Supreme Court dismisses appeal against court order regarding property seizure and enforcement measures.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision on July 13, 2006. The appellant argued that the lower court erred by considering evidence not permitted by law and failed to acknowledge an out-of-court admission regarding a debt. The court rejected these claims, finding that the lower court properly evaluated the evidence and that the admission in question did not pertain to the specific debt at issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 175 and 176 of the Civil Code; Articles 691 and 700 of the Code of Civil Procedure: A provisional order issued during security measures proceedings is not a judicial decision subject to appeal but remains an enforceable title.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 697 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 697/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μανιαδάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: ...... , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 116/ΤΜ/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Ιουλίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 20 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 175 του ΑΚ, "η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει. Αν η απαγόρευση έχει οριστεί για το συμφέρον ορισμένων προσώπων, την ακυρότητα μπορούν να προτείνουν μόνο αυτά" και κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου 176, "αν την απαγόρευση έχει τάξει δικαστική απόφαση, ισχύει ό,τι και στην απαγόρευση από το νόμο".
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 παρ.2 και 700 παρ.3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το Δικαστή στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα που είναι ληπτέα άμεσα προς εξασφάλιση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της καταστάσεως, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως, δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού ούτε διάγνωση διαλαμβάνει της εννόμου σχέσεως που ρυθμίζει, στερείται δε και των κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 305 του ΚΠολΔ, στοιχείων της δικαστικής αποφάσεως, που ανάγονται από το νόμο σε προϋποθέσεις του κύρους αυτής και επίσης δεν δημοσιεύεται, πράγμα που αποτελεί κατά το άρθρο 313 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, προϋπόθεση του υπαρκτού της δικαστικής αποφάσεως.
Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, από τους αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 904 παρ.2 περ. ζ' του ΚΠολΔ, του οποίου μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση, κατά την παρ.1 του ίδιου άρθρου του Κώδικα, με βάση σημείωση του Δικαστού που την εξέδωσε, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά. Επομένως, η προσωρινή διαταγή, δυναμένη να εκδοθεί και χωρίς ακρόαση εκείνου κατά του οποίου στρέφεται, είναι δεσμευτική, με την έννοια ότι πράξεις που είναι αντίθετες με το περιεχόμενο της, στερούνται νομιμότητος.
Αν δε το μέτρο που ορίσθηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάσθηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διαθέσεως του υπό προσημείωση ακινήτου του οφειλέτου (μεταβολής της νομικής του καταστάσεως), η μεταγενέστερη και κατά τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής διαταγής διάθεση (εκποίηση) αυτού, περιλαμβάνουσα και την σύσταση επ' αυτού υποθήκης ή την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, πλήττεται με ακυρότητα εκ του άρθρου 176 του ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 παρ.2 του ΚΠολΔ, κατ' αναλογίαν με τα ισχύοντα επί δικαστικής αποφάσεως, με την οποία προσομοιάζει (χωρίς και να είναι) η προσωρινή διαταγή.
Η ακυρότητα δε αυτή είναι σχετική έναντι του χρονικώς προηγηθέντος στην υποβολή αιτήσεως περί εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης υπέρ του οποίου εξεδόθη η προσωρινή διαταγή και κατ' ακολουθίαν προηγείται κατά τάξη η υπέρ του εν λόγω δανειστού μεταγενεστέρως εγγραφείσα προσημείωση έναντι της άλλης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 700 § 3 ΚΠολΔ, οι προσωρινές διαταγές εκτελούνται μόλις καταχωριστούν, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε, ισχύουν δε μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, δεν αποκλείεται όμως να έχουν περιορισμένη χρονική διάρκεια, δηλαδή να εκδοθούν για το μέχρι της συζητήσεως της αιτήσεως χρονικό διάστημα, οπότε το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση μπορεί, αφού εκτιμήσει τα στοιχεία που έχουν προσαχθεί, να κρίνει αν θα χορηγήσει ή όχι νέα προσωρινή διαταγή έως την έκδοση της αποφάσεως.
Καθόλο το εν λόγω χρονικό διάστημα της ισχύος των προσωρινών διαταγών, υφίσταται η εξ αυτών απορρέουσα δεσμευτικότητα και κάθε πράξη αντιβαίνουσα στο περιεχόμενό τους είναι σχετικώς άκυρη. Και ναι μεν η προσωρινή διαταγή αναπτύσσει εκτελεστότητα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 700 § 3 ΚΠολΔ, δηλαδή χωρίς να είναι αναγκαία η τήρηση προδικασίας δια της επιδόσεως επιταγής προς εκούσια συμμόρφωση, αφού εκτελείται μόλις καταχωρισθεί κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά με βάση σημείωση του δικαστού που την εξέδωσε, πλην όμως αναπτύσσει την διαπλαστική της ενέργεια, ήτοι την δεσμευτικότητά της ακόμη και έναντι των καλόπιστων τρίτων, ως προς τους οποίους μπορεί να αντιταχθεί η προαναφερομένη ακυρότητα, υπό την προϋπόθεση της γνωστοποιήσεως αυτής στον καθού οφειλέτη, προκειμένου αυτός, λαμβάνοντας γνώση του περιεχομένου της, να συμμορφωθεί προς αυτή και να απέχει από οποιαδήποτε πράξη, αντιβαίνουσα σε αυτή.
Η εν λόγω γνωστοποίηση επιβάλλεται όχι μόνο από την ανάγκη ασφαλείας των συναλλαγών και προστασίας των τρίτων από την ακυρότητα που επάγεται η παραβίαση της προσωρινής διαταγής, αλλά και, κατ' ανάλογη εφαρμογή, για την ταυτότητα του νομοθετικού λόγου, των ισχυόντων επί αναστολής του πλειστηριασμού με δικαστική απόφαση, ή επί συμπεφωνημένης αναστολής κατά το άρθρο 361 ΑΚ σε συνδυασμό προς το άρθρο 1019 § 2 ΚΠολΔ, η οποία απόφαση ή η συμφωνία περί αναστολής του πλειστηριασμού, πρέπει να κοινοποιηθούν στα επί της εκτελέσεως πρόσωπα, προκειμένου να επέλθει η ακυρότητα του πλειστηριασμού, συνιστώντος ιδιόρρυθμη εκποιητική σύμβαση πωλήσεως, που έγινε κατά παράβαση της δια δικαστικής αποφάσεως απαγορεύσεως ή της περί αναστολής συμφωνίας (ΟλΑΠ 4/2004, ΑΠ 33/1995).
Εξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με αναφορά και στο δικόγραφο της ανακοπής, εδέχθη, ανελέγκτως, μεταξύ των άλλων, τα εξής περιστατικά: Η αναιρεσείουσα ανακόπτουσα είχε απαίτηση κατά του ...... εξ 88.041,09 ευρώ. Προς εξασφάλιση της εν λόγω απαιτήσεως με την από 5.4.1999 αίτηση της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απηύθυνε κατά του άνω οφειλέτου της, εζήτησε να διαταχθεί η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί ιδανικού μεριδίου αυτού σε ακίνητο που βρίσκεται στη Τήνο.
Μαζί με την αίτηση, που κατατέθηκε στις 6.4.1999, η αναιρεσείουσα εζήτησε και την χορήγηση προσωρινής διαταγής, που να απαγορεύει την μεταβολή της νομικής καταστάσεως επί του υπό προσημείωση ακινήτου, χορηγήθηκε δε αυθημερόν η εν λόγω προσωρινή διαταγή. Αντίγραφο αυτής, με κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 25.5.1999, επεδόθη προς τον ανωτέρω οφειλέτη στις 10.5.1999, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. ....
έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... Κατά την εν λόγω δικάσιμο συζητήθηκε η ανωτέρω αίτηση ερήμην του καθού, ενώ διατηρήθηκε η ισχύς της προσωρινής διαταγής μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως, η οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη με την υπ' αριθμ. 23769/16.7.1999 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου.
Με βάση την απόφαση αυτή η αναιρεσείουσα ενέγραψε προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου στις 3.9.1999. Δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος καθού η ανακοπή στις 2.7.1999, ενώ ίσχυε η άνω προσωρινή διαταγή, ενέγραψε προσημείωσή υποθήκης επί του ιδίου πιο πάνω ακινήτου με βάση την υπ' αριθμ. 21650/2.7.1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς εξασφάλιση απαιτήσεώς του κατά του ίδιου άνω οφειλέτου εξ 152.604,54 Ευρώ.
Περαιτέρω, εδέχθη το Εφετείο ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσωρινής διαταγής προς τον ανωτέρω οφειλέτη της αναιρεσειούσης για να λάβει γνώση της υπάρξεως της, η οποία (γνώση) δεν αποδεικνύεται από κάποιο άλλο στοιχείο, δεδομένου ότι δεν κλητεύθηκε κατά την έκδοσή της, ούτε παρέστη κατά την ορισθείσα δικάσιμο τις 25.05.1999 που διατηρήθηκε η ισχύς της, ενώ στην υπ' αριθμ......
έκθεση επιδόσεως του ανωτέρω δικαστικού επιμελητού δεν αναφέρεται ότι μαζί με την παραπάνω αίτηση επεδόθη και η προσωρινή διαταγή, καθώς και ότι, λόγω ελλείψεως του γνωστικού αυτού στοιχείου, η υπέρ του αναιρεσιβλήτου την 2.7.1999 γενομένη εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, είναι έγκυρη έναντι της αναιρεσειούσης, κατισχυούσης της μεταγενεστέρως, υπέρ αυτής, εγγραφείσης προσημειώσεως στο ίδιο ακίνητο.
Ακολούθως το Εφετείο, κατ' επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον δια λόγου ανακοπής κατά του υπ' αριθμ. 14815/2003 πίνακος κατατάξεως του συμβολαιογράφου Τήνου Ραφαήλ Μωραίτη προταθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί σχετικής ακυρότητας της υπέρ του αναιρεσιβλήτου γενομένης ανωτέρω εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης, με την οποία ανακοπή εζήτησε την μεταρρύθμιση του πίνακος αυτού, στον οποίο η κατά του ανωτέρω οφειλέτου της απαίτηση κατετάγη μετά από αυτή του αναιρεσιβλήτου.
Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με το να μην της εφαρμόσει, ούτε στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως λόγω, δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφαση του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που καθιστούν εφικτό τον ακυρωτικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των.
Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις το Εφετείο εδέχθη ότι η νέα προσωρινή διαταγή, απαγορεύουσα την μεταβολή της νομικής καταστάσεως επί του ακινήτου, εκδοθείσα κατά την συζήτηση της αιτήσεως της αναιρεσειούσης για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, δεν γνωστοποιήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στον άνω οφειλέτη (καθού η αίτηση), ο οποίος κατά την συζήτηση, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές, ήταν απών, μη λαβών γνώση της νέας αυτής προσωρινής διαταγής, υπό την ισχύ της οποίας έλαβε χώρα η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, το κύρος της οποίας πλήσσεται με την ανακοπή της αναιρεσειούσης.
Η τυχόν δε γνωστοποίηση προς τον οφειλέτη της πρώτης προσωρινής διαταγής χορηγηθείσης με την κατάθεση της αιτήσεως, είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού αυτή ίσχυε μόνο μέχρι την συζήτηση της αιτήσεως, προς το περιεχόμενο της οποίας ο άνω οφειλέτης συμμορφώθηκε, σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί το Εφετείο καίτοι εδέχθη την προς τον οφειλέτη επίδοση της αιτήσεως για την εγγραφή της προσημειώσεως υποθήκης, έκρινε αποφατικώς περί της υπάρξεως από αυτόν του γνωστικού στοιχείου, αφορόντος στο περιεχόμενο της προσωρινής διαταγής και ως εκ τούτου, κατά τον λόγο αυτόν, ενεφιλοχώρησε αντιφατικότητα στις αιτιολογίες.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι η κρίση του Εφετείου ότι ο οφειλέτης δεν έλαβε γνώση της νέας προσωρινής διαταγής επειδή δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, ούτε αυτή του κοινοποιήθηκε, επαρκώς στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως, η δε τυχόν γνώση του οφειλέτου της πρώτης προσωρινής διαταγής δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, αφού όπως ελέχθη, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η νομική μεταβολή επί του ακινήτου επήλθε υπό την ισχύ της νέας προσωρινής διαταγής.
II. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1257, 1276, 1277 και 1329 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η προσημείωση υποθήκης αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, πληρουμένη με τη τελεσίδικη επεδίκαση της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως και της εμπροθέσμου τροπής της σε υποθήκη, που ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημειώσεως με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη (ΟλΑΠ 14/2006).
Η προσημείωση υποθήκης, όπως και η υποθήκη, εξασφαλίζει συγκεκριμένη απαίτηση με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστού από το πράγμα. Η δε εγγραφή της είναι άκυρη και στην περίπτωση που από την εγγραφή αυτή προκύπτει αβεβαιότητα για το ποσό της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων τα εξής αναφορικώς με την δια προσημειώσεως υποθήκης εξασφαλιζομένη απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, καταταγείσα στον πίνακα κατατάξεως. "Οι αξιώσεις του πρώτου των καθών βάσει της αναγγελίας του στηρίζονται στο από 20-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, για χορήγηση δανείου στον οφειλέτη ποσού 76.302,27 ευρώ, [για κεφάλαιο μόνο], καθώς και στις με αριθμούς 12583, 13132, 14082/1991 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν από συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 70.432 ευρώ [για κεφάλαιο], πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης συνολικού ποσού 16.300 ευρώ, το συνολικό ποσό αναγγελίας ανέρχεται σε 163.035,16 [76.302,27 + 70.432 + 16.300] ευρώ.
Οι διαταγές πληρωμής εκδόθηκαν, βάσει συναλλαγματικών εκδόσεως του πρώτου των καθών, αποδοχής Ζ1 τις οποίες τριτεγγυήθηκε ο οφειλέτης. Μετά από ανακοπή της Ζ1 κρίθηκε με τη με αριθμό 1362/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με τη με αριθμό 171/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ότι η Ζ1 δεν είχε υπογράψει τις συναλλαγματικές στη θέση του αποδέκτη και δεν είχε δανειστεί στη πραγματικότητα κάποιο ποσό από τον πρώτο τον καθών και έγινε δεκτή η ανακοπή της.
Το ποσό τον συναλλαγματικών, που φέρεται να οφείλει η Ζ1 στον πρώτο των καθών, είχε δοθεί από αυτόν στον οφειλέτη για να το δώσει στην Ζ1 και τελικά το καρπώθηκε ο ίδιος ο οφειλέτης, οι διαταγές πληρωμής στρέφονται και κατά του οφειλέτη ως τριτεγγυητή των συναλλαγματικών, επομένως για τις απαιτήσεις από τις συναλλαγματικές ο πρώτος των καθών έχει απαίτηση κατά του οφειλέτη.
Ο πρώτος των καθών δάνεισε στον οφειλέτη επίσης το ποσό 76.302,27 ευρώ, συντάχθηκε το από 20-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτού και του πρώτου των καθών. Με τη 21650/99 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο πρώτος των καθών ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο με συναίνεση του οφειλέτη, στις 2-7-99 για 152.604,55 ευρώ, προς εξόφληση τριών δανείων το πρώτο εκ 76.302,27 ευρώ, ποσό που αφορά το δάνειο του συμφωνητικού, το δεύτερο 70.432,86 ευρώ, ποσό που αφορά τα χρήματα, που δόθηκαν στον οφειλέτη για να δωθούν στην Ζ1 και αφορούν την έκδοση των συναλλαγματικών, και ποσό δανείου 102.714,60 ευρώ, που δεν είναι επίδικο.
Από τα παραπάνω προκύπτει πραγματική απαίτηση του πρώτου των καθών κατά του οφειλέτη από τις συναλλαγματικές και το δάνειο του συμφωνητικού, απαιτήσεις για τις οποίες και αναγγέλθηκε ο πρώτος των καθών, απαιτήσεις για τις οποίες έχει χορηγηθεί δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης από τον οφειλέτη, διότι στην αίτηση προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών επί της οποίας η με αριθμό 21650/99 απόφασή του, που χορήγησε το δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης για το ποσό των 152.604,54 ευρώ, προς εξασφάλιση και των τριών δανείων, αναφέρεται ότι για τα παραπάνω δάνεια υπογράφθηκαν αντίστοιχα ιδιωτικά συμφωνητικά και παραδόθηκαν συναλλαγματικές".
Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως λόγω, δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφαση του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και εφήρμοσε.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
III. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2/01 και 12/00). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. "Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/96).
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/03). Στην προκειμένη περίπτωση με τους τρίτο, έβδομο, και όγδοο λόγους αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείοδεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς που προτάθηκαν με λόγο εφέσεως και δη: 1) ότι ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση της προσωρινής διαταγής. 2) Ότι δεν υπάρχει ταυτότητα της εμπραγμάτως ασφαλιζόμενης απαιτήσεως του αναιρεσίβλητου με την υπ' αυτού αναγγελθείσα. 3) Ότι το δικόγραφο της αναγγελίας των απαιτήσεων του αναιρεσίβλητου ήταν άκυρο λόγω αοριστίας, εξαιτίας του μη επακριβούς καθορισμού των απαιτήσεων του.
Οι ανωτέρου αναιρετικοί λόγοι (αριθ.8 περ.β' άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμοι, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους άνω ισχυρισμούς που θεμελιώνουν και τους λόγους της ένδικης ανακοπής της αναιρεσειούσης, απορρίψαν αυτούς ως αβασίμους IV. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.20 του ΚΠολΔ παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που συνεπάγεται αναίρεση της αποφάσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν μετά από εκτίμηση του περιεχομένου της, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, διαφορετική από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθή.
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος συντρέχει όταν έγινε λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένου σ' αυτό κρίσιμων περιστατικών καταδήλως διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την περαιτέρω συναγωγή του αποδεικτικού συμπεράσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δεν έγινε επίδοση της άνω προσωρινής διαταγής και ότι επομένως ο αναιρεσίβλητος δεν έλαβε γνώση αυτής, ουσιωδώς παραβίασε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. ....
εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού ...., στην οποία αναφέρεται ότι αντίγραφο της αιτήσεως της αναιρεσειούσης κατά του οφειλέτου της με κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 25.5.1999 επεδόθη προς τον άνω οφειλέτη της αναιρεσειούσης. Όπως, όμως, προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης το Εφετείο ορθώς ανέγνωσε το περιεχόμενο της παραπάνω εκθέσεως, αφού σ' αυτή βεβαιώνεται η επίδοση της αιτήσεως, ενώ παράλληλα, εδέχθη ότι στο επιδοθέν δικόγραφο της αιτήσεως αναφέρεται η προσωρινή διαταγή.
Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως (αριθμ.20 άρθρο 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο προσέδωσε στην άνω έκθεση επιδόσεως, ως δημοσίου εγγράφου, αποδεικτική βαρύτητα ήσσονα της υπό της διατάξεως του άρθρου 438 ΚΠολΔ προσδιδομένης, αφού έκανε δεκτό ότι ο άνω οφειλέτης της αναιρεσειούσης δεν έλαβε γνώση της προσωρινής διαταγής.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, με βάση τις άνω παραδοχές έκρινε ως πλήρως αποδεδειγμένη την επίδοση της παραπάνω αιτήσεως, η δε ουσιαστική του κρίση ότι ο καθού η αίτηση οφειλέτης της αναιρεσειούσης δεν έλαβε γνώση της προσωρινής διαταγής εκφεύγει της αποδεικτικής δυνάμεως του ανωτέρω δημοσίου εγγράφου.
Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως (αριθμ. 12 άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος. V. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην κατάσχεση ακινήτων (άρθρο 999 παρ.5 ΚΠολΔ), η αναγγελία, η οποία πρέπει, εκτός άλλων, να περιέχει και περιγραφή της απαιτήσεως του αναγγελλομένου δανειστή, όχι όμως στην έκταση που απαιτεί το άρθρο 216 παρ.1α ΚΠολΔ, το οποίο δεν έχει εφαρμογή ενταύθα, αποτελεί την πρώτη διαδικαστική πράξη της διαδικασίας κατατάξεως το δε αναγγελτήριο αποτελεί το εισαγωγικό δικόγραφο με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της κατατάξεως η απαίτηση του αναγγελλομένου δανειστή προς έλεγχο και κατάταξη στον πίνακα κατατάξεως.
Δεδομένου δε ότι στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους (άρθρο 974 ΚΠολΔ) και την ανακοπή (άρθρο 979 ΚΠολΔ) ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, και βάσει του περιεχομένου αυτού ο επί του επί του πλειστηριασμού υπάλληλος και το δικαστήριο της ανακοπής θα προβούν στην κατάταξη ή απόρριψη της απαιτήσεως, που αναγγέλθηκε, το αναγγελτήριο πρέπει να περιγράφει κατά τέτοιο τρόπο την απαίτηση, ώστε να παράσχει στον οφειλέτη και τους παραπάνω δανειστές τα στοιχεία άμυνας τους, στο δε υπάλληλο επί του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις ελέγχου της νομιμότητας και βασιμότητας της απαιτήσεως, μεταξύ των οποίων είναι και η ύπαρξη του προνομίου, τα θεμελιωτικά του οποίου περιστατικά, εφόσον δεν συμπίπτουν με εκείνα της απαιτήσεως, πρέπει εξειδικευμένως να αναφέρονται στο έγγραφο αυτό (αναγγελτήριο) καθώς και αίτημα για προνομιακή κατάταξη, διαφορετικά το αναγγελτήριο είναι αόριστο και συνεπώς άκυρο, η δε συμπλήρωση του μπορεί να γίνει μόνο με νέο αναγγελτήριο μέσα στη νόμιμη προθεσμία.
Η παραπάνω όμως διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 εδ.2 στοιχ.β' ΚΠολΔ, που ορίζει το αναγκαίο περιεχόμενο της αναγγελίας ως πράξεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και ειδικότερα της κατάταξης των δανειστών, είναι δικονομική και συνεπώς η παραβίαση της από το δικαστήριο της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς με τους λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, αλλά μόνο με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αναγγελτήριο έγγραφο του αναιρεσιβλήτου προς την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, υποκείμενο σε επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, διαλαμβάνονται σε αυτό τα εξής: " Από το καθ' ου δικαιούμαι να λάβω τα παρακάτω ποσά και για τις αναλυτικά αναφερόμενες αιτίες: (1) Ποσό 7.000.000 δρχ., ήτοι 20.542,92 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 1.462.000 δρχ.
ή 4.290,50 ευρώ και επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης 165.000 δρχ. ή 484 ευρώ, δηλ. συνολικά το ποσό των 25.317,42 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 13132/1999 Διαταγής Πληρωμής του κ. Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, επιδόθηκε, νόμιμα, δύο φορές στον καθ' ου...και η οποία (Δ/γή Πλ/μής) εκδόθηκε με 14 συναλλαγματικές ποσού 500.000δρχ., εκάστης, που εκδόθηκαν 5/1/1999 και έληγαν την 30/4/1999. (2) Ποσό 12.000.000 δρχ.
ήτοι 35.216,43 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 2,505.000 δρχ. ή 7.351,43 Ευρώ και επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης 249.000 δρχ. ή 730 ευρώ, δηλ, συνολικά το ποσό των 43.297,86 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 14082/1999 Διαταγής Πληρωμής του κ. Δικαστή του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε, νόμιμα, δύο φορές... και η οποία (δ/γή πλ/μής) εκδόθηκε με βάση 24 συναλλαγματικές, ποσού 500.000 δρχ.
κάθε μιας, που εκδόθηκαν την 5/1/1999 και έληγαν την 30/4/1999. (3) Ποσό δρχ. 5.000,000 ήτοι 14.673,51 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 1.043.750 δρχ. ή 3.063,10 ευρώ και επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης 130.000 δρχ. ή 381 ευρώ και συνολικά δηλ. το ποσό των 18.117,61 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 12583/1999 Διαταγής Πληρωμής του κ. Δικαστή του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε νόμιμα, δύο φορές στον καθ' ου....
και η οποία εκδόθηκε με βάση 10 συναλλαγματικές, ποσού 500.000 δρχ. εκάστης που εκδόθηκαν την 5/1/99 και έληγαν την 30/4/1999.(4) Ποσό δρχ. 26.000.000 δραχ. ήτοι 76.302,27 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων με βάση το από 20-11-998 ιδιωτικό συμφωνητικό, νόμιμα συνταγμένο και υπογεγραμμένο. Ως εκ τούτου αναγγέλλομαι νόμιμα και εμπρόθεσμα ως δανειστής του καθ' ου, για απαίτηση μου συνολικού ποσού εκατόν εξήντα τριών χιλιάδων τριάντα πέντε ευρώ και δεκαέξι λεπτών (163.035,16).
Επειδή για τις απαιτήσεις μου αυτές έχει εγγραφεί νόμιμα στο υποθ/κειο Τήνου (τόμος 14, αρ. 6) προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω εκπλειστηριασθέντος ακινήτου του καθ' ου και για ποσό 52.000.000δρχ. ήτοι 152.604,55 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 21650/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επειδή προσάγω τα προαναφερόμενα έγγραφα, που αποδεικνύουν τις εν λόγω απαιτήσεις μου, επιφυλασσόμενος να προσκομίσω και κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο.
Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθινή. ΓΙ ΑΥΤΟ ΖΗΤΩ και με την επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος μου Να γίνει δεκτή η παρούσα αναγγελία μου και να καταταγώ προνομιακά ως ενυπόθηκος δανειστής, για το ποσό των 152.604,55 ευρώ και για το υπόλοιπο ποσό 10.430,61 ευρώ ως εγγειρόγραφος δανειστής. Ολόκληρο δε το ως άνω ποσό νομιμότοκα από της διενέργειας του πλείστηριασμού μέχρις εξοφλήσεως, και να ικανοποιηθώ από το εκπλειστηρίασμα.".
Υπό το εν λόγω περιεχόμενο και αίτημα το ανωτέρω αναγγελτήριο είναι αρκούντως ορισμένο, αφού διαλαμβάνονται σε αυτό με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα παραγωγικά της αναγγελθείσης απαιτήσεως περιστατικά, ώστε να παρέχονται τα στοιχεία αμύνης κατά της αναγγελθείσης απαιτήσεως από τον οφειλέτη και τους αναγγελθέντες δανειστές στον δε υπάλληλο υπό του πλειστηριασμού η δυνατότητα ελέγχου της νομικής και ουσιαστικής αυτής βασιμότητος.
Επομένως, το Εφετείο που δεν εκήρυξε άκυρο το αναγγελτήριο έγγραφο του αναιρεσιβλήτου ως εισαγωγικό δικόγραφο, με το οποίο εισήχθη η αναγγελθείσα απαίτηση του προς έλεγχο και κατάταξη στον πίνακα κατατάξεως, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ο περί του αντιθέτου ένατος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
VI. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δέκατο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, που περιείχετο στις έγγραφες προτάσεις του σε άλλη δίκη περί μη υπάρξεως της ένδικης και καταταγείσης αξιώσεως εξ 76.306,26.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, εδέχθη την ύπαρξη δύο απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου κατά του άνω οφειλέτου του ήτοι: α) απαιτήσεως εξ 70.432,86 ευρώ, εχούσης ως δικαιολογική αιτία την τριτεγγύηση συναλλαγματικών από αυτόν εκδόσεως του αναιρεσιβλήτου και αποδοχής της Ζ1 β) απαιτήσεως εξ 76.302,27 ευρώ, απορρεούσης από δάνειο που χορήγησε ο αναιρεσίβλητος προς τον οφειλέτη με το από 20.11.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Στα πλαίσια δίκης που ανοίχθηκε με την άσκηση ανακοπής που άσκησε η άνω αποδέκτρια των συναλλαγματικών κατά του αναιρεσιβλήτου (εκδότου) ο τελευταίος δεν ομολόγησε την ανυπαρξία του εξ 76.302, 27 ευρώ ανωτέρου χρέους, που δεν ήταν άλλωστε αντικείμενο της δίκης εκείνης. Το ότι διηγηματικώς στη δίκη αυτή, ο εν λόγω διάδικος έκανε αναφορά και σε άλλο ισόποσο δάνειο που χορήγησε τρίτος προς την άνω αποδέκτρια (που και αυτό δεν ήταν αντικείμενο της δίκης εκείνης) δεν σημαίνει ότι ο αναιρεσίβλητος προέβη σε εξώδικη ομολογία περί μη υπάρξεως της επιδίκου οφειλής.
Περαιτέρω, ο από τον ίδιο αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αίτηση της αναιρεσειούσης για τη παροχή αδείας προς εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, επί της οποίας υπήρχε η προσωρινή διαταγή, είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση αυτή ελήφθη υπόψη, ειδικώς μνημονευομένη στις αιτιολογίες.
Παρεκτώς του ότι ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, γιατί όπως ελέχθη, το Εφετείο εστήριξε την κρίση του στο γεγονός ότι ο οφειλέτης δεν έλαβε γνώση της νέας προσωρινής διαταγής που εδόθη κατά τη συζήτηση της αιτήσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.07.2006 αίτηση για αναίρεση της απόφασης του 156/2006 του Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ