Supreme Court dismisses appeal for non-continuity of legal issues regarding separate heads of damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the court erred in rejecting a claim for compensation for moral damages, but the court found this claim to be a separate head of damages from the one appealed. The court ruled that because the appeal only addressed the head of damages for lost profits, the moral damages claim was not legally continuous and thus inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must address a head of damages legally continuous with the appealed decision, and separate claims for moral and pecuniary damages do not satisfy this continuity requirement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 697 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 697/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μεταξά.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "D.H.L. EXPESS (ΕΛΛΑΣ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΑΧΥΜΕΤΑΦΟΡΩΝ", πρώην "ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΧΕΡΣΑΙΑΙ, ΘΑΛΑΣΣΙΑΙ ΚΑΙ ΕΝΑΕΡΙΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ΚΑΙ ΛΙΜΕΝΙΚΑΙ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιαφάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Μαρτίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:109/1999 εν μέρει δεκτή και 104/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2822/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1.12.2010 αίτησή του και των από 28.11.2011 προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 2 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2822/2007 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 15.3.2006 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε την από 26.1.2005 αντίθετη έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 104/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το μέρος που μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 106/1999 εν μέρει οριστικής απόφασης του ίδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε δεχθεί την από 16.3.1998 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας ότι αυτή υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε με την αδικοπρακτική σε βάρος του συμπεριφορά της, απέρριψε στη συνέχεια και κατά το μέρος αυτό την ένδικη αγωγή, η οποία έτσι απορρίφθηκε στο σύνολό της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το μοναδικό λόγο της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Εξ άλλου με το από 8.9.2010 ιδιαίτερο δικόγραφο ο αναιρεσείων άσκησε εμπρόθεσμα πρόσθετους λόγους (άρθρ. 569§2 ΚΠολΔ), οι οποίοι πρέπει να συνεξετασθούν με το λόγο της αίτησης αναίρεσης.
2. Κατά το άρθρ. 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Συνεπώς για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992, 22/1995, ΑΠ 849/2002, 390/2004).
Ειδικότερα για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφό της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα.
Εξ άλλου η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΟλΑΠ 18/1998). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981).
Για να ιδρύεται όμως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι σ' αυτή, μεταξύ άλλων, εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων με την από 31.1.1996 σύμβαση, που κατάρτισε με την αναιρεσίβλητη, ανέλαβε έναντι αμοιβής την πρακτόρευση της ασκούμενης απ' αυτή επιχείρησης ταχυμεταφορών στην περιοχή της Κατερίνης, ότι προς το σκοπό αυτό, αφού εξαγόρασε έναντι 6.500.000 δραχμών τα δικαιώματα της προηγούμενης πράκτορος της αναιρεσίβλητης, υποβλήθηκε στις αναγκαίες για την οργάνωση του πρακτορείου του δαπάνες, στις οποίες περιλαμβάνεται και το ποσό των 2.600.000 δραχμών, που διέθεσε για την αγορά φορτηγού αυτοκινήτου και ότι η αναιρεσίβλητη, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι οι πωλήσεις της είχαν από τη δραστηριότητά του πολλαπλασιασθεί στην περιοχή της Κατερίνης, κατήγγειλε από 1.6.1997 χωρίς σπουδαίο λόγο, αλλά καταχρηστικά και χωρίς να τηρήσει την προβλεπόμενη στο άρθρ. 7 της σύμβασής τους προθεσμία προειδοποίησής του, τη σύμβασή τους και ανέθεσε σε άλλον την πρακτόρευση της επιχείρησής της στην ίδια περιοχή, με σαφώς ευμενέστερους γι' αυτή όρους.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσείων, αφού παραδεκτά περιόρισε σε αναγνωριστική την ένδικη αγωγή του, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη του οφείλει, νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις του αγωγικού δικογράφου, α) το ποσό των 7.600.000 δραχμών ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες του από την άκαιρη, καταχρηστική και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη από μέρους της καταγγελία της σύμβασής τους, β) το ποσό των 41.026.272 δραχμών ως αποζημίωση για διαφυγόντα ισόποσα κέρδη, που θα αποκόμιζε με βεβαιότητα από τη λειτουργία του πρακτορείου του κατά το διάστημα από 1.6.1997 έως 31.5.2002, αν δεν είχε μεσολαβήσει η ως άνω αντισυμβατική, αλλά και παράνομη καταγγελία της σύμβασής τους, και γ) το ποσό των 5.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του προκάλεσε με την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά της.
Ειδικότερα το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών υπολογίζεται στην ένδικη αγωγή με ανοδική εισπρακτική ωφέλεια για τον αναιρεσείοντα 10% ετησίως και αναλύεται ως ακολούθως: α) 560.000 δραχμές μηνιαίως για το διάστημα από 1.6.1997 έως 31.5.1998 (2.000.000 δραχμές τα καθαρά μηνιαία έξοδα του πρακτορείου του Χ 28% η προμήθειά του), β) 616.000 δραχμές μηνιαίως για το διάστημα από 1.6.1998 έως 31.5.1999 (2.200.000 δραχμές τα καθαρά μηνιαία έξοδα του πρακτορείου του με βάση το ποσοστό 10% της αντίστοιχης εισπρακτικής του αύξησης Χ 28% η προμήθειά του), γ) 677.600 δραχμές μηνιαίως για το διάστημα από 1.6.1999 έως 31.5.2000 (2.420.000 δραχμές τα καθαρά μηνιαία έξοδα του πρακτορείου του με βάση το ποσοστό 10% της αντίστοιχης εισπρακτικής του αύξησης Χ 28% η προμήθειά του), δ) 745.360 δραχμές μηνιαίως για το διάστημα από 1.6.2000 έως 31.5.2001 (2.662.000 δραχμές τα καθαρά μηνιαία έξοδα του πρακτορείου του με βάση το ποσοστό 10% της αντίστοιχης εισπρακτικής του αύξησης Χ 28% η προμήθειά του) και ε) 819.896 δραχμές μηνιαίως για το διάστημα από 1.6.2001 έως 31.5.2002 (2.928.200 δραχμές τα καθαρά μηνιαία έξοδα του πρακτορείου του με βάση το ποσοστό 10% της αντίστοιχης εισπρακτικής του αύξησης Χ 28% η προμήθειά του).
Εξ άλλου ως προς την αμοιβή του αναιρεσείοντος αναφέρεται στην ένδικη αγωγή ότι αυτή είχε συμφωνηθεί: α) για έγγραφα και κατεπείγοντα σε ποσοστό 28% επί της αξίας τους για κάθε παραλαβή με προορισμό το εξωτερικό και σε 400 δραχμές για κάθε παράδοση από το εξωτερικό, β) για τα δέματα σε ποσοστό 28% επί της αξίας τους για κάθε παραλαβή με προορισμό το εξωτερικό και σε 400 δραχμές για κάθε παράδοση από το εξωτερικό, γ) για τις αποστολές εσωτερικού σε ποσοστό 28% επί της αξίας τους για κάθε παραλαβή με προορισμό το εξωτερικό και σε 400 δραχμές για κάθε παράδοση από το εξωτερικό, δ) για αποστολές CARGO σε 400 δραχμές για κάθε παράδοση από το εξωτερικό και σε 4.000 δραχμές για κάθε παραλαβή με προορισμό το εξωτερικό και ε) για κάθε παραλαβή worldmail σε 700 δραχμές.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών του αναιρεσείοντος κρίθηκε, όπως και πρωτοδίκως, αόριστο και απορριπτέο, με συνέπεια ο πρώτος λόγος της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης, που περιείχε το σχετικό παράπονό του, να απορριφθεί αντίστοιχα ως αβάσιμος. Στην κρίση της αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει, κατέληξε με βάση την παραδοχή ότι στην ένδικη αγωγή "δεν διαλαμβάνονται τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία...
και δη τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του επικαλούμενου κέρδους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ειδικότερα ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή του το είδος και τον αριθμό των παραδόσεων και παραλαβών ταχυδρομικών αντικειμένων που θα διενεργούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το ποσό που θα λάμβανε για κάθε παράδοση και παραλαβή, δοθέντος και του ότι ενώ προσδιορίζει το διαφορετικό ποσό της αμοιβής του αναλόγως του είδους της αποστολής και της παράδοσης κατά τα συμφωνηθέντα με τη σύμβαση, εντούτοις αιτείται τα ποσά των επικαλούμενων ως καθαρών μηνιαίων εσόδων του, υπολογίζοντας αυτά με ποσοστό 28% για όλες συλλήβδην τις υπηρεσίες του επί του μηνιαίου τζίρου του, τον οποίο προσδιορίζει σε 2.000.000 δραχμές, προσαυξανόμενο ετησίως κατά ποσοστό 10%".
Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση δεν απέρριψε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας κατά το αίτημά της το σχετικό με την αναγνώριση αξίωσης αποζημίωσης του αναιρεσείοντος για διαφυγόντα κέρδη του, απαιτώντας η απόφαση για το ορισμένο του αιτήματος αυτού στοιχεία περισσότερα από όσα απαιτεί ο νόμος, αφού ναι μεν αναφέρονται στην ένδικη αγωγή τα καθαρά μηνιαία έσοδα που προσδοκούσε κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να έχει με βεβαιότητα κατά το επίδικο διάστημα ο αναιρεσείων από τη λειτουργία του πρακτορείου του, όμως τα έσοδα αυτά δεν εξειδικεύονται σε αντιστοιχία με τις περισσότερες κατηγορίες των προσφερόμενων υπηρεσιών του, παρόλο που για κάθε μια απ' αυτές συμφωνήθηκε διαφορετική αμοιβή του και μάλιστα όχι μόνο σε ποσοστό 28% για κάθε παράδοση ή παραλαβή πραγμάτων, αλλά και σε ποσά 400, 700 ή και 4.000 δραχμών, οπότε εσφαλμένα υπολογίζει αυτός τα διαφυγόντα κέρδη του σε ποσοστό 28% επί των καθαρών εσόδων του πρακτορείου του για όλες χωρίς διάκριση τις παρεχόμενες υπηρεσίες του.
Η παραπάνω αναγκαία εξειδίκευση είναι ασφαλώς δυνατή με βάση το μέσο όρο εσόδων από κάθε κατηγορία υπηρεσίας κατά τη διάρκεια λειτουργίας του πρακτορείου του και συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται τόσο με το μοναδικό λόγο του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό, κατ' εκτίμηση, 14 (και όχι 1) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όσο και με μέρος του πρώτου των πρόσθετων λόγων και πρέπει αντίστοιχα να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί.
3. Ταχυδρομικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διαμεσολαβεί για την προώθηση των συμφερόντων της ταχυδρομικής επιχείρησης κυρίως με τη σύναψη συμβάσεων, αλλά και με την παροχή γενικότερα ταχυδρομικών υπηρεσιών έναντι ανταλλάγματος (προμήθειας). Η έννοια αυτή του ταχυδρομικού πράκτορα, που αποτελεί βοηθητικό πρόσωπο της ταχυδρομικής επιχείρησης, προϋπήρχε του ν. 2668/1998, σύμφωνα με το άρθρ. 1§2 του οποίου ως βασικές ταχυδρομικές υπηρεσίες νοούνται η περισυλλογή, η διαλογή, η μεταφορά και η διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων (ήδη ισχύει από 7.3.2012 ο ν. 4053/2012 που ορίζει με όμοιο τρόπο τις ταχυδρομικές υπηρεσίες και μάλιστα χωρίς διάκριση σε βασικές και λοιπές ταχυδρομικές υπηρεσίες).
Ο ταχυδρομικός, δηλαδή, πράκτορας ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας πράξεις εμπορικές (άρθρ. 2 του από 2/14.5.1835 β.δ/τος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων") που αφορούν την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών σε ορισμένη συνήθως γεωγραφική περιοχή, με δικαίωμα να ιδρύει εκεί γραφείο και να το στελεχώνει με πρόσωπα της δικής του επιλογής, τα οποία προσλαμβάνει και απολύει ο ίδιος, χωρίς ανάμειξη ή ευθύνη της ταχυδρομικής επιχείρησης, με την οποία συνδέεται κατά τα λοιπά με σχέση εμπορικής παραγγελίας (άρθρ. 90 ΕμπΝ) και κατ' επέκταση εντολής, όταν ενεργεί μεν για λογαριασμό της, αλλά στο δικό του όνομα.
Εφαρμοστέες έτσι στις μεταξύ τους σχέσεις είναι οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες παραπέμπει και το άρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ. Οι ίδιες ωστόσο διατάξεις εφαρμόζονται και όταν ο ταχυδρομικός πράκτορας δεν ενεργεί απλώς για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα της ταχυδρομικής επιχείρησης, όπως συνήθως συμβαίνει, αφού και πάλι η σχέση εντολής αποτελεί τη βάση της συνεργασίας τους.
Αντίθετα δεν αφορούν τον ταχυδρομικό πράκτορα και δεν μπορούν να τύχουν σ' αυτόν ευθείας εφαρμογής οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, αφού η ως άνω κοινοτική Οδηγία, όπως έκρινε και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C-85/2003 Μ.
και Σια Ο.Ε κατά ΔΕΛΤΑ Εταιρείας Συμμετοχών Α.Ε., αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών μόνο ως προς τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρ. 1(2) της Οδηγίας και είναι τα πρόσωπα που ενεργούν όχι απλώς για λογαριασμό, αλλά απευθείας στο όνομα εκείνου που αντιπροσωπεύουν πράξεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων.
Συνεπώς η παραπάνω Οδηγία, η οποία δεν εμποδίζει κατά τα λοιπά τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις και για παρεμφερείς τύπους άλλων επαγγελματιών, δεν καλύπτει πάντως η ίδια τη δραστηριότητα τέτοιων επαγγελματιών που ενεργούν μεν για λογαριασμό τρίτου, όμως συναλλάσσονται με το δικό τους όνομα, διαμεσολαβώντας στη λειτουργία του εμπορίου.
Αντίστοιχα και το π.δ/γμα 219/1991, που ενσωμάτωσε την παραπάνω Οδηγία, αφορά μόνο τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ορίζοντας με το άρθρ. 1§2 αυτού ότι εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή η διαπραγμάτευση ή και η σύναψη στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου συμβάσεων πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων, δηλαδή συμβάσεων με σαφώς διαφορετικό περιεχόμενο από τη σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας που αποτελεί διαμεσολαβητική σύμβαση παροχής υπηρεσιών.
Όμως για την ταυτότητα του νομικού λόγου πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζονται αναλογικά και στις εν γένει διαμεσολαβητικές συμβάσεις με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, αφού αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να συναχθεί από την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) κατ' αρχήν ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, η οποία και δεν αποκλείει σε εθνικό επίπεδο την αναλογική εφαρμογή τους, ήδη δε το σχετικό κενό πληρώθηκε με το άρθρ. 14§4 του μεταγενέστερου ν. 3557/2007, που επέκτεινε την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 τόσο στις συμβάσεις αντιπροσωπείας που αφορούν παροχή υπηρεσιών, όσο και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον με βάση αυτές ο διανομέας, που συναλλάσσεται κατ' αρχήν στο δικό του όνομα με τους τρίτους, ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή.
Μάλιστα με την προϋπόθεση αυτή οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 μπορούν, κατά περίπτωση, να εφαρμοσθούν αναλογικά, κατά την μάλλον κρατούσα νομολογία του Αρείου Πάγου και σε όλα τα διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα που συναλλάσσονται στο δικό τους όνομα για λογαριασμό όμως άλλων, αν κατά τα λοιπά εμφανίζουν τα ουσιώδη βασικά χαρακτηριστικά του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 139/2006, 881/2010, 14/2011, 163/2011), όπως ενδέχεται να συμβαίνει και με τον ταχυδρομικό πράκτορα (αντιθ.
ΑΠ 1121/2010), ήδη δε ως προς αυτόν το σχετικό ζήτημα παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθ. 445/2012 απόφαση του Α1 Τμήματός του. Ειδικότερα μεταξύ των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, που αναλογικά μπορούν να εφαρμοσθούν στις ως άνω περιπτώσεις, είναι και αυτές του άρθρ. 8§§ 3, 4 και 8, σύμφωνα με τις οποίες όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, καθένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας, που ορίζεται σε ένα μήνα για το πρώτο έτος της σύμβασης, σε δυο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, σε τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και σε έξι μήνες από την αρχή του έκτου και των επόμενων ετών, μπορεί δε η σύμβαση να καταγγελθεί και κατά πάντα χρόνο, χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών, στην περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και στην περίπτωση έκτακτων περιστάσεων.
Εξ άλλου κατά το άρθρ. 724 ΚΠολΔ, ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε και είναι άκυρη η αντίθετη συμφωνία, εκτός αν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου ή τρίτου. Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτός ο περιορισμός του δικαιώματος ανάκλησης της εντολής και έγκυρα μπορεί έτσι να συμφωνηθεί ότι η ανάκλησή της απαιτεί την ύπαρξη σπουδαίου λόγου και να ορισθεί ως τέτοιος η αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων του εντολοδόχου, που θα πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εντολέας.
Διαφορετικά ο εντολέας, εφόσον δεν υπάρχει σχετική συμφωνία, έχει δικαίωμα, ακόμη και όταν η εντολή αφορά το συμφέρον και του εντολοδόχου, να ανακαλεί την εντολή ελεύθερα και απεριόριστα, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να υφίσταται επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν η ανάκληση συνιστά καταχρηστική κατά το άρθρ. 281 ΑΚ άσκηση του δικαιώματός του, οπότε ναι μεν η ανάκληση δεν είναι άκυρη, όμως ο εντολέας υποχρεούται σε αποζημίωση του εντολοδόχου και μάλιστα ευθύνεται τόσο συμβατικά, για παραβίαση δηλαδή της σύμβασης της εντολής (άρθρ. 723 ΑΚ), όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική ανάκληση της εντολής συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρ. 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1766/2009).
Αντίθετα μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την αδικαιολόγητη ή ενδεχομένως άκαιρη (αλλά όχι καταχρηστική) ανάκληση της εντολής, η οποία χωρίς και πάλι να καταλήγει σε ακυρότητα της ανάκλησης, δημιουργεί ωστόσο για τον εντολέα υποχρέωση αποζημίωσης του εντολοδόχου για τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Ειδικότερα το δικαίωμα του εντολέα για ελεύθερη κατ' αρχήν ανάκληση της εντολής δικαιολογείται από τη φύση της εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η οποία όταν εκλείψει επιβάλλεται να οδηγεί στη λύση της.
Έτσι η ανάκληση της εντολής, ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή γενικότερα αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, δεν είναι άκυρη και μόνο δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ του εντολοδόχου δημιουργείται, που καλύπτει κάθε θετική και αποθετική ζημία του από την αδικαιολόγητη, άκαιρη ή αναλόγως και καταχρηστική ανάκληση της εντολής από τον εντολέα του (ΑΠ 588/2002, 849/2002, 390/2004).
Η ανάκληση της εντολής, στην οποία στηρίζεται η σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας, ισοδυναμεί με καταγγελία της, η οποία είναι αντίστοιχα σε κάθε περίπτωση έγκυρη, δηλαδή και αν έγινε κατά παράβαση των όσων συμφωνήθηκαν ή των αναλογικά εφαρμοζόμενων διατάξεων του άρθρ. 8§§3, 4 και 8 του π.δ/τος 219/1991, αφού και πάλι αίρεται με την άσκηση της καταγγελίας η σχέση εμπιστοσύνης που χαρακτηρίζει τη σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας.
Επομένως και στην περίπτωση αυτή μόνο αποζημίωση και όχι την εκτέλεση της σύμβασης δικαιούται ο ταχυδρομικός πράκτορας να ζητήσει προκειμένου να καλύψει κάθε θετική και αποθετική ζημία του από την άκαιρη, αδικαιολόγητη ή καταχρηστική καταγγελία της σύμβασής του (ΑΠ 163/2011), είναι δε αυτή καταχρηστική και συνιστά αδικοπραξία, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όπως τα όρια αυτά εξειδικεύονται αντικειμενικά από το σύνολο των συνθηκών της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 1346/2000).
Ωστόσο η καταγγελία δεν ενέχει υπέρβαση των ορίων αυτών και συνεπώς δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες αυτού που καταγγέλλει τη σύμβαση και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρ. 288 ΑΚ) καλόπιστης απ' αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12 και 13/2004, ΑΠ 1933/2009).
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να εφαρμόσει αναλογικά κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αντιστρόφως εφάρμοσε αναλογικά τέτοιο κανόνα, μολονότι στην ατομική περίπτωση συνέτρεχαν ή αντίστοιχα δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την αναλογική εφαρμογή του.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσάπτεται με μέρος του πρώτου των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρ. 8§§3, 4 και 8 του π.δ/τος 219/1991 και έτσι δεν έκρινε άκυρη, όπως θα έπρεπε, την καταγγελία από την αναιρεσίβλητη της συνδέουσας αυτή με τον αναιρεσείοντα σύμβασης ταχυδρομικής πρακτορείας με κύρια πάντως χαρακτηριστικά αυτά της εμπορικής αντιπροσωπείας. Σύμφωνα όμως με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η καταγγελία της σύμβασης ταχυδρομικής πρακτορείας δεν είναι άκυρη, αν έγινε κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρ. 8§§3, 4 και 8 του π.δ/τος 219/1991, εφόσον βέβαια υποτεθεί ότι αυτές εφαρμόζονται αναλογικά στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Συνεπώς η παράλειψη του Εφετείου να αξιολογήσει με βάση και τις διατάξεις αυτές το κύρος της ως άνω καταγγελίας, δεν είναι καθοριστικής σημασίας και ούτε δημιούργησε δυσμενές δεδικασμένο για τον αναιρεσείοντα ως προς την ειδικότερη φύση της σύμβασής του με την αναιρεσίβλητη, εφόσον κατά τα λοιπά το Εφετείο δεν απέκλεισε, ούτε εμμέσως, τη δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής στη σύμβαση αυτή των διαδίκων των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991.
Συνακόλουθα εφόσον το ζήτημα αυτό δεν είναι καθοριστικής σημασίας στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς, παρέλκει η κρίση του και αντίστοιχα δεν τίθεται ως προς αυτό θέμα ενότητας της νομολογίας, ώστε να πρέπει κατά το άρθρ. 563§2 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί ως προς το ίδιο ζήτημα η υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, στην οποία εκκρεμεί ήδη, κατά τα προεκτεθέντα, παρόμοια υπόθεση.
Πρέπει έτσι ο πρώτος πρόσθετος λόγος στην αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως αλυσιτελής κατά το αντίστοιχο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος πρώτος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος και κατά την περαιτέρω αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε σε πλημμέλεια από τον αριθμό και πάλι 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με το να κρίνει ότι η από μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της επίδικης σύμβασης, μολονότι έγινε κατά τις παραδοχές της απόφασης άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο, επέφερε ωστόσο αμέσως κατά το άρθρ. 724 ΚΠολΔ τη λύση της σύμβασης και δεν ήταν άκυρη, αφού σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν και αντίθετα με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει, η καταγγελία της σύμβασης ταχυδρομικής πρακτορείας και κατ' επέκταση η ανάκληση της σχετικής εντολής, ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή γενικότερα αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, δεν είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη και μόνο δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ του εντολοδόχου δημιουργεί.
4. Παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνιστά και η εσφαλμένη εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας που ενδέχεται να υπάρχει στο πραγματικό του κανόνα ή κατ' εξαίρεση στην έννομη συνέπειά του, δηλαδή νομικής έννοιας που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της.
Η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας γίνεται με αφετηρία την ιδέα του δικαίου και αναφορά στις αξίες που απορρέουν απ' αυτή, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινωνικής ηθικής, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα.
Κατά την ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, με την οποία με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια προσδιορίζεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού το περιεχόμενο (εύρος) της αόριστης νομικής έννοιας, ώστε να υπαχθεί ακολούθως σ' αυτή η ατομική περίπτωση, το τυχόν σφάλμα μπορεί αντίστοιχα να είναι είτε καθαρά ερμηνευτικό σε σχέση με την εξειδίκευση (ανάλυση) των στοιχείων της νομικής έννοιας κατά τη διατύπωση της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού υπό τύπο κατά κανόνα γενικό είτε υπαγωγικό σφάλμα, οπότε ανάλογα πρόκειται για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα δικαίου, που συνιστούν τις δυο όψεις της εσφαλμένης εφαρμογής του.
Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Αόριστη νομική έννοια είναι και αυτή της αιτιώδους συνάφειας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας, ώστε να θεμελιώνεται κατά τις διατάξεις των άρθρ. 297-298 ΑΚ αξίωση για αποζημίωση.
Συνεπώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων αυτών, που είναι ουσιαστικού χαρακτήρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που δέχθηκε ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, αφού πρόκειται για κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα η κρίση ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο της ζημίας αναφέρεται σε πράγματα και είναι ανέλεγκτη αναιρετικά. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 31.1.1996 ιδιωτικού συμφωνητικού αορίστου χρόνου...
ανατέθηκε στον ενάγοντα η πρακτόρευση του δικτύου ταχυμεταφορών της εναγομένης ... στην περιοχή της Κατερίνης. Στα πλαίσια της δοθείσης εντολής ο ενάγων είχε υποχρέωση να διατηρεί με έξοδά του ... γραφείο στην πόλη της Κατερίνης ... και να διαθέτει με δικές του δαπάνες ένα αυτοκίνητο, ένα δίκυκλο και έναν τουλάχιστον υπάλληλο, αμειβόμενο από τον ίδιο.
Η αμοιβή του καθορίστηκε σύμφωνα με τις προβλεπόμενες στη σύμβαση τιμές προμήθειας και αποστολής ... Σύμφωνα δε με τον όρο 7 του συμφωνητικού τους, η σύμβαση μπορούσε να καταγγελθεί από οποιονδήποτε από τους συμβαλλομένους για σπουδαίο λόγο (ως τέτοιος νοούμενος η παράβαση των όρων της σύμβασης και ειδικά η μη επίτευξη του στόχου πωλήσεων, που όμως δεν προσδιορίζεται ειδικά) και επίσης (μπορούσε να καταγγελθεί) από οποιονδήποτε και πάλι συμβαλλόμενο ύστερα από τρίμηνη έγγραφη προειδοποίηση προς τον αντισυμβαλλόμενο ή τετράμηνη προειδοποίηση στην περίπτωση της πρόθεσης της εναγομένης να δημιουργήσει η ίδια υποκατάστημα στην Κατερίνη ...
Ο ενάγων ανέλαβε την εκτέλεση της εντολής ... τυπικά μεν από 31.1.1996, ουσιαστικά δε από 1.12.1995, έχοντας μισθώσει τον κατάλληλο χώρο... και ακόμη αγόρασε από τη Γερμανία ένα κλειστό μεταχειρισμένο αυτοκίνητο μάρκας FORD αντί του ποσού των 2.600.000 δραχμών ... Η σύμβαση πρακτορείας λειτούργησε μέχρι την 1.6.1997, οπότε η εναγομένη του επέδωσε έγγραφη καταγγελία αυτής, χωρίς προηγούμενη έγγραφη προς αυτόν ειδοποίηση...
και αμέσως έκτοτε σταμάτησε να στέλνει τα φορτηγά της προς παραλαβή των επειγόντων δεμάτων από Κατερίνη προς Θεσσαλονίκη και λοιπά μέρη, ενώ τα μη επείγοντα δέματα, με τους ίδιους προορισμούς, άρχισε να προωθεί με άλλη εταιρεία, με την οποία σύναψε από τον Απρίλιο του 1997 σχετική σύμβαση... και συγκεκριμένα με την εταιρεία ACS στα πλαίσια αναδιάρθρωσης του δικτύου της στον τομέα των εσωτερικών ταχυμεταφορών και αντιμετώπισης του ανταγωνισμού...
Αυτός είναι και ο λόγος που η εναγομένη διέκοψε έκτοτε τη συνεργασία της με κάποιους από τους πράκτορές της, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων ... Η εν λόγω καταγγελία, η οποία επέφερε αμέσως τη λύση της επίδικης σύμβασης πρακτορείας, έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο ..., καθώς έλαβε χώρα χωρίς πταίσμα του ενάγοντος ..., ώστε να δικαιολογείται η έκτακτη καταγγελία της σύμβασης, ο δε επικαλούμενος απ' αυτή λόγος (της αναδιάρθρωσης του δικτύου της) δικαιολογεί την καταγγελία μόνο μετά από έγγραφη προειδοποίηση προς τον ενάγοντα ...
Τέτοια έγγραφη προειδοποίηση (τετράμηνη)... δεν απέστειλε η εναγομένη πριν από τη γενόμενη καταγγελία ... ούτε μπορεί αυτή να θεωρηθεί ότι ισχύει ως έγγραφη προειδοποίηση... Κατά συνέπεια ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει από την εναγομένη αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές ζημίες που τυχόν υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά της ...
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ... ο ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη θετική ζημία συνολικού ποσού ύψους 7.600.000 δραχμών και ειδικότερα α) ποσού 6.500.000 δραχμών που κατέβαλε στην προηγούμενη πράκτορα της εναγομένης στην Κατερίνη για την εξαγορά των σχετικών δικαιωμάτων της ... και β) ποσού 1.100.000 δραχμών που αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και εκείνης αντί της οποίας μεταπωλήθηκε τελικώς το φορτηγό αυτοκίνητο που είχε αγοράσει για τη διεκπεραίωση των παρεχόμενων στην εναγομένη υπηρεσιών του ...
Αναφορικά με το υπό στοιχείο (α) κονδύλιο αποδείχθηκε ότι η καταβολή του εν λόγω ποσού (το οποίο ο ενάγων χαρακτηρίζει ως αέρα) έγινε απ' αυτόν με δική του αποκλειστικά πρωτοβουλία, προκειμένου να τύχει της θετικής εισήγησης της προηγούμενης πράκτορος προς την εναγομένη, χωρίς όμως τη μεσολάβηση της τελευταίας και κυρίως χωρίς να αποτελέσει αυτό υποχρέωση που ανέλαβε από τη σύμβασή τους, ούτε και προέκυψε ότι η καταβολή του αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την ανάληψη της πρακτορείας.
Επομένως η καταβολή του έγινε στα πλαίσια του επιχειρηματικού κινδύνου που ανέλαβε ο ενάγων, ο οποίος σημειωτέον θα μπορούσε να αναμείνει την καταγγελία της σύμβασης της προηγουμένης πράκτορος πριν να διαπραγματευθεί ο ίδιος με την εναγομένη την κατάρτιση της δικής του σύμβασης, ώστε να μη χρειασθεί να καταβάλει το ποσό αυτό...
Έτσι αυτό δεν τελεί σε καμία περίπτωση σε αιτιώδη και αναγκαία συνάφεια με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από την εναγομένη ... Κατά συνέπεια το εν λόγω κονδύλιο είναι απορριπτέο ως αβάσιμο από ουσιαστική άποψη. Αβάσιμο εξ άλλου και απορριπτέο είναι και το υπό στοιχείο (β) κονδύλιο της αγωγής, καθόσον η επικαλούμενη διαφορά στην τιμή κτήσης και εκείνης της μεταπώλησης του μεταχειρισμένου φορτηγού αυτοκινήτου...
αντιπροσωπεύει τη συνήθη μείωση της αξίας του λόγω της φθοράς του κατά το χρονικό διάστημα του ενάμιση έτους που μεσολάβησε από την αγορά του έως την καταγγελία της σύμβασης, η οποία θα επερχόταν ακόμη και αν η εναγομένη τηρούσε την προθεσμία προειδοποίησης πριν από την καταγγελία. Επομένως δεν κρίνεται ότι τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αντισυμβατική συμπεριφορά της τελευταίας, δοθέντος μάλιστα ότι ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι αναγκάσθηκε να προβεί εσπευσμένα στη μεταπώληση του εν λόγω αυτοκινήτου, μειώνοντας την τρέχουσα αξία αυτού (την οποία και δεν προσδιορίζει), με αποτέλεσμα να ζημιωθεί έτσι κατά τη διαφορά αυτής και εκείνης που πέτυχε τελικώς κάτω από τις συγκεκριμένες έκτακτες περιστάσεις ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις που εφάρμοσε προκειμένου να απορρίψει τα κονδύλια των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα θετικών ζημιών του και ειδικότερα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 297-298 ΑΚ, αφού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τα κονδύλια αυτά δεν αφορούν με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ζημίες που βρίσκονται αληθώς σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την όλη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τους τρίτο και τέταρτο των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης, που συνέχονται αναγκαίως με το μοναδικό λόγο του κύριου αναιρετηρίου, είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
5. Κατά το άρθρ. 569§2εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και συντάσσεται κάτω απ' αυτό έκθεση.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν.
Αντίθετα πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξ άλλου αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του.
Κατά την έννοια αυτή η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιο της απόφασης, ανεξάρτητο από το κεφάλαιό της για τις περιουσιακές ζημίες είτε αυτές έχουν την αυτή είτε πολύ περισσότερο διαφορετική αιτία. Επομένως αν αναιρεσιβλήθηκε μόνο το κεφάλαιο της απόφασης για τις περιουσιακές ζημίες δεν επιτρέπεται η άσκηση πρόσθετων λόγων για το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού δεν συνέχονται αναγκαστικά.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης προσβλήθηκε η απόφαση του Εφετείου μόνο κατά το κεφάλαιό της των περιουσιακών ζημιών και μάλιστα μόνο ως προς τη διάταξή της που έκρινε απορριπτέα ως αόριστη τη σχετική με τα διαφυγόντα κέρδη αξίωση του αναιρεσείοντος.
Συνεπώς ο δεύτερος των πρόσθετων λόγων της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε ως αόριστη και την αξίωση του αναιρεσείοντος για επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω της επικαλούμενης ηθικής βλάβης του από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αντιδίκου του, δηλαδή αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αφορά σε κεφάλαιο μη αναγκαίως συνεχόμενο με αυτό του μοναδικού λόγου του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης. Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της κατά τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της, ενώ ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1.12.2010 αίτηση και τους από 28.11.2011 πρόσθετους λόγους του Α. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2822/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ