Supreme Court dismisses appeal, remands case to lower court to rule on equal treatment claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to accept the plaintiffs' claim. The plaintiffs argued that the N.P.D.D. violated the principle of equal treatment by excluding a specific allowance from their salaries, while the defendant contended this was lawful. The Court found the First Instance Court erred in accepting the appealable decision and ordered the case to be remanded for a new trial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 105, 106 of the Employment Law; Article 35 of Law 3329/2005; Article 904 of the Civil Code: The court held that the exclusion of a specific allowance from regular salary does not constitute unlawful enrichment or a violation of equal treatment principles if no legal obligation existed to include it.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 697 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 697/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "…", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ., 2) Ε. Μ., 3) Γ. Π., 4) Κ. Μ., 5) Φ. Δ., 6) Θ. Τ., 7) Λ. Γ., 8) Χ. Α. και 9) Σ. Π., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 467/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-10-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 19-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις εκθέσεις επιδόσεως με αριθμούς …/29-1-2013, …/29-1-2013, …'/29-1-2013, …'/29-1-2013, …'/ 29-1-2013, …/29-1-2013, …'/29-1-2013, …'/29-1-2013 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων … και …/31-1-2013 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σύρου …, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 27-10-2011 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 170/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η 2-4-2013, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε όλους τους αναιρεσιβλήτους, με κλήση προς αυτούς για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, κατά την ορισθείσα παραπάνω αρχική δικάσιμο.
Κατ' αυτήν, η συζήτηση της αναιρέσεως αναβλήθηκε, με σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως (3-12-2013). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. α', β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ΚΠολΔ), αφού οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειαζόταν νέα κλήση αυτών για την μετ' αναβολή δικάσιμο (3-12-2013), δοθέντος ότι η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεώς τους και, επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ. 2 εδάφ.
α' και γ' ΚΠολΔ).
Το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνει την ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου, όπως και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι απαγορεύει όχι μόνο την άνιση εφαρμογή του νόμου, αλλά και την άνιση ρύθμιση των ουσιωδώς όμοιων έννομων σχέσεων από το νομοθέτη. Ειδικότερη εκδήλωση της δεσμεύουσας και το νομοθέτη συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) αποτελεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 22 παρ. 1 εδάφ.
β' του Συντάγματος αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχειρίσεως των εργαζομένων. Ο κανόνας όμως αυτός προϋποθέτει ότι οι εργαζόμενοι παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία και εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα και δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και οι απασχολούμενοι, ενόψει του είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους και απολαβές.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 35 του Ν. 3329/2005 "Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτήν και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχολήσεως που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής.
Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 24 του Ν. 3205/2003. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 3627/2007 ορίζεται ότι "Δικαιούχοι του επιδόματος ειδικής απασχολήσεως του άρθρου 35 του Ν. 3329/ 2005, όπως αυτό ισχύει, είναι και όσοι υπηρετούν στις Κεντρικές Υπηρεσίες των Υγειονομικών Περιφερειών".
Σύμφωνα δε με την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3329/2005, η χορήγηση του παραπάνω επιδόματος δικαιολογείται λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας και των αυξημένων ευθυνών που αναλογούν στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά τις αλλαγές που επέρχονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας με την κατάργηση των Πε.Σ.Υ.Π., τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση, μετά τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στο συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωσή τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας.
Επίσης, η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο εν λόγω Υπουργείο, τη σύσταση ενός εθνικού μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για όλα τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζόμενους στη Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ήδη είχαν επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας με τους νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.ΣΥ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι" κ.λπ.).
Από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, σε συνδυασμό με την Εισηγητική Έκθεση, προκύπτει σαφώς, ότι η παροχή των 200 ευρώ το μήνα χορηγήθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (και με το άρθρο 13 του Ν. 3627/2007 και στους υπηρετούντες στις Κεντρικές Υπηρεσίες, πάντοτε, των Υγειονομικών Περιφερειών), λόγω των αυξημένων καθηκόντων που τους ανατέθηκαν, εξαιτίας των αναφερομένων στην Εισηγητική Έκθεση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, που έλαβαν χώρα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, τα οποία (καθήκοντα) επηρέασαν τις υφιστάμενες συνθήκες εργασίας του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του ως άνω Υπουργείου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων "…" (Ν.Π.Δ.Δ.) κατά της υπ' αριθμ. 467/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε δεκτή η από 29-8-2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, διώκουσα την χορήγηση σ' αυτούς, ως εργαζομένων στο παραπάνω Νοσοκομείο, του προβλεπόμενου από το άρθρο 35 του Ν. 3329/2005 μηνιαίου επιδόματος ειδικής απασχολήσεως, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από 1-1-2005 έως 31-8-2007 οι έξι πρώτοι εξ αυτών, από 1-1-2005 έως 5-8-2007 η έβδομη, από 1-6-2006 έως 31-7-2007 η όγδοη και από 1-1-2005 έως 12-12-2006 η ένατη, υπηρετούσαν, δυνάμει συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο εναγόμενο - αναιρεσείον Νοσοκομείο, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης (Ν. 2470/1997 έως 31-12-2003 και Ν. 3205/ 2003 από 1-1-2004 και εφεξής) και ότι, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, οι ενάγοντες, οι οποίοι ανήκουν οργανικά στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, δεν έλαβαν το μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχολήσεως του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005, το οποίο χορηγήθηκε αδιακρίτως σε όλους τους υπαλλήλους, που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σ' αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, αλλά και στους υπηρετούντες στις Κεντρικές Υπηρεσίες των Υγειονομικών Περιφερειών, λόγω των πρόσθετων καθηκόντων που τους ανατέθηκαν προς αντιμετώπιση των αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών που δημιουργήθηκαν μετά τις διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, με τον άνω Ν. 3329/2005, στο χώρο της Υγείας, παρά το ότι οι αλλαγές αυτές επηρέασαν κυρίως το προσωπικό των Νοσοκομείων, τα οποία λειτουργούν πλέον ως Ν.Π.Δ.Δ., και επέφεραν σημαντική αύξηση στις αρμοδιότητες και στα καθήκοντα των εργαζομένων σ' αυτά, προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός του Ν. 3329/2005, δηλαδή η πληρέστερη και αποδοτικότερη παροχή υπηρεσιών υγείας στον πληθυσμό της Υγειονομικής Περιφέρειάς τους.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι η εξαίρεση των εναγόντων από το αιτούμενο μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχολήσεως, χωρίς να συντρέχει λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, παραβιάζει τη μισθολογική ισότητα και είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος και κατέληξε, ότι για την αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί και για τους ενάγοντες, εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε η ειδική αυτή ρύθμιση. Με την κρίση του αυτή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε κατά τούτο την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος και 35 του Ν. 3329/2005, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση, καθόσον οι εργαζόμενοι, όπως και οι αναιρεσίβλητοι, στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων "…", αλλά και στα άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα (Ν.Π.Δ.Δ.), ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη στην οποία ανήκουν οι υπηρετούντες στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, αλλά και στις Κεντρικές Υπηρεσίες των Υγειονομικών Περιφερειών, η διαφορετικότητα δε αυτή συνίσταται κυρίως στις συνθήκες εργασίας, οι οποίες, ενώ για τους τελευταίους επιβαρύνθηκαν με την ανάθεση σ' αυτούς πρόσθετων καθηκόντων, αναγομένων στην υλοποίηση των επερχομένων με το Ν. 3329/2005 διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, για τους αναιρεσιβλήτους παρέμειναν αμετάβλητες, αφού ούτε και από τις παραδοχές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου προκύπτει ότι ανατέθηκαν και στους εργαζόμενους στο αναιρεσείον Νοσοκομείο (Ν.Π.Δ.Δ.) συγκεκριμένα πρόσθετα καθήκοντα σχετικά με την υλοποίηση των ως άνω αλλαγών.
Έτσι, η χορήγηση στους παραπάνω υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης του επίδικου επιδόματος με το άρθρο 35 του Ν. 3329/2005 και η παράλειψη χορηγήσεως αυτού και στους εργαζομένους στα Νοσοκομεία είναι δικαιολογημένη και ως εκ τούτου η εν λόγω διάταξη δεν αντίκειται στην συνταγματική αρχή της ισότητας, ούτε και στην αρχή της ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχειρίσεως των εργαζομένων.
Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως. Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί την αντέφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς τους επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας, παραβίασε, με ψευδή ερμηνεία, την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 (τόκος υπερημερίας) του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ." (ανάλογη με το άρθρο 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου - β.δ.
της 26.6/10.7.1944). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/ 2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Εν προκειμένω, οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), με την από 29-8-2007 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων (αριθμ. καταθ. 891/29-8-2007), ισχυρίσθηκαν ότι εργάζονται στο εναγόμενο Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων "…" (αναιρεσείον), που είναι Ν.Π.Δ.Δ., με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους, η πρώτη εξ αυτών ως κόπτρια - γαζώτρια - ράπτρια, και όλοι οι υπόλοιποι για την υλοποίηση του προγράμματος "ΨΥΧΑΡΓΩ", που λειτουργεί, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν. 2716/1999 και τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις, ως Μονάδα Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης ατόμων με ψυχικές διαταραχές και νοητική υστέρηση, και ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε στους επτά πρώτους εξ αυτών, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-8-2007, στην όγδοη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2006 έως 31-7-2007 και στην ένατη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 12-12-2006, το προβλεπόμενο από το άρθρο 35 του Ν. 3329/2005 μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχολήσεως, το οποίο χορηγείται στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σ' αυτήν και στο μετακλητό προσωπικό, παρόλο που τα καθήκοντά τους (εναγόντων) δεν υπολείπονται σε σοβαρότητα και σπουδαιότητα των καθηκόντων του προσωπικού που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ασκούνται υπό εργασιακές συνθήκες σίγουρα επαχθέστερες, τόσο ως προς τη φύση της απασχολήσεως όσο και ως προς τις συνθήκες του εργασιακού περιβάλλοντος.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν οι ενάγοντες να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει, για την ως άνω αιτία, στους επτά πρώτους εξ αυτών το ποσό των 6.400 ευρώ, στην όγδοη το ποσό των 2.800 ευρώ και στην ένατη το ποσό των 4.800 ευρώ, που τους οφείλει, λόγω παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, άλλως, ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν από την παράνομη παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.
να συμπεριλάβουν το επίδικο επίδομα στην τακτική μισθοδοσία τους (άρθρα 105 και 106 του Εισ.ΝΑΚ), άλλως κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της και συνακόλουθα δεν είναι νόμιμη και κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής, αφού τα αρμόδια όργανα του αναιρεσείοντος, που δεν συμπεριέλαβαν το επίδομα ειδικής απασχολήσεως του άρθρου 35 του Ν. 3329/2005 στο μισθό των αναιρεσιβλήτων, δεν παρανόμησαν, ούτε συντρέχουν οι όροι του αδικαιολόγητου πλουτισμού του άρθρου 904 επομ.
του ΑΚ, που απαιτούνται για την θεμελίωση της σχετικής, από τις διατάξεις των άρθρων αυτών, αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων), με την υπ' αριθμ. 467/2008 απόφασή του, αν και η αγωγή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, δεν ήταν νόμιμη, όμως, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις, την έκρινε νόμιμη και στη συνέχεια την δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν.
Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως άσκησε έφεση το εναγόμενο - αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι βάσιμες.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή. Οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 170/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 23-4-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 467/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων. Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.
Απορρίπτει την αγωγή. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ