Legislator Case Law & Legislation
697/2016 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract dismissal, remanding case for retrial with new judge.

Case Number 697/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Patras, ruling that the lower court's decision was legally flawed. The appellant, a former secretary, sued the Union of Greek Chemists for unpaid wages and wrongful dismissal, while the lower court ambiguously rejected both claims without specifying which one was dismissed. The Court found this lack of clarity hindered the appellate review and ordered the case to be remanded for retrial before a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; A contract of dependent employment exists when the worker is subject to legal and personal dependence on the employer, characterized by the employer's right to give binding instructions and exercise supervision, regardless of the payment method or the worker's professional initiative.

Keywords

AI generated
dependent employment contract wrongful dismissal unpaid wages appellate review remand for retrial legal clarity labor law

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 et seq. of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1943
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 697 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 697/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ένωση Ελλήνων Χημικών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Παναγιώτη Τσακανίκα και Αθανάσιο Μιχελή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-9-2011 και 30-7-2012 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2014 του ίδιου δικαστηρίου και 1/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-2-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 14-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου, αληθώς εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικού λόγου και την απόρριψη του τελευταίου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν.Α.Κ.), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Αντίθετα σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Δηλαδή βασικά κριτήρια για να κριθεί το πότε υφίσταται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών είναι ο βαθμός πρωτοβουλίας που έχει ο παρέχων τις υπηρεσίες του στον αντισυμβαλλόμενο κατά την εκτέλεση της σύμβασης, η μερική ή ολική επιλογή του χρόνου εκτέλεσης και το αν επιτρέπεται στον εργαζόμενο να εκφεύγει του εργοδοτικού ελέγχου.

Και στη σύμβαση πάντως αυτή υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν χωρίς άλλο εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από τη συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά.

Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ.

Α.Π. 28/2005, Α.Π. 133/2014). Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α ν. 2639/1998, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. 1 με το άρθρο 1 ν. 3846/2010 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ενόψει του χρόνου κατάρτισης της ένδικης σύμβασης: "Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και απασχολουμένων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου.

Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παρ. 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παρ. 2, αλλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου, όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια περί του ότι στη μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται στη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στη δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ).

Eξ άλλου κατά το άρθρο 1 του ν. 1804/1988, όπως ο νόμος αυτός ισχύει μετά το π.δ. 405/1993, η Ένωση Ελλήνων Χημικών (Ε.Ε.Χ.) αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που υπόκειται στην εποπτεία του αρμόδιου υπουργείου, έδρα της δε ορίζεται η Αθήνα. Κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ίδιου νόμου η διοικούσα επιτροπή (Δ.Ε.) είναι το ανώτατο εκτελεστικό και συντονιστικό όργανο της Ένωσης Ελλήνων Χημικών που υλοποιεί την πολιτική της συνέλευσης των αντιπροσώπων (ΣτΑ), λαμβάνοντας κάθε αναγκαίο μέτρο.

Κατά την παρ. 2 εδαφ. ζ του ίδιου άρθρου η διοικούσα επιτροπή έχει αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, να "προσλαμβάνει και απολύει το αναγκαίο για την ομαλή λειτουργία της Ε.Ε.Χ. προσωπικό, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις". Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Κάθε περιφερειακό τμήμα διοικείται από επταμελή διοικούσα επιτροπή (Δ.Ε.)...

Η Δ.Ε.Π.Τ. είναι το εκτελεστικό όργανο κάθε περιφερειακού τμήματος...". Τέλος κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Ο πρόεδρος της Δ.Ε.Π.Τ.: α) συγκαλεί σε συνεδρίαση τα μέλη της και καθορίζει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, β) φροντίζει για την εκτέλεση των αποφάσεων των οργάνων της Ε.Ε.Χ., γ) εκπροσωπεί την Ε.Ε.Χ.

εξωδίκως και δικαστικώς, εφ' όσον πρόκειται για την επίλυση τοπικών υποθέσεων ή επαγγελματικών και επιστημονικών ζητημάτων τοπικού χαρακτήρα, δ) εντέλλεται από κοινού με τον ταμία τις πληρωμές, ε) εκδίδει από κοινού με το γενικό γραμματέα τα σχετικά πιστοποιητικά ή άλλα βεβαιωτικά έγγραφα, στ) υπογράφει με το γραμματέα την αλληλογραφία του τμήματος και ζ) μπορεί να μεταβιβάζει σε άλλο μέλος της Δ.Ε.Π.Τ.

ή υπάλληλο του περιφερειακού τμήματος οποιαδήποτε από τις αρμοδιότητες της παραγράφου αυτής...". Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η Ένωση Ελλήνων Χημικών [σημ: εδώ αναιρεσίβλητη] αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που εδρεύει στην Αθήνα και διοικείται από κεντρικά και περιφερειακά όργανα διοίκησης, στα οποία ανήκει και το περιφερειακό τμήμα Πελοποννήσου και Δυτικής Ελλάδας που εδρεύει στην Πάτρα.

Για την εξυπηρέτηση των περιστασιακών αναγκών της περιφέρειας η ενάγουσα [σημ: εδώ αναιρεσείουσα] από το έτος 2001 μέχρι το 2011 παρείχε τις υπηρεσίες της στο ανωτέρω περιφερειακό τμήμα στην Πάτρα. Απασχολούνταν σε γραφείο της ένωσης πρωϊνές ώρες, κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, με μη καθορισμένο επακριβώς ωράριο και συγκεκριμένα επί τρίωρο ημερησίως από ώρα 9.00 το πρωί, έως ώρα 12.00 το μεσημέρι, χωρίς ωστόσο να έχει υποχρέωση για καθημερινή παρουσία και συγκεκριμένο αντικείμενο εργασίας κάθε φορά.

Ειδικότερα η ενάγουσα διακινούσε την αλληλογραφία, συνέτασσε βεβαιώσεις και εισέπραττε εισφορές των μελών της ένωσης. Επίσης εκτελούσε εξωτερικές εργασίες, όπως πληρωμές λογαριασμών και παραλαβή εγγράφων από το ταχυδρομείο, επιπλέον δε ασχολούνταν με την οργάνωση εκδηλώσεων της ένωσης και με την καθαρογραφή των πρακτικών της διοικούσας επιτροπής που συνεδρίαζε μία φορά το μήνα.

Κατά την εκτέλεση της εργασίας της η ενάγουσα δεν τελούσε υπό τις εντολές και οδηγίες του προέδρου του τμήματος αλλά καθόριζε μόνη της την εργασία που εκτελούσε και το χρόνο που απαιτούνταν για την ολοκλήρωσή της, χωρίς καμία επίβλεψη και έλεγχο από το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου. Επίσης η ενάγουσα δεν ήταν ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α.

ούτε ελάμβανε μηνιαίως σταθερό ποσό ως αμοιβή, το οποίο ανεξάρτητα από τις εργασίες που πραγματοποιούσε προερχόταν από κονδύλιο που αποστελλόταν ετησίως με χρηματικό ένταλμα πληρωμής από την κεντρική διοίκηση του εναγομένου νομικού προσώπου στο περιφερειακό τμήμα για την κάλυψη της δαπάνης της γραμματειακής υποστήριξης του τελευταίου.

Ως εκ τούτου από το ποσό που ελάμβανε κατ' έτος το περιφερειακό τμήμα για τις δαπάνες στη γραμματεία απέδιδε περί τις 4.000 έως 5.000 ευρώ ετησίως στην ενάγουσα, με επιμερισμό του ποσού για κάθε μήνα. Εξάλλου για την αμοιβή της ενάγουσας εκδίδονταν από το περιφερειακό τμήμα αποδείξεις πληρωμής και παρακρατούνταν χαρτόσημο 3,6% και φόρος 20%, ο οποίος αποδίδονταν από το εναγόμενο στη Δ.Ο.Υ.

Αθηνών. Επίσης... η ενάγουσα αμειβόταν άτακτα, άλλοτε ανά μήνα και άλλοτε ανά εξάμηνο, ενώ εισέπραττε οδοιπορικά, έξοδα κίνησης και επί πλέον αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρείχε κατά την περίοδο των εκλογών της ένωσης χημικών... Όλα τα ανωτέρω αρκούν για να προσδώσουν στην επίδικη εργασιακή σχέση το χαρακτηρισμό της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού οι ειδικότερες συνθήκες και ο τρόπος παροχής της εργασίας της ενάγουσας συνάδουν περισσότερο προς αυτά της μη εξαρτημένης εργασίας.

Άλλωστε το εν λόγω περιφερειακό τμήμα δεν χρειαζόταν να απασχολεί μόνιμο προσωπικό με την ειδικότητα του γραμματέα, με πλήρες ωράριο και πενθήμερη εργασία, διότι τις περισσότερες ανάγκες του τις κάλυπτε κυρίως με εξωτερικούς συνεργάτες, όπως λογιστές, δικηγόρους, οι οποίοι αναλάμβαναν τις σχετικές εργασίες με αμοιβή, το γεγονός δε αυτό ενισχύει την παραπάνω κρίση για το χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης.

Κατ' ακολουθία, εφόσον αποδείχθηκε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν εκείνη της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών και όχι της εξαρτημένης εργασίας η αγωγή είναι ουσία αβάσιμη και πρέπει καθ' ολοκληρία ν' απορριφθεί...". Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ελλιπείς, ανεπαρκείς και κατά ένα μέρος αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της συνδέουσας τα διάδικα μέρη σχέσης και της ύπαρξης ή όχι εξάρτησης και δέσμευσης της ενάγουσας από την εναγόμενη κατά την παροχή των υπηρεσιών της.

Και τούτο διότι: α) Ουδεμία αιτιολογία διαλαμβάνεται για τη συμφωνία δυνάμει της οποίας, κατά τις σχετικές παραδοχές, "η ενάγουσα από το έτος 2001 μέχρι το 2011 παρείχε τις υπηρεσίες της στο ανωτέρω περιφερειακό τμήμα στην Πάτρα" ούτε για το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής. Ειδικότερα, αν και το εναγόμενο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου διεπόμενο από τις εκτεθείσες στην αρχή διατάξεις του ν. 1804/1988, δεν διαλαμβάνεται αιτιολογία αν υπήρξε ή όχι συμφωνία απασχόλησης της ενάγουσας υπό οιανδήποτε μορφή στο ανωτέρω περιφερειακό τμήμα και, σε καταφατική περίπτωση, αν υπήρξε ή όχι σχετική περί αυτής απόφαση της διοικούσας επιτροπής του εναγομένου, αν η συμφωνία καταρτίσθηκε ή όχι εγγράφως, αν συνομολογήθηκε ή όχι ορισμένη διάρκειά της, αν καταρτίσθηκε άπαξ ή επαναλήφθηκε έκτοτε κατά τη διάρκεια των δέκα ετών απασχόλησης της ενάγουσας από την εναγομένη, ποιο είναι το περιεχόμενο και οι όροι της, ποιος ήταν ο τρόπος λήξεως της συνδέουσας τα διάδικα μέρη έννομης σχέσεως και αν γνωστοποιήθηκε ή όχι στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας συμφωνία περί παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

β) Ενώ γίνεται δεκτό ότι η ενάγουσα "απασχολούνταν σε γραφείο της ένωσης πρωϊνές ώρες, κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας" χωρίς οποιαδήποτε ημερολογιακή διάκριση ως προς το τελευταίο, καθώς και "με μη καθορισμένο επακριβώς ωράριο", ακολούθως διαλαμβάνεται σ' αυτή αντιφατική παραδοχή ότι η ενάγουσα απασχολείτο "επί τρίωρο ημερησίως από ώρα 9.00 το πρωΐ, έως ώρα 12.00 το μεσημέρι, χωρίς ωστόσο να έχει υποχρέωση για καθημερινή παρουσία".

γ) Ενώ διαλαμβάνεται παραδοχή ότι η ενάγουσα δεν είχε "συγκεκριμένο αντικείμενο εργασίας κάθε φορά", ακολούθως περιγράφεται επακριβώς η ενασχόλησή της με τις παραδοχές ότι "διακινούσε την αλληλογραφία, συνέτασσε βεβαιώσεις και εισέπραττε εισφορές των μελών της ένωσης... εκτελούσε εξωτερικές εργασίες, όπως πληρωμές λογαριασμών και παραλαβή εγγράφων από το ταχυδρομείο, επί πλέον δε ασχολούνταν με την οργάνωση εκδηλώσεων της ένωσης και με την καθαρογραφή των πρακτικών της διοικούσας επιτροπής που συνεδρίαζε μία φορά το μήνα".

δ) Αιτιολογείται ανεπαρκώς η γενόμενη δεκτή "εξυπηρέτηση περιστασιακών αναγκών" εκ μέρους της ενάγουσας, σε σχέση με την παραδοχή για απασχόλησή της στην εναγομένη επί δέκα συνεχή έτη. ε) Αιτιολογείται ασαφώς η έλλειψη δέσμευσης και ελέγχου της ενάγουσας από την εναγομένη ως προς τον τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών της, ενόψει της παραδοχής περί "προσφοράς υπηρεσιών σε γραφείο της ένωσης" κατά τις προδιαληφθείσες συγκεκριμένες ώρες και "κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας".

στ) Διαλαμβάνεται αντιφατική αιτιολογία με τις παραδοχές αφενός ότι: το ποσό της αμοιβής της ενάγουσας "προερχόταν από κονδύλιο που αποστελλόταν ετησίως με χρηματικό ένταλμα πληρωμής από την κεντρική διοίκηση του εναγομένου νομικού προσώπου για την κάλυψη της δαπάνης της γραμματειακής υποστήριξης του τελευταίου" και ότι "από το ποσό που ελάμβανε κατ' έτος το περιφερειακό τμήμα για τις δαπάνες στη γραμματεία απέδιδε περί τις 4.000 έως 5.000 ετησίως στην ενάγουσα, με επιμερισμό του ποσού για κάθε μήνα" και αφετέρου ότι: "το εν λόγω περιφερειακό τμήμα δεν χρειαζόταν να απασχολεί μόνιμο προσωπικό με την ειδικότητα του γραμματέα...

διότι τις περισσότερες ανάγκες του τις κάλυπτε κυρίως με εξωτερικούς συνεργάτες, όπως λογιστές, δικηγόρους, οι οποίοι αναλάμβαναν τις σχετικές εργασίες με αμοιβή". Τέλος από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το εφετείο προέβη στη συνεκδίκαση δύο αγωγών της ίδιας ενάγουσας κατά της αυτής εναγομένης και ειδικότερα: 1) της από 30-9-2011 αγωγής, με την οποία η ενάγουσα, επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων μετά από απόφαση της διοικούσας επιτροπής του εναγομένου στα πλαίσια των διατάξεων του ν. 1804/1988 και προσφορά της εργασίας της ως γραμματέα στο περιφερειακό τμήμα Πελοποννήσου και Δυτικής Ελλάδος από το έτος 2001 αντί μηνιαίας αμοιβής 416 ευρώ, ζήτησε την επιδίκαση του καθοριζόμενου σ' αυτή ποσού για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και 2) της από 30-7-2012 αγωγής, με την οποία η ενάγουσα, επικαλούμενη ομοίως ότι προσλήφθηκε την 1-9-2001, μετά από απόφαση της διοικούσας επιτροπής του εναγομένου στα πλαίσια των διατάξεων του ν. 1804/1988 με νόμιμη έγκυρη έγγραφη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, προκειμένου να καλύψει τη γραμματειακή υποστήριξη αυτού στην Πάτρα, ότι έκτοτε προσέφερε την εργασία της υπό την εποπτεία και τις εντολές του προέδρου του, καθώς και ότι στις 18-6-2011 η γενική συνέλευση του εναγομένου κατήγγειλε ακύρως την ένδικη σύμβαση και την απέλυσε χωρίς τήρηση των νομίμων διατυπώσεων και για λόγους εμπαθείας και εκδίκησης στο πρόσωπό της, ζήτησε, επικαλούμενη και τη συνδρομή στο πρόσωπό της των προϋποθέσεων της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, ν' αναγνωρισθεί μεταξύ άλλων:

α) ότι τελεί με το εναγόμενο σε έγκυρη σύμβαση άλλως σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 1-9-2001... β) ότι είναι άκυρη η από 18-6-2011 καταγγελία και να της επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο, αφού έκρινε ορισμένες και νόμιμες τις αγωγές, αποφάνθηκε τελικώς με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές ότι "η αγωγή είναι ουσία αβάσιμη και πρέπει καθ' ολοκληρία ν' απορριφθεί", χωρίς να διευκρινίσει ποια από τις δύο συνεκδικασθείσες αγωγές απορρίφθηκε ή αν απορρίφθηκαν και οι δύο, καθιστώντας εντεύθεν, ενόψει της ασάφειας αυτής και ενόψει των ρηθέντων αγωγικών αιτημάτων, δυσχερή τον αναιρετικό έλεγχο.

Συνακόλουθα οι αναιρετικοί λόγοι: α) πρώτος, αληθώς εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., και β) δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι είναι ορισμένοι και παραδεκτοί, είναι βάσιμοι. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ