένης, όπως η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί με την ένδικη αγωγή, η συνολική οφειλή της εναγομένης προς αυτήν για την ως άνω αιτία ανερχόταν στο ποσό των 2.081,09 ευρώ. Κατά δε τον Απρίλιο του 2012 ανερχόταν σε 21.343,54 ευρώ. Έναντι του ως άνω ποσού η εναγομένη κατέβαλε τμηματικά στην ενάγουσα, όπως η ίδια συνομολογεί με την ένδικη αγωγή, μέχρι την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης την 24-4-2012 το συνολικό ποσό των 12.948 ευρώ, και μετά την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης το ποσό, όπως προαναφέρθηκε, των 2.450 ευρώ, τα οποία θα πρέπει να καταλογισθούν στα αρχαιότερα χρέη/ και συνεπώς δικαιούται το ποσό των 5.945,54 [¥ 21.343,54 - 15.398 (= 12.948 + 2.450)] ευρώ.
Με τον τέταρτο λόγο της ένδικης από 19-2-2014 εφέσεως η εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία παραπονείται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως του μεγαλύτερου μέρους των επίδικων δεδουλευμένων αποδοχών της ενάγουσας του χρονικού διαστήματος έως την 30-4-2012 και δη την ένσταση εξοφλήσεως χρηματικού ποσού 7.950 ευρώ συνολικά, όπως αναλυτικά ανέφερε σ’ αυτή (ένσταση).
Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκαν περαιτέρω καταβολές, πλην αυτών που αναφέρονται ανωτέρω. Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να αχθεί το Δικαστήριο αυτό από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την εναγομένη υπό στοιχείο 5 σχετικό, καθόσον αυτό είναι απλή εκτύπωση προφανώς από ηλεκτρονικό υπολογιστή, για την οποία όμως δεν προκύπτει ο συντάκτης αυτής, ούτε φέρει υπογραφή αυτού.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το έγγραφο αυτό είναι έγγραφο του λογιστηρίου που εξέδωσε η ενάγουσα προς ενημέρωσή της (εναγομένης), ενόψει του ότι εργαζόταν η ίδια εκεί (λογιστήριο) υπό την προαναφερόμενη σχετική ιδιότητά της, με επισυναπτόμενους δύο πίνακες. Ο ισχυρισμός αυτός όμως, δεν αποδεικνύεται ως κατ’ ουσίαν βάσιμος.
Επομένως, ο ως άνω τέταρτος σχετικός λόγος της από 19-2-2014 εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Απρίλιο του 2012, η εναγομένη κίνησε τη διαδικασία περί επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας. Έτσι με την από 25- 4-2012 "ΕΞΩΔΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ" κάλεσε σε διαβούλευση τους εργαζόμενους σ’ αυτήν, μεταξύ των οποίων και την ενάγουσα (προς την οποία επιδόθηκε η σχετική πρόσκληση την 30-4-2012), προκειμένου να συζητηθεί το θέμα της εφαρμογής του συστήματος της εκ περιτροπής απασχόλησης.
Με την πρόσκληση αυτή επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ήδη από έτους και πλέον οι δραστηριότητες της έχουν μειωθεί δραματικά, λόγω παντελούς απουσίας νέων έργων με αποτέλεσμα την υποαπασχόληση σε σημαντικό βαθμό όλων των εργαζομένων και τη δημιουργία σοβαροτάτων οικονομικών προβλημάτων σ’ αυτήν, η οποία αδυνατεί από πολλού χρόνου να ανταποκριθεί στις τρέχουσες οικονομικές υποχρεώσεις της.
Η διαβούλευση αυτή θα λάμβανε χώρα, σύμφωνα με το εν λόγω έγγραφο, την 3-5-2012 και ώρα 10:00. Πράγματι την 3-5-2012 στη συνάντηση, στην οποία παρευρέθηκαν δύο εκ των οκτώ εργαζομένων, η ενάγουσα δεν παρευρέθηκε, η εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της Δ. Ξ. εξέθεσε ότι ο τζίρος (κύκλος εργασιών)/έσοδα της εταιρίας κατά το έτος 2010 ανήλθε στο ποσό των 16.183.328 ευρώ (τα έξοδα γενικώς ανήλθαν σε 14.781.000 ευρώ - η μισθοδοσία του προσωπικού ανήλθε σε 2.581.000 ευρώ), το έτος 2011 στο ποσό των 7.500.000 ευρώ (τα έξοδα υπερέβησαν τα 8.000.000 ευρώ περίπου, συμπεριλαμβανομένης της μισθοδοσίας του προσωπικού, δηλαδή η χρήση έκλεισε με "ζημία") και κατά το πρώτο 4μηνο του τρέχοντος έτους (2012, δηλ.
από 1-1/30-4-2012) στο ποσό των 216.000 ευρώ (με έξοδα πολλαπλάσια). Η εναγομένη επικαλέσθηκε ότι προς αποφυγή κάθε περίπτωσης απόλυσης εργαζομένων και περιορισμού των θέσεων εργασίας, για να αντιμετωπισθούν η κατάσταση και οι δαπάνες της (εναγομένης), προτίθεται, ως ύστατη προσπάθεια εκ μέρους της, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, μέχρι τέλους του 2012, μόνον και μόνον για να σωθούν όλες οι θέσεις εργασίας των υπαλλήλων της.
Στη συνέχεια αφού ακολούθησε διαβούλευση, διαλογική συζήτηση, ανταλλαγή απόψεων ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ενημέρωσε τους εργαζόμενους ότι αποφασίζει την αναφερόμενη (στο σχετικό από 3-5-2012 πρακτικό διαβουλεύσεως για την καθιέρωση συστήματος εκ περιτροπής εργασίας) μορφή εκ περιτροπής εργασίας των εργαζομένων της, από 14-5-2012 μέχρι και 31-12-2012 κατά την οποία η ενάγουσα θα απασχολείται όλες τις εβδομάδες εκάστου μηνός, και δη την ημέρα Τρίτη της εβδομάδας κατά το πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας, ήτοι από 09:00 έως 17:00.
Με αυτό το περιεχόμενο η εναγομένη θα εξέδιδε νέα κατάσταση ημερών και ωρών εργασίας για την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, ενώ οι αποδοχές των εργαζομένων θα ήταν ανάλογες των ημερών απασχολήσεώς τους. Το σχετικό έγγραφο υπογράφηκε από τον άνω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, ενώ οι δύο παριστάμενες εργαζόμενες, οι οποίες παραδέχθηκαν την ύπαρξη σοβαρών προβλημάτων στην οικονομική κατάσταση και δραστηριότητα της εναγομένης, πλην όμως διαφώνησαν με την προτεινόμενη λύση και ζήτησαν να συνεχίσουν να απασχολούνται με το έως τότε ισχύον καθεστώς, αρνήθηκαν να το υπογράψουν.
Η εναγομένη, δια του ως άνω εκπροσώπου της, εξέδωσε απόφαση μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής απασχόλησης του συνόλου των εργαζομένων, για το χρονικό διάστημα από 14-5-2012 έως 31-12-2012, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα θα απασχολείτο όλες τις εβδομάδες κάθε Τρίτη και κατά πλήρες ωράριο εργασίας. Την 10-5-2012 με επιμέλεια της εναγομένης επιδόθηκε στην ενάγουσα, μεταξύ άλλων και, αντίγραφο του από 3-5-2012 πρακτικού διαβουλεύσεως για την καθιέρωση συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, υπογεγραμμένο (το πρωτότυπο) από τον προαναφερόμενο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, καθόσον οι παριστάμενες εργαζόμενες αρνήθηκαν, κατά τα ως άνω, να υπογράψουν αυτό (πρωτότυπο).
Την 11-5-2012 η εναγομένη επέδωσε στην Επιθεώρηση Εργασίας, Γραφείο Κερατσινίου, μεταξύ άλλων, το προαναφερόμενο αντίγραφο του από 3-5-2012 πρακτικού διαβουλεύσεως για την καθιέρωση συστήματος εκ περιτροπής εργασίας. Την ως άνω μονομερή μεταβολή των όρων της εργασιακής της σύμβασης, η ενάγουσα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ήδη είχε προβεί σε δήλωση επίσχεσης εργασίας, απέκρουσε ρητά, επιδίδοντας μάλιστα προς την εναγομένη την από 15-5-2012 εξώδικη απάντηση, διαμαρτυρία, πρόσκληση με επιφύλαξη δικαιωμάτων και στη συνέχεια ασκώντας την ένδικη αγωγή.
Με την ένδικη από 19-2-2014 έφεση η εναγομένη ισχυρίζεται ότι με την ως άνω εξώδικη απάντηση η ενάγουσα έχει ασκήσει - επιλέξει το δικαίωμά της προς καταβολή αποζημίωσης, χωρίς εμμονή στη σύμβασή της και συνεπώς ότι οφείλεται σ’ αυτήν μόνο η αποζημίωση απολύσεώς της και όχι οι μισθοί της υπερημερίας. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού προβάλλεται για πρώτη φορά στην κατ" έφεση δίκη και δεν προτάθηκε πρωτοδίκως, χωρίς η εναγομένη να επικαλείται κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής κατά τα άρθρα 527 και 269 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, καθόσον με την ως άνω εξώδικη απάντηση η ενάγουσα, μεταξύ άλλων, δήλωσε προς την εναγομένη ότι εάν η ίδια (εναγομένη) επιμένει "στην παράτυπη, αντισυμβατική και καταχρηστική συμπεριφορά" της, αυτή "η συμπεριφορά θέλει θεωρηθεί" από αυτή "ως βλαπτική μονομερή μεταβολή των όρων της συμβάσεως" "και υπαίτια καταγγελία της συμβάσεως εργασίας" από αυτή (εναγομένη) με τα κατά νόμο αποτελέσματα και την οφειλή από αυτή των κατά νόμο αποζημιώσεών της (ενάγουσας) και όχι ότι ήδη θεωρεί την προηγηθείσα συμπεριφορά της ως βλαπτική μονομερή μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας και υπαίτια καταγγελία αυτής από αυτή (εναγομένη), ζητώντας την καταβολή της κατά νόμο αποζημιώσεως.
Περαιτέρω από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η εναγομένη δεν προέβη σε νομότυπη ενημέρωση των εργαζομένων.
Ειδικότερα, η πρόσκληση που κοινοποίησε προς τους εργαζομένους, δεν εξηγούσε, παραθέτοντας και διαβιβάζοντας έστω κάποια στοιχεία, τον πρόσφατο περιορισμό της δραστηριότητας της επιχείρησης, την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων, την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, καθώς και την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης σε αυτή (επιχείρηση).
Εξάλλου ο ισχυρισμός που προβάλλει η εναγομένη ότι η ενάγουσα γνώριζε την πραγματική οικονομική της κατάσταση πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, αφού με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα ισχυρίζεται, μεταξύ, άλλων, ότι οι μέτοχοι της εναγομένης προέβησαν σε ίδρυση νέων εταιρειών με μετόχους τους ίδιους, στις οποίες μετέφεραν δραστηριότητες της εναγομένης, αποψιλώνοντας την τελευταία.
Επομένως η ενημέρωση έπρεπε να είναι συγκεκριμένη για το παρόν και την εξέλιξη της απασχόλησης στο μέλλον βάσει, έστω κάποιων, συγκεκριμένων οικονομικών στοιχείων. Κατόπιν τούτων η επιβολή από την εναγομένη στην ενάγουσα του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας (όσον αφορά την ενάγουσα) είναι άκυρη, ανεξαρτήτως του αν υφίσταται η ουσιαστική προϋπόθεση του περιορισμού των δραστηριοτήτων της εναγόμενης και συνιστά περίπτωση ανεπίτρεπτης μονομερούς επέμβασης της εναγομένης εργοδότριας στο περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας και συγκεκριμένα μερική απασχόληση η οποία δεν μπορούσε να επιβληθεί μονομερώς, εκ μέρους της εργοδότριας, χωρίς τη συναίνεση της εργαζόμενης και της έγγραφης κατάρτισης αυτής.
Έτσι επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή της εργασιακής σύμβασης. Η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, απέκρουσε ρητά την μεταβολή των όρων της αορίστου συμβάσεως εργασίας της, που επήλθε με την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας από την εναγομένη εργοδότρια αυτής. Συνέχισε δε, κατά τη δήλωση επίσχεσης εργασίας, να προσφέρει την εργασία της.
Έκτοτε η εναγομένη εξακολουθούσε να μην είναι συνεπής ως προς την καταβολή των πάσης φύσεως δεδουλευμένων αποδοχών (υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης) στην ενάγουσα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε όμοια, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε ως προς αυτά.
Συνεπώς, αφού συμπληρωθεί η ελλιπής αιτιολογία της εκκαλουμένης με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος ο σχετικός λόγος της από 19-2-2014 εφέσεως. Εξάλλου η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε νομίμως κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής, καθώς και με δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση, προέβαλε τον κατωτέρω αναφερόμενο ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει με λόγο της ένδικης εφέσεως, ήτοι ότι έλαβε χώρα καταγγελία εκ μέρους της ενάγουσας της σύμβασης εργασίας και ειδικότερα ότι ενώ η ίδια απέστειλε στην ενάγουσα την 22-6-2012 την από 21-6-2012 εξώδικη δήλωση με την οποία την καλούσε να επιστρέψει στην εργασία της άλλως θα θεωρούσε την άρνησή της ως καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της εκ μέρους της, η ενάγουσα δεν επέστρεψε στην εργασία της και δεν απέκρουσε την ως άνω δήλωση με την άσκηση αγωγής, ισχυρισμός, ο οποίος είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι εκ των ως άνω περιστατικών δεν συνάγεται ότι έλαβε χώρα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους της ενάγουσας, η οποία είχε προβεί νομίμως σε επίσχεση εργασίας, και σε κάθε περίπτωση εκ του συνόλου του αποδεικτικού υλικού ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, ούτε μπορεί να συναχθεί το αντίθετο από το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν άσκησε αγωγή, παρά τα όσα αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη.
Αντιθέτως η ενάγουσα με την από 25-6-2012 εξώδικη απάντηση-διαμαρτυρία με επιφύλαξη δικαιωμάτων, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη την 26- 6-2012, δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι διεκδικεί να εισπράξει τα οφειλόμενα και δεν αρνήθηκε την επιστροφή της στην απασχόληση της, όπως ήταν πριν την επίσχεση εργασίας. Εξάλλου σε κάθε περίπτωση η από 22-6-2012 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση της εναγομένης δεν συνιστά εκ μέρους της καταγγελία της ως άνω συμβάσεως εργασίας.
Κατόπιν τούτων πολλώ μάλλον δεν τίθεται θέμα έρευνας ακυρότητας καταγγελίας και ασκήσεως της αγωγής εντός της κατά νόμο προβλεπόμενης σχετικής αποσβεστικής προθεσμίας.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε όμοια, έστω και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε ως προς αυτό.
Συνεπώς, αφού αντικατασταθεί η εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία της εκκαλουμένης με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος ο τα αντιθέτως υποστηριζόμενα σχετικός λόγος της από 19-2-2014 έφεσης. Κατόπιν τούτων, εφόσον η εναγομένη έχει καταστεί υπερήμερη μέχρι και τον Απρίλιο του 2013 [η ενάγουσα επικαλείται ότι, για τον αναφερόμενο λόγο, η εναγομένη κατήγγειλε την 1-5- 2013 την σύμβαση εργασίας της, πλην όμως το πρωτόδικο Δικαστήριο με διάταξή του που δεν προσβάλλεται με τις ένδικες εφέσεις, διέταξε, όπως προαναφέρθηκε, το χωρισμό, εκτός άλλης, και της αντικειμενικώς σωρευμένης, αιτήσεως (αγωγής) περί αναγνώρισης ότι η εναγομένη κατήγγειλε την 1-5-2013 την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής], η ενάγουσα δικαιούται για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από Μάιο 2012 έως Απρίλιο του 2013 το ποσό των 15.401,04 (= 1.283,42 ευρώ Χ 12 μήνες) ευρώ, για επίδομα αδείας 2012 το ποσό των 641,71 ευρώ, για επίδομα (δώρο) Χριστουγέννων 2012 το ποσό των 1.283,42 ευρώ και για αποδοχές αδείας 2012 [δεδομένου ότι ο εργαζόμενος κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών λαμβάνει τις αποδοχές και τα επιδόματα που θα λαμβάνει ωσάν να εργαζόταν κανονικά (πρβλ.
ΕφΑΘ 6024/2005, ΕφΘεσ 2732/1996)] το ποσό των 1.283,42 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 18.609,59 (= 15.401,04 + 641,71 + 1.283,42 + 1.283,42) ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το ως άνω κονδύλιο ποσού 1.283,42 ευρώ για αποδοχές αδείας 2012 έσφαλε και συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της από 9-12-2013 εφέσεως και ο σχετικός δεύτερος λόγος των ασκηθέντων με τις από 17-9-2014 προτάσεις πρόσθετων λόγων αυτής (έφεσης), πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ’ ουσίαν βάσιμοι.
Η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε νομίμως κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής, καθώς και με δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση, προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας την οποία επαναφέρει με λόγο της ένδικης από 19-2-2014 έφεσης.
Τα επικαλούμενα, για τη θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεως, πραγματικά περιστατικά όμως, που αναφέρονται στον ως άνω λόγο της εφέσεως, και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αυτή (ένσταση) είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον σχετικό λόγο της από 19-2-2014 έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει α) να απορριφθεί η από 19-2-2014 έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, β) να γίνουν δεκτοί η από 9-12-2013 έφεση και οι ασκηθέντες με τις από 17-9-2014 προτάσεις πρόσθετοι λόγοι αυτής (από 9-12-2013 έφεσης) ως κατ’ ουσίαν βάσιμοι, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια που αφορούν τις δεδουλευμένες αποδοχές και τα επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από Ιανουάριο του 2009 έως και Απρίλιο του 2012, τους μισθούς υπερημερίας και τα επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από Μάιο του 2012 έως και Απρίλιο του 2013, καθώς και ως προς τη διάταξη και το κεφάλαιο που δεν μεταρρυθμίστηκε, αλλά θα περιληφθεί στην ενιαία απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, και τούτο χάριν της ενότητας της εκτέλεσης, ήτοι για να υπάρχει ένας μόνο τίτλος εκτελέσεως (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναγκαίος δε και κατά τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων που θα καθορισθεί εξ αρχής, και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, να δικασθεί εκ νέου η από 12-6-2013 αγωγή ως προς τα εκκληθέντα κεφάλαια (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη (ως προς τα ως άνω κεφάλαια) και α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.945,54 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 18.609,59 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημέρας, κατά την οποία κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως...".
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις εκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 38 του Ν. 1892/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 και συμπληρ. με το άρθρο 7 του Ν. 2874/2000 και τροποπ. με το άρθρο 17 παρ. 3 του Ν. 3899/2010 και του ΠΔ 260/2006 και 652 ΑΚ που εφάρμοσε, τις οποίες παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή.
Και τούτο διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που τάσσονται από τις διατάξεις αυτές για την επιβολή εκ μέρους του εργοδότη συστήματος εκ περιτροπής εργασίας και τηρήθηκαν οι απαιτούμενες κατά νόμο διατυπώσεις ήτοι πρόσκληση εκ μέρους του εργοδότη (αναιρεσείουσας) προς τους εργαζόμενους (και την ήδη αναιρεσίβλητη) για ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων για το ως άνω ζήτημα της εκ περιτροπής εργασίας των μισθωτών της επιχείρησης, και του εντεύθεν ελέγχου της άρνησης της αναιρεσίβλητης ενάγουσας να συνεχίσει την παροχή της εργασίας της μετά την επίδοση σ’ αυτήν την 22-6-2012 της από 21-6-2012 εξώδικης δήλωσης και πρόσκλησης της εναγόμενης αναιρεσείουσας διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ανωτέρω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόσθηκαν.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του κυρίως δικογράφου, ο πρώτος λόγος και ως προς τα δύο σκέλη του και ο δεύτερος λόγος ως προς το τρίτο σκέλος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης και τον δεύτερο λόγο των προσθέτων λόγων η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και 19 (ως προς το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου) και 14 ως προς το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου των προσθέτων λόγων και ειδικότερα τις εξής αιτιάσεις:
Ότι το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμους τους αμυντικούς της ισχυρισμούς περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός της προς επίσχεση εργασίας καθώς και αυτού για άσκηση της υπό κρίση αγωγής της και μάλιστα μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας από την κατά τους ισχυρισμούς της καταγγελία εκ μέρους αυτής (ενάγουσας αναιρεσίβλητης) της ένδικης εργασιακής της συμβάσεως.
Με τους διαλαμβανόμενους όμως στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση των άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Επομένως οι περί του αντιθέτου ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως (τρίτος και τέταρτος) και ο δεύτερος των προσθέτων λόγων με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη η ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή των προαναφερθέντων λόγων αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη κατά το αναφερόμενο στην αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας καταβολής στην ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη αποδοχών υπερημερίας του διαστήματος από τον Μάϊο του έτους 2012 έως και τον Απρίλιο του έτους 2013 μέρος της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων.
Μετά από αυτά πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 65 του Ν.4139/2013, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία άσκησε πρόσθετους λόγους και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ.404/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ