Supreme Court dismisses restitution request for recognized debt judgment while remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial due to procedural errors regarding the defendants' representation. The court rejected the appellant's request for restitution of funds paid under the original judgment because the underlying debt was established by a declaratory judgment. Consequently, the case was sent back to a new panel of judges for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 579 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may order restitution of funds paid under an executed judgment only if the original judgment was not based on a declaratory ruling establishing an existing legal relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 697 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 697/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011 , με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΜΕΣΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ " (Ε.Κ.Α.Β) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Κουρούκλη.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: 1) Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 2) Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ν. Χ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Μέτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 565/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7328/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-04-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 7-1-2011 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, και ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείων 4994 και 4995/15-1-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου της 27-4-2010 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους πρώτο και δεύτερο αναιρεσίβλητους Κ. Γ. και Δ. Π., καλούμενους να παραστούν κατ' αυτήν. Οι τελευταίοι κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η οποία ορίσθηκε μετ' αναβολή εκ της αρχικής δικασίμου, και για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή τους (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο μη έχοντα πληρεξουσιότητα, δοθείσα με συμβολαιογραφική πράξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 ΚΠολΔικ., ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Από την αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 15/1999).
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα (ΟλΑΠ 12/1992).
Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαβών.
Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Περαιτέρω, με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2470/1997 ορίστηκε ότι: "Για την αύξηση της αποδοτικότητας των υπαλλήλων, την ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, τη βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και για την πρόσθετη αυτών εργασία προς αντιμετώπιση αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό ως κίνητρο απόδοσης".
Κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού και του άρθρου 8 παρ. 3α, β του Ν. 2430/1996 εκδόθηκε η 2/89151/0022/4.12.2000 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών - Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β 97/31.1.2001) σύμφωνα με την οποία, για την αντιμετώπιση των ιδιαιτέρως αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών που απορρέουν από την υλοποίηση των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων στο χώρο της Υγείας, χορηγήθηκε αποζημίωση ύψους 100.000 δρχ.
κατά μήνα στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας για το χρονικό διάστημα από 1.6.2000 έως 30.6.2001, ως εξής: α) Στους μονίμους και με σύμβαση αορίστου χρόνου υπαλλήλους που κατέχουν θέση στον Οργανισμό του Υπουργείου Υγείας Πρόνοιας (ΠΔ 90/2001) β)... Η καταβολή του ποσού στους δικαιούχους θα γίνεται δεδουλευμένα και η πληρωμή θα διενεργείται στο τέλος κάθε διμήνου με ειδικές μισθοδοτικές καταστάσεις και θα υπόκειται στις νόμιμες κρατήσεις των προσθέτων αμοιβών και σε παρακράτηση φόρου ... .
Η αποζημίωση αυτή δεν θα καταβάλλεται στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου, για το χρονικό διάστημα που υπηρετούν με απόσπαση σε άλλες υπηρεσίες. Με την 2/65814/0022/ 12.11.2001 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών - Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β 1523/1 3. 11. 2001) παρατάθηκε η ισχύς της ανωτέρω Κ.Υ.Α. μέχρι 31.12.2001.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του Ν. 1579/1985 "Ρυθμίσεις για την εφαρμογή και ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" συνιστάται Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας, που υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με έδρα την Αθήνα.
Σκοπός του ΕΚΑΒ είναι ο συντονισμός της παροχής σε έκτακτες περιπτώσεις άμεσης βοήθειας και επείγουσας ιατρικής φροντίδας στους πολίτες και η μεταφορά των πολιτών αυτών σε μονάδες παροχής υπηρεσιών υγείας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έφεση κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Δυνάμει της με αριθμό 2/89151/0022/4-12-2000 κοινής Υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας - Πρόνοιας, που εκδόθηκε κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως από το άρθρο 13 ν. 2470/97 και το άρθρο 8 παρ.3 α,β ν.2430/96 χορηγήθηκε αποζημίωση ύψους 100.000 δραχμών μηνιαίως στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας - Πρόνοιας αναδρομικά για το χρονικό διάστημα από 1-6-2000 έως 30-6-2001, ήτοι για 13 μήνες, συνολικού ποσού 1.300.000 δραχμών.
Η αιτιολογία χορήγησης της ως άνω αποζημιώσεως στην συγκεκριμένη κατηγορία υπαλλήλων, όπως αυτή διατυπώνεται στην υπουργική απόφαση, είναι η εξής : " το γεγονός ότι είναι αναγκαία η άμεση ενεργοποίηση των υπαλλήλων για την αντιμετώπιση των ιδιαιτέρως αυξημένων υπηρεσιακών αναγκών, που απορρέουν από την υλοποίηση των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων στον χώρο της Υγείας".
Ως δικαιούμενοι της ως άνω αποζημιώσεως ορίζονται αναλυτικά οι εξής: Α) οι μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου υπάλληλοι, που κατέχουν θέση στον Οργανισμό του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας (ΠΔ 95/2000). Β) οι υπάλληλοι με απόσπαση, τοποθέτηση ή διάθεση καθώς και αυτοί που διορίζονται σε θέσεις μετακλητών ειδικών θέσεων και αυτοί που υπηρετούν στο γραφείο του Νομικού Συμβούλου.
Στην συνέχεια με την με αριθμό 2/65814/0022/12.11.2001 όμοια κοινή Υπουργική απόφαση, που επιγράφεται ως "τροποποίηση" της προηγούμενης, παρατάθηκε η ισχύς της τελευταίας για άλλους 6 μήνες, ήτοι μέχρι 31-12-2001, συνεπώς και η χορήγηση της εν λόγω αποζημιώσεως στην ίδια κατηγορία υπαλλήλων για άλλους 6 μήνες, στους οποίους για την αιτία αυτή καταβλήθηκε επί πλέον το ποσό των 600.000 δραχμών (6 μήνες Χ 100.000).
Το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) ΕΚΑΒ αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, εποπτευόμενο από τον υπουργό Υγείας-Πρόνοιας. Με βάση τον ιδρυτικό του νόμο (άρθρο 7 παρ.1 και 2 ν. 1579/85) "Συνιστάται Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας, που υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με έδρα την Αθήνα - Σκοπός του ΕΚΑΒ είναι ο συντονισμός της παροχής σε έκτακτες περιπτώσεις άμεσης βοήθειας και επείγουσας ιατρικής φροντίδας στους πολίτες και η μεταφορά των πολιτών αυτών σε μονάδες παροχής υπηρεσιών υγείας".
Περαιτέρω κατά την παράγραφο 8 του ιδίου άρθρου του παραπάνω νόμου "Κέντρα Άμεσης Βοήθειας (ΚΑΒ) και Σταθμοί Πρώτων Βοηθειών, που έχουν συσταθεί και λειτουργούν σε πόλεις της χώρας, ως οργανικές υπηρεσίες νοσηλευτικών ιδρυμάτων, συγχωνεύονται με τα παραρτήματα του ΕΚΑΒ, που συνιστώνται και λειτουργούν αντίστοιχα στις πόλεις αυτές με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου".
Με βάση τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται σαφώς ο επιτελικός και συντονιστικός ρόλος του ΕΚΑΒ στον χώρο της Υγείας και ειδικότερα στον τομέα της επείγουσας ιατρικής σε πανελλήνια κλίμακα. Από τον χαρακτήρα του αυτόν καθίσταται επίσης σαφές ότι οποιεσδήποτε διαρθρωτικές ή εκσυγχρονιστικές αλλαγές στον χώρο του Ε.Σ.Υ.
και της Υγείας γενικότερα, δεν μπορεί να πραγματοποιηθούν χωρίς την ενεργό συμμετοχή και δραστηριοποίηση και του συνόλου των υπαλλήλων, που υπηρετούν στο Ε.Κ.Α.Β. Η χορήγηση συνεπώς της προαναφερόμενης αποζημιώσεως επιλεκτικά στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας - Πρόνοιας με τη μορφή κινήτρου παραγωγικότητας με το παραπάνω σκεπτικό, ήτοι βασιζόμενη στην "ανάγκη άμεσης ενεργοποίησης τους για την υλοποίηση των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων στον χώρο της Υγείας" κατά τρόπο εντελώς αόριστο, χωρίς να προσδιορίζεται ο ειδικότερος ρόλος της κατηγορίας αυτής υπαλλήλων στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων αυτών σε σχέση με τους λοιπούς υπηρετούντες στο Ε.Σ.Υ., ιδιαίτερα δε των υπαλλήλων του εναγομένου (ΕΚΑΒ), και ο ταυτόχρονος αδικαιολόγητος αποκλεισμός των τελευταίων από την χορήγηση της συγκεκριμένης οικονομικής παροχής, συνιστά ανεπίτρεπτη νομοθετική διάκριση και προνομιακή μεταχείριση μιας κατηγορίας υπαλλήλων σε βάρος άλλης, που εκτελεί τα ίδια καθήκοντα και είναι επιφορτισμένη με τις ίδιες ευθύνες για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού χωρίς να υφίσταται συγκεκριμένος λόγος δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί την διάκριση αυτή.
Η ρύθμιση δε αυτή είναι αντισυνταγματική αντικείμενη στην αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχειρίσεως. Επιβάλλεται συνεπώς η επέκταση της, ήτοι η χορήγηση της προβλεφθείσας αποζημιώσεως και στους ενάγοντες ως υπηρετούντες στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω. Από την αοριστία εξάλλου της διατύπωσης της αιτιολογίας χορήγησης της εν λόγω "αποζημιώσεως" από τις ως άνω υπουργικές αποφάσεις σε συνδυασμό με τις εξουσιοδοτικές διατάξεις άρθρου 13 ν. 2470/97 και του άρθρου 8 παρ. 3 α και β ν.2430/96 συνάγεται ότι εν τοις πράγμασι πρόκειται για παροχή επιδόματος αυξημένης ευθύνης ως κίνητρο αποδοτικότητας για ενίσχυση της προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες και απαιτήσεις, εκσυγχρονισμό και βελτίωση των παρεχομένων υπηρεσιών υγείας προς τον πολίτη και τις εξ αυτού προκύπτουσες αυξημένες υπηρεσιακές ανάγκες, επιπλέον του τακτικώς παρεχομένου ( άρθρο 13 παρ. 7 εδ.
τελευταίο). Πέρα της αυτονόητης αναγκαίας συμμετοχής και ενεργοποίησης του νοσηλευτικού και διοικητικού προσωπικού του εναγομένου (ΕΚΑΒ) στην βελτίωση και εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών υγείας, το προσωπικό του παίζει κεντρικό ρόλο προς την κατεύθυνση αυτή εκτός των άλλων και με την θεσμοθετημένη λειτουργία εντός αυτού και με την ευθύνη και διοικητική εποπτεία του τομέων επιμόρφωσης και έρευνας, ήτοι α) Κέντρου Μετεκπαίδευσης Ιατρών Επείγουσας Ιατρικής, β) Επαγγελματικής Σχολής Διασωστών διετούς φοιτήσεως, γ) Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων Επείγουσας Προνοσοκομειακής Ιατρικής για την εκπαίδευση νοσηλευτών, διασωστών (πληρωμάτων ασθενοφόρων), στελεχών δημοσίων υπηρεσιών που απασχολούνται με την διάσωση και την παροχή βοήθειας στους πολίτες, δ) Τομέα Πρόληψης Ατυχημάτων, σκοπός του οποίου είναι η μελέτη και επιστημονική τεκμηρίωση των αιτιών που προκαλούν ένα ατύχημα και η εισαγωγή μέτρων πρόληψης (άρθρο 7 ν. 2345/95).
Η λειτουργία των εκπαιδευτικών αυτών φορέων δεν αφορά μόνον τους υπαλλήλους που υπάγονται στον οργανισμό το ΕΚΑΒ, αλλά το σύνολο του ΕΣ Υ και του χώρου της Δημόσιας Υγείας, καθίσταται σε και εκ τούτου προφανής σημαντικός ρόλος του εναγομένου και των υπαλλήλων του στην μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Υγείας.
Ο κεντρικός ρόλος του εναγομένου και των υπαλλήλων του στην υλοποίηση των προγραμματισμένων μεταρρυθμίσεων στον χώρο της υγείας αναγνωρίζεται άμεσα και από τις διατάξεις και το πνεύμα του ν. 2519/97 (Ανάπτυξη και Εκσυγχρονισμός του Ε.Σ.Υ., οργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών, ρυθμίσεις για το φάρμακο και άλλες διατάξεις).
Ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 24 (πρόβλεψη δυνατότητας λειτουργίας του ΕΚΑΒ ως Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης του προσωπικού του Ε.Σ.Υ.) και 58 (εξουσιοδοτική διάταξη για τροποποίηση του κανονισμού του Ε.Κ.Α.Β., ώστε να είναι προσαρμοσμένος στις προγραμματισμένες μεταρρυθμίσεις). Περαιτέρω, συνεχίζει το Δικαστήριο της ουσίας, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, είναι υπάλληλοι του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΕΚΑΒ και υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία Αθηνών στο παράρτημα Πατρών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την κατωτέρω αναφερόμενη ημερομηνία προσλήψεως τους, μέχρι την υποβολή της αγωγής και με τις για κάθε έναν ση μειούμενες κατηγορίες και ειδικότητες : 1.
Ο πρώτος ενάγων, Κ. Γ., προσλήφθηκε στις 17-10-1981 ως ιδιωτικού δικαίου υπάλληλος και υπηρετώ στο εναγόμενο ΕΚΑΒ στο παράρτημα Πατρών με την ειδικότητα πληρώματος ασθενοφόρου, κατηγορίας ΔΕ, 2. Ο δεύτερος ενάγων, Δ. Π., προσλήφθηκε στις 7-9-1989 ως ιδιωτικού δικαίου υπάλληλος και υπηρετεί στο εναγόμενο ΕΚΑΒ στο παράρτημα Πατρών με την ειδικότητα πληρώματος ασθενοφόρου, κατηγορίας ΔΕ και 3.
Ο τρίτος ενάγων, Ν. Χ., προσλήφθηκε στις 21-4-1989 ως ιδιωτικού δικαίου υπάλληλος και υπηρετεί στο εναγόμενο ΕΚΑΒ Αθηνών με την ειδικότητα πληρώματος ασθενοφόρου, κατηγορίας ΔΕ. Σύμφωνα δε με τα όσα ανωτέρω εκτίθενται ο αποκλεισμός των εναγόντων από τη χορήγηση της συγκεκριμένης οικονομικής παροχής είναι αδικαιολόγητος και συνιστά ανεπίτρεπτη νομοθετική διάκριση και προνομιακή μεταχείριση μιας κατηγορίας υπαλλήλων σε βάρος άλλης, που εκτελεί τα ίδια καθήκοντα και είναι επιφορτισμένη με τις ίδιες ευθύνες και ίδιες αυξημένες υπηρεσιακές ανάγκες και με τα ίδια η παρεμφερή καθήκοντα για την υλοποίηση των προγραμματισμένων αλλαγών και μεταρρυθμίσεων στο χώρο της Υγείας χωρίς να υφίσταται συγκεκριμένος λόγος δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί τη διάκριση αυτή.
Η τέτοια ρύθμιση αντίκειται στην αρχή της ισότητας και την αρχή της ίσης μεταχείρισης και ως εκ τούτου επιβάλλεται η επέκταση της, ήτοι η χορήγηση της αποζημιώσεως αυτής και στους ενάγοντες για το χρονικό διάστημα που υπηρετούν με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου στο ΕΚΑΒ. Έτσι το Εφετείο έκρινε, ότι η εξαίρεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων από την επίδικη αποζημίωση, χωρίς να συντρέχει λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, παραβιάζει τη μισθολογική ισότητα και είναι αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος και ότι προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας οφείλει το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον την αποζημίωση αυτή και σ αυτούς και, απορρίπτοντας την έφεση, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ.
β' Συντάγματος, 13 του Ν. 2470/1997, 2/89151/0022/4.12.2000, 2/65814/0022/ 12.11.2001 ΚΥΑ (Οικονομικών - Υγείας Πρόνοιας), που δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν στην ένδικη περίπτωση. Διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που είχαν διαφορετικό εργοδότη (ήτοι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι το Εθνικό Κέντρο Άμεσης Βοήθειας και οι υπάλληλοι του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας το Ελληνικό Δημόσιο) και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ενόψει του διαφορετικού είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαβών.
Ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δυο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη ειδική αποζημίωση, απομονούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών. Επομένως υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση ο αιτών μπορεί να ζητήσει επί χρηματικής παροχής να του επιστραφούν το κεφάλαιο, οι τόκοι επί του κεφαλαίου τους οποίους κατέβαλε, καθώς και τα δικαστικά έξοδα, τα έξοδα της επιταγής και της παραγγελίας προς εκτέλεση.
Η αίτηση επαναφοράς πρέπει να είναι σαφής, ορισμένη, να περιέχει τα από τα άρθρα 118 -120 ΚΠολΔικ προβλεπόμενα στοιχεία και επί χρηματικής παροχής πρέπει να αναφέρεται σ' αυτή το ζητούμενο χρηματικό ποσό που ο αναιρεσείων κατέβαλε. Εξάλλου, στην περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο της αρχικής διαφοράς ήταν η διάγνωση με αναγνωριστική απόφαση μιας έννομης σχέσεως, η αίτηση επαναφοράς είναι απαράδεκτη.
Έτσι δεν μπορεί να ζητηθεί η απόδοση καταβληθέντος χρηματικού ποσού σε εκτέλεση διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση αναγνωριστική απόφαση, αφού, η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό διαφορετικό και ανεξάρτητο από την εν λόγω απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με το αναιρετήριο υποβάλλει το αίτημα "να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των καταβληθέντων χρηματικών ποσών σε εκτέλεση και για την εξόφληση της με αρ. 565/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, μετά την τελεσιδικία της εκ της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμ. 7328/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών". Η αίτηση αυτή επαναφοράς των πραγμάτων, ενόψει και του ότι η απόφαση του Ειρηνοδικείου, που επικυρώθηκε με την αναιρούμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα, είναι, προεχόντως, απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7328/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ