Legislator Case Law & Legislation
697/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding land registration prescription and evidence evaluation under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 697/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the regional court's decision on land registration prescription. The appellant argued the lower court failed to consider specific facts regarding witness testimony and property access, claiming these were omitted matters under Article 559 of the Civil Procedure Code. The court rejected these claims, ruling that the disputed points were merely arguments for evidence evaluation rather than substantive omissions requiring retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 63 of the Cadastre Regulations of the Dodecanese; Art. 559 no. 8 of the Civil Procedure Code: Omitted matters in appeal proceedings are defined as essential and independent claims necessary for the foundation, destruction, or prevention of a right, excluding arguments regarding the assessment of evidence or general denials of proceedings.

Keywords

AI generated
land registration prescription omitted matters appeal evidence evaluation civil procedure code Dodecanese cadastre property access rights omitted facts retrial

Cited Legislation

AI generated
Art. 63 of the Cadastre Regulations of the Dodecanese
Art. 559 no. 8 of the Civil Procedure Code
Art. 176 of the Civil Procedure Code
Art. 183 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AP 3/1997
AP 469/1984
AP 953/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 697 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 697/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στεφανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταυρούλα Ψαρρού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 221/1994 ερήμην του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος άσκησε ανακοπή ερημοδικίας και επ' αυτής εκδόθηκαν η 339/1998 μη οριστική, 153/2001 οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου και 308/2003 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 690/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Δωδεκανήσου. Το Εφετείο Δωδεκανήσου εξέδωσε την 302/2005 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 27-20-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε της απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 63 του κτηματολογικού κανονισμού Δωδεκανήσου που κυρώθηκε με το 132/1-9-1929 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα και την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 510/1947, "κατά των εγγραφών του Κτηματολογικού βιβλίου που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας μετά δεκαπενταετία από την εγγραφή που έγινε.

Ο νομέας που χρησιδέσποσε, μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη (συμφωνία) με την οποία συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή αν αυτοί δεν υπάρχουν του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε".

Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με δεκαπενταετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, δηλαδή τις προϋποθέσεις ενάρξεως, διαδρομής και συμπληρώσεως της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, η παραπομπή που γίνεται με τον κτηματολογικό κανονισμό στις διατάξεις της Ιταλικής νομοθεσίας, έχει την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του Ελληνικού ΑΚ, που ισχύει πλέον στη Δωδεκάνησο (βλ.

Ολ.ΑΠ 188/1980, ΑΠ 1911/1988). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 32/1996).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 661/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αριθ. 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του αρθ. 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι π εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο Δωδεκανήσου δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα : "Δυνάμει του ...... πωλητηρίου συμβολαίου του συμ/φου Ρόδου Αντωνίου Κωστόπουλου, νόμιμα μεταγραφέντος στα οικεία κτηματικά βιβλία με αριθμό ......

περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου ένα ακίνητο που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια του δήμου ......, στην περιοχή "......" με κτηματολογικά στοιχεία : τόμος γαιών Ρόδου ... (νέος τόμος ...) φύλλο ... (νέο φύλλο ...), μερίδα ... και φάκελος ..., εκτάσεως 2.269 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά με τις μερίδες γαιών ... και ..., νότια με δημοσία οδό, δυτικά με τις μερίδες γαιών ...

και ... και βόρεια με τη μερίδα γαιών ... και είναι νομικής φύσης μούλκ. Μετά την αγορά του ακινήτου ο εναγόμενος που διαμένει στην Αθήνα επισκεπτόταν το επίδικο, αφού λόγω της εργασίας του στον εκδοτικό οίκο ...... και προς προώθηση των πωλήσεων των βιβλίων του οίκου αυτού στη ...... ερχόταν όλες τις εποχές του χρόνου είτε μόνος του είτε με άλλους συναδέλφους του.

Ειδικότερα, μαζί με τους μάρτυρες Α και Β, ο εναγόμενος επισκέφτηκε το ακίνητο του το έτος 1979 με την πρώτη μαζί και τα έτη 1989 και 1992 το επισκέφτηκε ο δεύτερος για λογαριασμό του. Κατά τις περιόδους εκείνες η μορφολογία του ακινήτου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι μάρτυρες αυτοί ήταν "ένα πράγμα άγριο, γεμάτο αγριόχορτα και αγκάθια και δεν φαινόταν να έχει μπει χέρι ανθρώπου απάνω".

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι ο συγκύριος γειτονικών ακινήτων, τα οποία περιήλθαν στη συγκυριότητα του τα έτη 1973 και 1981 αντίστοιχα εγκαταστάθηκε σε αυτά και ασκούσε όλες τις προσιδιάζουσες με τη φύση τους πράξεις νομής, ήτοι διέμενε σε αυτά, διατηρούσε οικόσιτα ζώα και τα καλλιεργούσε με χόρτα για την εκτροφή των ζώων αυτών.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι από το έτος 1973 μέχρι την άσκηση της αγωγής ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο με διάνοια κυρίου, αφού είχε εγκαταστήσει σ' αυτό για εκτροφή 30 αιγοπρόβατα, το καλλιεργούσε με ζωοτροφές και είχε ανοίξει στο μέσον του δρόμο που οδηγούσε στα γειτονικά του ακίνητα, δεν αποδείχθηκε αφού ο με επιμέλειά του εξετασθείς μάρτυρας Γ καταθέτει ότι ο ενάγων έβοσκε τα ζώα του στα με αριθμούς Κ.Μ. ...

και ... ακίνητα στα οποία είναι συγκύριος και όχι στο επίδικο, το οποίο καλλιεργούσε με χόρτα κατάλληλα για την εκτροφή των ζώων του. Αντίθετα η άλλη μάρτυράς του Δ καταθέτει ότι τα πρόβατα έβοσκαν στο επίδικο. Ακόμη ο πρώτος καταθέτει ότι ο ενάγων περιέφραξε το επίδικο το έτος 1974 και η δεύτερη το έτος 1988.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ενώ η περίφραξη αποτελεί εμφανή πράξη νομής από την οποία προκύπτει η βούληση του νομέα όπως νέμεται για ίδιο λογαριασμό ένα ακίνητο, ο ενάγων με την ασκηθείσα το έτος 1993 αγωγή του δεν αναφέρει ότι το έχει περιφράξει. Η περίφραξη του ακινήτου έγινε μετά την άσκηση της αγωγής, και από τότε άρχισε να διατηρεί τα ζώα του στο επίδικο, και να διέρχεται από αυτό για εξυπηρέτηση των ακινήτων του γεγονός που καταθέτουν οι μάρτυρες του εναγομένου οι οποίοι την είδαν για πρώτη φορά το έτος 1999.

Από όλα τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από το έτος 1973 μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο με διάνοια κυρίου ικανές να καταλύσουν την κυριότητα του εναγομένου. Επομένως ο ισχυρισμός του για κτητική και αποσβεστική παραγραφή είναι αβάσιμος κατ' ουσία ...". Με τις παραδοχές του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων- ενάγων δεν ασκούσε κατά το διάστημα από το έτος 1973 μέχρι την άσκηση της αγωγής (1993) πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο και άρα δεν συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του η 15ετής (άρθρο 14 του Κτηματολογικού κανονισμού της Δωδεκανήσου) κτητική παραγραφή, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του κατά της υπ' αρ. 153/2001 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, με βάση και όσα παραπάνω αναφέρονται ότι δέχθηκε αυτό, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε σ' αυτή συνοπτικές μεν, πλην όμως πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή αυτός άσκησε στο επίδικο ακίνητο τις αναφερόμενες σ' αυτήν πράξεις νομής από το έτος 1973 έως την άσκηση της αγωγής (1993), κρίνοντας ότι αυτός "από το 1973 μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν ασκούσε πράξη νομής στο επίδικο με διάνοια κυρίου", στην κατ' ουσίαν έτσι απόρριψη του οποίου στήριξε την απορριπτική της ένδικης αγωγής κρίση του και, κατόπιν αυτού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του.

Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τοάρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναφορικά με την περιεχόμενη σ' αυτόν αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται από την προσβαλλόμενη απόφαση ο κατ' αυτήν χρόνος έναρξης (1993) της νομής του επίδικο (ενώ ο ίδιος υποστηρίζει ότι άρχισε να το νέμεται από το 1973) είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή αφορά έλλειψη αναγόμενη στη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, διατυπώνεται σαφώς.

ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία συγχωρείται αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί που αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για τη θεμελίωση, κατάλυση και παρακώλυση του δικαιώματος που προβάλλει ο διάδικος εγείροντας μια αγωγή ή ασκώντας μια ένσταση ή μια αντένσταση, περίπτωση που δεν συντρέχει όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση, που μπορεί να είναι γενική ή ειδική, των παραπάνω ενδίκων ενεργειών ή επιχειρήματα για την αντίκρουση της νομιμότητάς τους ή επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων ή ακόμη συμπεράσματα που αντλεί το δικαστήριο από την εκτίμηση των αποδείξεων. (Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 953/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη τους παρακάτω προταθέντες απ' αυτόν ισχυρισμούς και ειδικότερα α) ότι ο μάρτυρας του αναιρεσιβλήτου β είχε μεταναστεύσει από το έτος 1961 στο ...... και επέστρεψε το έτος 1997, ότι, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, επισκέφθηκε δύο φορές το επίδικο χωρίς να εισέλθει σ' αυτό επειδή ήταν περιφραγμένο, ότι κατά την επίδειξη φωτογραφιών του επιδίκου απάντησε ότι δεν μπορεί να το προσδιορίσει, και ότι, ενόψει αυτών, δεν ήταν αντικειμενικά δυνατό να έχει ο ίδιος προσωπική γνώμη για την ένδικη διαφορά και β) ότι μετά την αγορά από τον ίδιο ομόρων ακινήτων, τα οποία όμως δεν ήταν προσπελάσιμα από οποιαδήποτε πλευρά, ήταν επιβεβλημένη η διέλευσή του διαμέσου άλλων ακινήτων και του επιδίκου, γι' αυτό άνοιξε αυτός δίοδο διαμέσου των ιδιοκτησιών αυτών, κάτι για το οποίο δεν εναντιώθηκε ο αναιρεσίβλητος.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι οι ως άνω προταθέντες ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα, σε σχέση με την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ο υπό α ισχυρισμός) και για τη στήριξη του παραπάνω αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος (ο υπό β ισχυρισμός).

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 302/2005 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17-2-2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ