Appeal dismissed against one publisher but allowed against another due to lack of standing and insufficient argumentation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the first publisher because the appellant lacked standing to challenge them regarding the specific errors alleged. Conversely, the appeal against the second publisher was allowed in part because the court found the arguments regarding labor law violations were insufficiently substantiated. Consequently, the case was remanded for further trial against the second publisher while the appellant was ordered to pay costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558 and 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed only against those who were parties to the original trial and are adverse to the appellant, and only regarding those against whom the alleged errors justify the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 697 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 697/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζάβαλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Α. Ψ1 ΕΠΕ ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρίας με την επωνυμία "Ψ2 MEDIA GROUP ΕΠΕ", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Γκότση, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1725/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4509/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-3-2009 αίτησή του και τους από 24-12-2009 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 25-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου κύριου λόγου αναίρεσης ενμέρει, του πρώτου πρόσθετου λόγου και ενμέρει του δεύτερου πρόσθετου λόγου, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό, καθώς και την παραδοχή των τετάρτου και πέμπτου κύριων λόγων, την απόρριψη δε κατά τα λοιπά των πρώτου κύριου και του δεύτερου πρόσθετου, καθώς και των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την από
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων από αυτούς ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και, με βάση τις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έτσι, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος στους οποίους δεν αφορά η αποδιδομένη με αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 4509/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετ' εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με αντικείμενο αξιώσεις από την σύμβαση εργασίας του ως δημοσιογράφου εφημερίδων απορρίφθηκε ως προς την 1η αναιρεσίβλητη εναγομένη (εταιρεία Γ.
Α.Ψ1 ΕΠΕ ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ) με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ενάγων είχε προσληφθεί ουσιαστικά από την 2η αναιρεσίβλητη εναγομένη (εταιρεία Ψ2 ΜΕDIA GROUP ΕΠΕ), υπεισελθούσα μάλιστα στην θέση της 1ης και διαδεχθείσα αυτήν, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον μέρος τους στρέφονται και κατά της 1ης αναιρεσίβλητης, διότι δεν την αφορούν οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες, ούτε περιέχεται ως προς αυτήν στην αίτηση αναίρεσης και τους προσθέτους λόγους αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται αλλά και να είναι δυνατή η αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης και ως προς την αναιρεσίβλητη αυτήν.
II. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή . Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Αν το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Εξάλλου, με το άρθρο 1 της εφαρμοσθείσης (και εφαρμοστέας), ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου πρόσληψης και εργασίας του ενάγοντος, από 16-12-1997 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Συντακτών-μελών της ΕΣΗΕΑ που απασχολούνται σε εφημερίδες-μέλη της ΕΙΗΕΑ", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 8-1-1998 με την 10530/1998 ΥΑ (ΦΕΚ Β 157/1998) και δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος (άρθ. 11 §2 ν. 1876/1990), καθορίσθηκαν για το χρονικό διάστημα από 1-10-1997 έως 30-9-1998 τα κατώτατα όρια των βασικών μηνιαίων μισθών των συντακτών που απασχολούνται σε εφημερίδες ως εξής : (1) Κατά το χρονικό διάστημα απόΙ-10-1997 έως 30-9-1998, για το 1° και το 2° έτος απασχόλησης, για τους εσωτερικούς συντάκτες σε 205.850δρχ.
και για τους εξωτερικούς σε 185.400δρχ (2) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-1998 μέχρι 30-9-1999 σε 218.200 και 196.500δρχ αντίστοιχα, προβλέφθηκαν δηλ. υψηλότεροι βασικοί μηνιαίοι για τους εσωτερικούς συντάκτες σε σχέση με τους εξωτερικούς. Παρόμοια ρύθμιση, θέσπιση δηλ. μεγαλυτέρων βασικών μισθών για τους εσωτερικούς συντάκτες, περιέχεται στο άρθ. 1 και των λοιπών ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών κλπ., οι οποίες εφαρμόσθηκαν και καλύπτουν το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα ( από 16-12-1999 που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 10342/2000, ΦΕΚ Β Ί 75/2000, από 26-6-2001, υποχρεωτική με την από 14-9-2001 ΥΑ, ΦΕΚ Β' 1210, από 5-4-2002, υποχρεωτική με την ΥΑ 11473/2002, ΦΕΚ Β'703, από 14-5-2003, υποχρεωτική με την ΥΑ 1504/2003, ΦΕΚ Β' 878, από 29-7-2004 υποχρεωτική με την ΥΑ 12748/2004, ΦΕΚ Β 1418).
Στις ως άνω ΣΣΕ δεν περιέχονται τα ειδικότερα καθήκοντα και καθορισμός της έννοιας του "εσωτερικού συντάκτη", κατηγορία του οποίου αποτελεί ο "συντάκτης ύλης" που δικαιούται, όπως και ο αρθρογράφος, επίδομα θέσης 10% επί του βασικού μισθού σύμφωνα με το άρθ. 4 εδ. γ' της από 26-10-1989 ΣΣΕ, διατηρηθέν σε ισχύ με διατάξεις των μεταγενεστέρων ΣΣΕ, ούτε του "εξωτερικού συντάκτη" και μάλιστα σε αντιδιαστολή μεταξύ τους, ώστε να προκύπτουν οι εννοιολογικές διαφορές για την κατάταξη στις αντίστοιχες κατηγορίες.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής της ως άνω ΣΣΕ (αλλά και των λοιπών που περιέχουν την διάκριση αυτή και επιφυλάσσουν με βάση αυτήν διαφορετική μισθολογική μεταχείριση) ως "εσωτερικός συντάκτης" πρέπει να θεωρηθεί ο δημοσιογράφος εφημερίδας, ο οποίος, προσερχόμενος καθημερινά στα γραφεία της εφημερίδας, αφού συλλέγει για το ειδικότερο αντικείμενο και το συγκεκριμένο θέμα του τομέα της απασχόλησης του πληροφορίες κυρίως τηλεφωνικά αλλά και με παρακολούθηση από τον ίδιον των αντιστοίχων γεγονότων, συντάσσει τα σχετικά κείμενα, τα οποία, μετά από έλεγχο από τον προϊστάμενο του οικείου τμήματος και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας, δημοσιεύονται ενυπόγραφα από τον ίδιο ή μαζί με άλλον συντάκτη, ενώ ως "εξωτερικός συντάκτης" ο δημοσιογράφος, ο οποίος για την συλλογή στοιχείων και πληροφοριών επί συγκεκριμένου θέματος ή γεγονότος της ειδικότητας του και δη επικαίρου εργάζεται κυρίως εκτός των γραφείων της εφημερίδας μεταβαίνοντας στον τόπο του ενδιαφέροντος ειδησεογραφικού γεγονότος ή θέματος και ακολούθως συντάσσει σχετικό κείμενο που παραδίδει προς έλεγχο και έγκριση από τον υπεύθυνο του αντίστοιχου τμήματος και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας για την εν συνεχεία δημοσίευση του.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερα, από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων, επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος με αντικείμενο αξιώσεις αυτού από την εργασία του ως συντάκτη εφημερίδας, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη 4509/2008 απόφαση του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι ο ενάγων προσελήφθη την 1-7-1998 με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τυπικά μεν από την α εναγομένη εταιρεία "Γ.
Α. Ψ1 ΕΠΕ ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" (1η αναιρεσίβλητη), ουσιαστικά όμως από την β' εναγομένη εταιρεία "Ψ2 ΜΕDIA GROUP ΕΠΕ " (2η αναιρεσίβλητη), προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην καθημερινή εφημερίδα Κ και στο κυριακάτικο φύλλο αυτής (εβδομαδιαία) Κ, ότι η β' εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια της παραπάνω καθημερινής εφημερίδας και από την 26-3-1997 συνέχισε χωρίς διακοπή την επιχείρηση έκδοσης της εφημερίδας Κ και του κυριακάτικου φύλλου της Κ στον ίδιο χώρο εργασίας της α' εναγομένης, αναπτύσσοντας την ίδια με εκείνη επιχειρηματική και η οικονομική δραστηριότητα και διατηρώντας την ταυτότητα της επιχείρησης, διαδεχθείσα την α' εναγομένη ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της στην σχέση εργασίας του ενάγοντος , έστω και αν αυτός τυπικά φαίνεται να προσλήφθηκε από την α' εναγομένη, ότι ειδικότερα ο ενάγων προσλήφθηκε από την β' εναγομένη προκειμένου ν' απασχοληθεί ως εξωτερικός συντάκτης, στα καθήκοντα του δηλ.
περιλαμβάνονταν η μετάβαση του με το τηλεοπτικό συνεργείο στον τόπο του ειδησεογραφικού γεγονότος, η καθοδήγηση του εικονολήπτη για την λήψη της κατάλληλης εικόνας, η λήψη συνεντεύξεων κλπ. για την πληρέστερη κάλυψη του γεγονότος, η πραγματοποίηση του "σπικάζ" και η επιμέλεια του "μοντάζ" του θέματος του, η σύνταξη και παράδοση στην αρχισυνταξία των εισαγωγικών κειμένων του θέματος του, η υπόδειξη τρόπων εικαστικής βελτίωσης του θέματος και η απ' ευθείας μετάδοση του ρεπορτάζ του από τον τόπο του γεγονότος την ώρα εκπομπής του δελτίου ειδήσεων, ενώ συμμετείχε σε αποστολές στο εσωτερικό και το εξωτερικό ανάλογα με την ειδικότητα του, επιπλέον δε έγραφε άρθρα με θέματα πολιτιστικού περιεχομένου, ότι είναι αβάσιμος (δεν αποδείχθηκε) ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι απασχολήθηκε αποκλειστικά ως εσωτερικός συντάκτης στην β' εναγομένη, αφού κατά τον χρόνο πρόσληψης του είχε ελάχιστη εμπειρία ως δημοσιογράφος, καθόσον με την ιδιότητα αυτή είχεν εργασθεί από 1/1-30/4/1990 και από 1/1-30/3/1995, ενώ από 1-2-1992 μέχρι 31-8-1997 εργάσθηκε ως τεχνικός τύπου, ότι ο εσωτερικός συντάκτης έχει την ευθύνη της διαμόρφωσης του φύλλου, κατανέμει και ταξιθετεί την ύλη (δηλ.
παραλαμβάνει τα κείμενα που παραδίδουν οι εξωτερικοί συντάκτες, τα διορθώνει, τους βάζει τίτλους και διαμορφώνει τις σελίδες της εφημερίδας με τα διάφορα άρθρα), κατανέμει αρμοδιότητες στους εξωτερικούς συντάκτες και έχει όλη την επιμέλεια της ύλης και της εργασίας των λοιπών συντακτών, επιβαρυνόμενος έτσι με επιπλέον ευθύνη που δικαιολογεί την αυξημένη, σε σχέση με τον εξωτερικό συντάκτη, νόμιμη αμοιβή κατά τις οικείες ΣΣΕ, αρμοδιότητες που δεν προέκυψε ότι είχε ο ενάγων, ότι ο ενάγων εργαζόταν έξι ημέρες την εβδομάδα, δηλ.
από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή επί 8ωρο, καθώς και όλες τις Κυριακές, (εκτός από τον μήνα Αύγουστο κάθε έτους), επί 6 ώρες, λόγω της έκδοσης της παραπάνω εφημερίδας και την Δευτέρα, χωρίς να του καταβάλλεται αντίστοιχη αμοιβή ή αποζημίωση ή να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, ότι ο ενάγων δεν δικαιούται πρόσθετης αμοιβής για την απασχόληση του κατά την διάρκεια του ωραρίου του, από την Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή, για τις ανάγκες της εφημερίδας Κ, η οποία δεν αποτελεί ξεχωριστή εφημερίδα από την Κ αλλά την κυριακάτικη έκδοση αυτής και ο ενάγων συμφώνησε κατά την πρόσληψη του ότι θα εργάζεται και για την κυριακάτικη έκδοση λαμβάνοντας έναν ενιαίο μισθό, ότι την 19-5-2004 η εναγομένη σταμάτησε ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτόν την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, με βάση δε τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη και την δέχθηκε ενμέρει ως προς την δεύτερη εναγομένη, την οποία υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα για το επίδικο χρονικό διάστημα (1999-2004) τ' αναφερόμενα εκεί ποσά για διαφορές μηνιαίου μισθού, επιδομάτων εορτών, αποδοχών και επιδομάτων αδείας, αμοιβή για απασχόληση κατά τις Κυριακές, καθώς και ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, συνολικά δε το ποσό των 22.758,24€ με τους νόμιμους τόκους.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχθέν με την προσβαλλομένη απόφαση του σύμφωνα με τις ειδικότερα προβαλλόμενες με την αναίρεση και τους προσθέτους λόγους αιτιάσεις ότι "πρέπει να σημειωθεί ότι ο εσωτερικός συντάκτης έχει την ευθύνη της διαμόρφωσης του φύλλου, κατανέμει και ταξιθετεί την ύλη στην εφημερίδα, δηλαδή παραλαμβάνει τα κείμενα που παραδίδουν οι εξωτερικοί συντάκτες, τα διορθώνει, τους βάζει τίτλους και διαμορφώνει τις σελίδες της εφημερίδας με τα διάφορα άρθρα, ενώ επίσης κατανέμει αρμοδιότητες στους λοιπούς συντάκτες (τους εξωτερικούς δηλαδή) και έχει την όλη επιμέλεια της ύλης και της εργασίας των λοιπών συντακτών.
Οι εν λόγω αρμοδιότητες βαρύνουν τον εσωτερικό συντάκτη με επιπλέον ευθύνη, γεγονός που δικαιολογεί και την αυξημένη, σε σχέση με τον εξωτερικό συντάκτη, οριζόμενη νόμιμη αμοιβή, όπως προκύπτει από τις εφαρμοζόμενες ΣΣΕ, ενώ απαιτείται μακρόχρονη σχετική εμπειρία. Τις αυξημένες αυτές αρμοδιότητες δεν προέκυψε,
ότι διέθετε ο ενάγων και ως εκ τούτου η ιδιότητα που τον χαρακτήριζε ήταν....η του εξωτερικού συντάκτη" δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 1 και 4 των από 26-10-1989 και 16-12-1997 προαναφερομένων ΣΣΕ (και των λοιπών παρομοίων που εφαρμόσθηκαν) που αναφέρονται στην διάκριση των συντακτών εφημερίδων σε εσωτερικούς και εξωτερικούς και ορίζουν σε διαφορετικά ποσά (μεγαλύτερα για τους εσωτερικούς) τους βασικούς μισθούς τους, 3 της από 26-10-1989 (που καθορίζει τον μισθό μαθητείας των νεοπροσλαμβανομένων, χωρίς προϋπηρεσία, συντακτών στο 1/2 του βασικού μισθού του πρώτου κλιμακίου εσωτερικού συντάκτη) και 5 της από 16-12-1997 ΣΣΕ (1) ούτε ευθέως με εσφαλμένη μη υπαγωγή ειδικότερα των ως άνω γενομένων δεκτών στα άρθ. 1 και 4 των ως άνω ΣΣΕ (και δη των από 26-10-1989 και 16-12-1997) (2) ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με την ειδικότερη μάλιστα κρίση ότι ο εσωτερικός συντάκτης πρέπει να έχει αυξημένη εμπειρία, καθόσον τα ως άνω αναφερόμενα συνιστούν νομικά και πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου για την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος του, ότι ο ενάγων δεν είχε την ιδιότητα του εσωτερικού συντάκτη, και όχι παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε το μεν να τίθεται θέμα ορθής ή μη υπαγωγής αυτών στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου το δε να δέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι (α) ο πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης κατά τα σχετικά σκέλη του από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο αυτός δε πρώτος λόγος ειδικότερα κατά το σκέλος του επίσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού του αναιρεσείοντος ενάγοντος ως εξωτερικού ή εσωτερικού συντάκτη, επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτός εργαζόταν 6 ημέρες την εβδομάδα επί 8ωρο ημερησίως, χωρίς να προσδιορίζει το ωράριο εργασίας του και αν η παροχή της γινόταν κατόπιν εντολών της διεύθυνσης της εφημερίδας, η οποία ήλεγχε και έκανε σχετικές υποδείξεις για τον τρόπο εργασίας του και την ποιότητα της, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι τα παραπάνω απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό, σύμφωνα με τα άρθ. 648, 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943 (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών (ή κάποιας άλλης μορφής) και όχι του συντάκτη ως εσωτερικού ή εξωτερικού (β) πρώτος πρόσθετος λόγος από τους αυτούς ως άνω αριθμούς 1 και 19 του ιδίου άρθρου ως προς τον καθορισμό των καθηκόντων του εξωτερικού συντάκτη και τις διαφορές μεταξύ αυτού και του εσωτερικού συντάκτη και του συντάκτη ύλης και (γ) δεύτερος (και τελευταίος) πρόσθετος λόγος κατά τα σκέλη του β' από τον αριθ. 1 του ως άνω άρθρου (για ευθεία παραβίαση του άρθ. 5 της από 16-12-1997 ΣΣΕ που αναφέρεται στις αρμοδιότητες του συντάκτη ύλης-διαμορφωτή σελίδας) και γ' από τον αριθ. 19 αυτού (για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθ. 1 της από 16-12-1997 ΣΣΕ που προσδιόρισε τις νόμιμες αποδοχές των συντακτών, εσωτερικών και εξωτερικών, από τον 1° χρόνο της εργασίας τους, χωρίς την προϋπόθεση της προϋπηρεσίας και εμπειρίας για τους εσωτερικούς), ο αυτός δε λόγος κατά το α' σκέλος του από τους αριθ. 1 και 19 του ιδίου άρθρου για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων, λόγω της παραδοχής της προσβαλλομένης απόφασης ότι "ο ενάγων έγραφε άρθρα πολιτιστικού περιεχομένου", ως αβάσιμος, καθόσον η σύνταξη άρθρων πολιτιστικού περιεχομένου δεν αποτελεί μέρος των καθηκόντων και της εργασίας αποκλειστικά και μόνο του εσωτερικού συντάκτη.
Εξάλλου, ο 2ος κύριος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτηρισμού του ενάγοντος ως αρθρογράφου, ιδιότητα που συνεπάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθ. 4 εδ.
γ' της από 26-10-1989 ΣΣΕ και την χορήγηση του προβλεπομένου απ' αυτήν επιδόματος θέσης ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού, καθόσον δέχθηκε ότι "επιπλέον ο ενάγων έγραφε άρθρα με θέματα πολιτιστικού περιεχομένου", χωρίς να λάβει υπόψη την πληθώρα των προσκομισθέντων άρθρων πολιτιστικού και επιστημονικού περιεχομένου (που δεν προσδιορίζονται στον λόγο αυτόν αναίρεσης) που δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες ή να κρίνει το περιεχόμενο τους, για να δυνηθεί να κρίνει αφενός την συχνότητα της δημοσίευσης τους και εντεύθεν αν η αρθρογραφία του αποτέλεσε όρο της ένδικης σύμβασης εργασίας και αφετέρου αν ήταν ικανή να τον χαρακτηρίσει ως αρθρογράφο, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος , διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα η εκτίμηση των αποδείξεων.
III. Κατά το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης , δεν αποτελούν όμως "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν (απλή ή αιτιολογημένη) άρνηση αυτών ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά που αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι : (1) Με την ένδικη αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε, ότι προσελήφθη από την δεύτερη εναγομένη και αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως συντάκτης ύλης της ημερήσιας πολιτικής εφημερίδας της Κ και ειδικότερα ότι "ως περιεχόμενο της εργασίας του είχε την επιμέλεια των οικονομικών και των καλλιτεχνικών σελίδων της εφημερίδας, την φροντίδα για την επάρκεια του υλικού προς συμπλήρωση των κενών των σελίδων, τον έλεγχο των εξωτερικών (ρεπόρτερ) και εσωτερικών συντακτών, την επιστροφή σε αυτούς για συμπλήρωση ή διόρθωση τους, την συμμετοχή σε καθημερινές συσκέψεις με τα υπόλοιπα στελέχη της εφημερίδας και τους συντάκτες των θεμάτων για την επίτευξη του καλλίτερου δυνατού αποτελέσματος.
Στη συνέχεια παρενέβαινε στο περιεχόμενο και την μορφή των σελίδων με την επιλογή φωτογραφιών, τίτλους των κειμένων και των άρθρων και επέβλεπε την σελιδοποίηση τους μέχρι την τελική εκτύπωση τους. Παράλληλα με την παραπάνω εργασία του συντάκτη ύλης πραγματοποιούσε άρθρα πολιτιστικού περιεχομένου, τα οποία δημοσιεύοντο σε τακτά χρονικά διαστήματα (δύο φορές την εβδομάδα κατά μέσο όρο), ενώ από τον μήνα Φεβρουάριο 2002 και μέχρι την λήξη της εργασιακής σχέσης ανέλαβε την υποχρέωση της, σε καθημερινή βάση, αρθρογραφίας του σε θέματα που αφορούσαν τον πολιτισμό.
Για τη συγκέντρωση του υλικού, είτε μετέβαινε επί τόπου για την παρακολούθηση του γεγονότος (βιβλιοπαρουσίαση, εκθέσεις ζωγραφικής, συνεντεύξεις τύπου κτλ.), είτε αναζητούσε στοιχεία σε επιστημονικά περιοδικά και εξειδικευμένα βιβλία (λαογραφίας, τοπικής αρχιτεκτονικής), είτε ελάμβανε συνεντεύξεις από πρόσωπα της τέχνης και του πολιτισμού.
Το μέρος αυτό των εργασιών ελάμβανε χώρα εκτός των γραφείων της εφημερίδας και εκτός του προαναφερομένου ωραρίου, επιστρέφοντας στη συνέχεια σε αυτά για την πραγματοποίηση της εργασίας του συντάκτη ύλης και την ολοκλήρωση της επεξεργασίας των προς δημοσίευση θεμάτων με την σύνταξη των σχετικών άρθρων και ρεπορτάζ" (2) Οι αναιρεσίβλητες με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, αρνούμενες την αγωγή, προέβαλαν ότι ο αναιρεσείων ενάγων προσελήφθη και απασχολήθηκε στην ως άνω εφημερίδα με την ιδιότητα του εξωτερικού συντάκτη, χωρίς να εργασθεί ποτέ ως εσωτερικός συντάκτης (3) Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε συναφώς, όπως προαναφέρθηκε, ως προς την ιδιότητα και το αντικείμενο εργασίας του ενάγοντος, ότι αυτός προσελήφθη προκειμένου ν' απασχοληθεί στην εφημερίδα ως εξωτερικός συντάκτης, δηλαδή ότι στα καθήκοντα του περιλαμβάνονταν η μετάβαση με το τηλεοπτικό συνεργείο στον τόπο του ειδησεογραφικού γεγονότος, η καθοδήγηση του εικονολήπτη για την λήψη της κατάλληλης εικόνας, η λήψη συνεντεύξεων κλπ.
για την πληρέστερη κάλυψη του γεγονότος, η πραγματοποίηση του "σπικάζ" και η επιμέλεια του "μοντάζ" του θέματος του κλπ., η απευθείας μετάδοση του "ρεπορτάζ" από τον τόπο του γεγονότος την ώρα της εκπομπής του δελτίου ειδήσεων και η συμμετοχή του σε αποστολές στο εσωτερικό και στο εξωτερικό ανάλογα με την ειδικότητα του.
Σύμφωνα με τα παραπάνω και αφού ληφθεί υπόψη ότι (α) ο "συντάκτης ύλης" , ιδιότητα με την οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, προσελήφθη και εργάσθηκε ο αναιρεσείων, αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, ειδικότερη κατηγορία του εσωτερικού συντάκτη, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθ. 1 όλων των ως άνω ΣΣΕ που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση για το επίδικο χρονικό διάστημα, το οποίο διακρίνει (κατατάσσει) τους συντάκτες εφημερίδων σε δύο μόνο βασικές μισθολογικές κατηγορίες, τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς, με το άρθ. 4 εδ.
γ' της από 26-10-1989 ΣΣΕ (που διατηρήθηκε σε ισχύ με διατάξεις των μεταγενεστέρων σχετικών ΣΣΕ) (β) ο ανωτέρω ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων αποτελεί άρνηση των αντίστοιχων αγωγικών ισχυρισμών, τα γενόμενα δεκτά ως άνω με την προσβαλλομένη απόφαση δεν αποτελούν μη προταθέντα "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, αλλά την κατά την κρίση του Εφετείου εξειδίκευση της έννοιας και των καθηκόντων του εξωτερικού συντάκτη, ιδιότητα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ύστερ' από την προβολή του παραπάνω αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού, ότι αποδείχθηκε ότι είχε ο ενάγων κατά την απασχόληση του στην εφημερίδα, ανεξάρτητα από το εάν αυτά συγκροτούν ή όχι την έννοια εξωτερικού συντάκτη εφημερίδας.
Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο 3ος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω "πράγματα", αν και αυτά δεν προτάθηκαν.
IV.Από το συνδυασμό των διατάξεων της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την ΥΑ 25825/1951, και των άρθρων 1 παρ. 2, 7 παρ.1στ και 10 του Β.Δ.748/1966, προκύπτει ότι ο μισθωτός που εργάζεται κατά την Κυριακή, ανεξαρτήτως αν επιτρεπτώς ή μη, δικαιούται να λάβει 75% προσαύξηση επί του 1/25 του μηνιαίου μισθού του και αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση κατ' άλλη εργάσιμη ημέρα της αρξάμενης την Κυριακή εβδομάδας, καθοριζόμενη από τον εργοδότη, και σε περίπτωση μη χορήγησης της εν λόγω αναπληρωματικής ανάπαυσης, για την οποία δεν απαιτείται από το νόμο αίτηση του εργαζόμενου, δικαιούται αυτός επιπλέον και το 1/25 του μηνιαίου μισθού του κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, περαιτέρω δε από τον συνδυασμό των διατάξεων της ανωτέρω ΚΥΑ 8900/1946 και των άρθρων 1 παρ. 2 του ν. 1082/1980, 1 της Υ.Α. 19040/1981, 3 παρ. 1 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 προκύπτει ότι η προσαύξηση 75% της αμοιβής των μισθωτών για την εργασία που παρέχουν κατά τις Κυριακές και αργίες, υπολογίζεται πάντοτε επί των υποχρεωτικώς θεσπισμένων ελάχιστων ορίων των αποδοχών τους, ενώ τα επιδόματα των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και οι αποδοχές και το επίδομα της άδειας υπολογίζονται επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών τους, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ανωτέρω προσαύξηση για την εργασία που παρέχεται σταθερώς και παγίως κατά τις Κυριακές και αργίες.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αν και δέχθηκε, μεταξύ άλλων κατά τα προεκτεθέντα, με την προσβαλλομένη απόφαση του, ότι λόγω της έκδοσης της παραπάνω εφημερίδας και κατά την ημέρα της Δευτέρας ο ενάγων εργαζόταν και όλες τις Κυριακές του επιδίκου από 1-1-1999 έως 31-5-2004 χρονικού διαστήματος, εκτός από τον μήνα Αύγουστο κάθε έτους, χωρίς να του χορηγείται αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας (α) επεδίκασε σ' αυτόν για την παραπάνω αιτία την προσαύξηση 75% επί του 1/25 του νομίμου μισθού του όχι όμως και το 1/25 του μισθού αυτού (β) δεν συνυπολόγισε κατά τον καθορισμό και την επιδίκαση των διαφορών επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αποδοχών και επιδομάτων αδείας την αναλογία της μηνιαίας αποζημίωσης για εργασία κατά τις Κυριακές, όπως σε αμφότερες τις περιπτώσεις είχε ζητήσει ο αναιρεσείων με την αγωγή του.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασεν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη εφαρμογή και επομένως πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμων των συναφών 4ου και 5ου (κυρίων) λόγων αναίρεσης αντίστοιχα από το άρθ. 559αριθ. 1 ΚΠολΔ ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, καθόσον μέρος της με αυτήν (α) δεν επιδικάσθηκε στον αναιρεσείοντα ενάγοντα και το 1/25 των μηνιαίων αποδοχών του για την εργασία του κατά τις Κυριακές και (β) δεν συνυπολογίσθηκε η αναλογία της αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές για τον καθορισμό των αποδοχών αδείας και των επιδομάτων αδείας και εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων.
V. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,649,653 και 659 του ΑΚ προκύπτει, ότι, αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί η παροχή από τον εργαζόμενο μέσα στο κανονικό (νόμιμο ή συμβατικό) ωράριο πρόσθετης, διαρκούς χαρακτήρα εργασίας η οποία από την φύση της, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν είναι συναφής ούτε αναπόσπαστα συνδεδεμένη ή παρεμφερής με τα κύρια καθήκοντα του και με την εργασία που συμφωνήθηκε αρχικά και παρέχεται συνήθως με μισθό, χωρίς να έχει συμφωνηθεί ο καταβλητέος πρόσθετος μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του, ούτε να έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβάλλεται πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει τον συνηθισμένο για την πρόσθετη αυτή εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται συνήθως για την ίδια εργασία σε άλλους εργαζόμενους, με τα ίδια προσόντα και με τις ίδιες συνθήκες.
Περαιτέρω, με την 14/1966 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών (που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 38665/3826/1966 ΥΑΕ, ΦΕΚ Β'245/1966) "περί ερμηνείας όρων τινών της υπ' αριθ. 34/1964 περί των όρων αμοιβής και εργασίας των συντακτών ημερησίων εφημερίδων Αθηνών" (αμφότερες οι αποφάσεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ με ρητές διατάξεις όλων των ως άνω ΣΣΕ) ορίσθηκε ότι : "Άρθρον 1 :
Η αληθής έννοια της παραγ. 7 της υπ' αριθ. 34/1964 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών , καθ' ην "οι ως άνω μισθοί είναι τοιούτοι πλήρους απασχολήσεως κατά την εν τω σκεπτικώ έννοιαν", είναι ότι: Κεφάλαιον Ι Α) Θεωρούνται ως πλήρους απασχολούμενοι και δικαιούνται των υπό της υπ' αριθ. 34/1964 διαιτητικής αποφάσεως και των διατάξεων της παρούσης οριζομένων αποδοχών : 1)....2) Οι συντάκται, οι εργαζόμενοι εις μίαν πρωινήν και εις μίαν απογευματινήν ημερησίαν εφημερίδα, ανεξαρτήτως χρόνου ημερησίας απασχολήσεως αυτών 3) εάν αι ως άνω δύο ημερήσιαι εφημερίδες είναι του αυτού εκδότου ή συγγενών επιχειρήσεων η εις αμφοτέρας απασχόλησις του συντάκτου συνιστά χωριστήν δι' εκάστην εφημερίδα σύμβασιν εργασίας".
Από τις διατάξεις αυτές (σε συνδυασμό και με τις διατάξεις της παρ. Β αριθ. 6β του αυτού κεφαλαίου και της παρ. 5 α,β και γ του κεφαλαίου II της ως άνω διαιτητικής απόφασης) προκύπτει ότι πλήρους πρόσθετης αμοιβής , ως πλήρως απασχολούμενοι, δικαιούνται εκτός των άλλων περιπτώσεων , οι συντάκτες που εργάζονται παράλληλα σε δύο διαφορετικές (χωριστές) ημερήσιες εφημερίδες.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, τον προβλεπόμενο από την διάταξη λόγο αναίρεσης ιδρύει και η παραβίαση εθιμικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Για την δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή κανόνων δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ), απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση με συνείδηση δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων αυτό ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου και δη είτε των πολιτών ολοκλήρου του κράτους ή τμήματος αυτού είτε των ανηκόντων σε μία τάξη ή επάγγελμα προσώπων.
Επομένως, για να είναι πλήρης και ορισμένος ο ισχυρισμός περί παραβιάσεως εθίμου ως κανόνα δικαίου πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του και να γίνεται επίκληση της με συνείδηση δικαίου πολυχρόνιας, συνεχούς και ομοιόμορφης άσκησης αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι ο ενάγων προσελήφθη την 1-7-1998 με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει ως δημοσιογράφος τις υπηρεσίες του στην καθημερινή εφημερίδα Κ και το κυριακάτικο φύλλο αυτής (εβδομαδιαία) Κ, ότι ο ενάγων εντός του επιδίκου χρονικού διαστήματος εργαζόταν από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή επί 8ωρο ημερησίως (καθώς και επί 6 ώρες κάθε Κυριακή λόγω της έκδοσης της εφημερίδας Κ και την ημέρα της Δευτέρας, εκτός από τον μήνα Αύγουστο κάθε έτους, όταν ελάμβανε την κανονική άδεια του), εντός δε του ως άνω ωραρίου του από την Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή απησχολείτο για τις ανάγκες της εφημερίδας Κ, ότι η εφημερίδα αυτή δεν αποτελεί ξεχωριστή εφημερίδα από την Κ, αλλά την κυριακάτικη έκδοση της και ο ενάγων συμφώνησε κατά την πρόσληψη του ότι θα εργάζεται και για την κυριακάτικη έκδοση λαμβάνοντας έναν ενιαίο μισθό, με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται πρόσθετης αμοιβής για την παραπάνω αιτία απορρίπτοντας την σχετική αξίωση του.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε ότι η εφημερίδα Κ δεν αποτελεί άλλη, ξεχωριστή εφημερίδα από την εφημερίδα Κ αλλά την κυριακάτικη έκδοση της ίδιας αυτής εφημερίδας, και ότι για την εργασία του και για την κυριακάτικη έκδοση της ίδιας εφημερίδας είχε συμφωνηθεί κατά την πρόσληψη του ενιαίος μισθός, ενώ δεν διέλαβε συγχρόνως στην προσβαλλομένη απόφαση του παραδοχές ότι η εργασία του ενάγοντος για την Κ ήταν διαφορετική και όχι αναπόσπαστα συνδεδεμένη ή παρεμφερής με τα κύρια καθήκοντα του και την εργασία που είχε αρχικά συμφωνηθεί, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 648, 649, 653, 659 ΑΚ και των ως άνω διαιτητικών αποφάσεων.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο 6ος και τελευταίος (κύριος) λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ως προς τα σκέλη του με στοιχ. 1, κατά το οποίο η συμφωνία αυτή είναι μη νόμιμη ως παραβιάζουσα τα οριζόμενα από, μη προσδιοριζόμενους κανόνες αναγκαστικού δικαίου, κατώτατα όρια μισθών, αφού δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση εδώ, αλλά πρόκειται περί μίας ενιαίας εργασίας αμειβομένης με τον προβλεπόμενο νόμιμο μισθό, και με στοιχ. 2 περί παραβίασης των διατάξεων των ως άνω άρθ. 648, 649, 653 και 659 ΑΚ.
Ο αυτός λόγος κατά το με στοιχ. 3 σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης του ισχύοντος ως εθιμικό δίκαιο από 16-12-1990 πρωτοκόλλου μεταξύ της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) και της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΙΗΕΑ), με το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στον λόγο αυτόν, συμφωνήθηκε ότι οι εφημερίδες θα εξακολουθούν να κυκλοφορούν κανονικά έξι (6) φορές την εβδομάδα και ότι η τυχόν 7η έκδοση τους (Κυριακή ή Δευτέρα), όσον αφορά τις εργασιακές σχέσεις, αποτελεί χωριστή ενότητα άσχετη με τις έξι άλλες εκδόσεις, είναι απορριπτέος ως αόριστος , αφού δεν εκτίθεται η με συνείδηση δικαίου, με την πεποίθηση δηλ.
της εφαρμογής κανόνα δικαίου, τήρηση έκτοτε της πρακτικής αυτής (της θεώρησης δηλ. της κυριακάτικης έκδοσης των εφημερίδων ως χωριστής και άσχετης, από την άποψη των εργασιακών σχέσεων, με την έκδοση τους κατά τις υπόλοιπες ημέρες) από τον επαγγελματικό κλάδο των δημοσιογράφων. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα, πρέπει (1) ν' απορριφθούν η ένδικη αίτηση και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, καθόσον μέρος τους στρέφονται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα αυτής και (2) ν'αναιρεθεί ενμέρει, κατά τα ειδικότερα ως άνω εκτεθέντα, η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη αυτή σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2009 αίτηση του Χ και τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 4509/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθόσον στρέφονται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Α. Ψ1 ΕΠΕ ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ".
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ως άνω αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Αναιρεί ενμέρει, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό εκτιθέμενα, την ως άνω απόφαση ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, εταιρεία με την επωνυμία "Ψ2 ΜΕDIA GROUP ΕΠΕ ".
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη αυτή σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ