Supreme Court dismisses appeal for procedural non-appearance and insufficient grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Karipidis-Piraei A.E. against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant failed to appear in court without a proxy, yet the case proceeded as if they were present under specific procedural rules. Furthermore, the court rejected the appellant's arguments regarding substantive law violations and evidence evaluation as they lacked the required specificity and factual basis mandated by the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal for non-appearance is inadmissible if the party was duly notified and the case proceeded validly, while grounds for appeal must be specific, fully substantiated, and directly linked to the judgment's operative part.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 697 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 697/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπου Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΡΙΠΙΔΗΣ-ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεως με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1951/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3244/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 2-9-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου, ανέγνωσε την από 21-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ..... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθήνας ........που προσκομίζει μετ΄ επικλήσεως η αναιρεσίβλητη, αποδεικνύεται ότι, με επιμέλεια της τελευταίας, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, νομοτύπως και εμπροθέσμως, επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με τις πράξεις περί κατάθεσής της, ορισμού δικασίμου, προς εκδίκασή της, ενώπιον του Τμήματος τούτου, της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, εγγραφής της στο οικείο πινάκιο και κλήσης προς παράσταση στη συζήτηση. Επομένως, εφόσον δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την εν λόγω δικάσιμο, ουδέ εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και με δήλωση κατά το άρθρο 242 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, εγκύρως συζητήθηκε η υπόθεση σαν να ήταν παρούσα και αυτή (ΚΠολΔ 576 παρ. 2).
Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, προβλέπεται, γενικά, στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο επιτρέπεται αναίρεση όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παράβαση αυτή, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που έκανε δεκτά το δικαστήριο της ουσίας και τα οποία, συμπίπτοντα, δηλαδή, με εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής, πρέπει, για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου αναιρέσεως, να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, όπως, επίσης, πρέπει να εκτίθεται στο αυτό δικόγραφο, και για τον ίδιο λόγο, και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, το οποίο και επέδρασε επί του διατακτικού της αποφάσεως αυτής (Ολ.
ΑΠ 57/2990). Εξ άλλου, για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (έλλειψη νόμιμης βάσης) πρέπει να αναφέρεται το συγκεκριμένο σφάλμα ως προς τη νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αν ο λόγος αφορά ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να αναφέρονται οι αιτιολογίες αυτές, το ουσιώδες ζήτημα στο οποίο ανάγονται και η διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου και γενικά σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών, σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε, αλλιώς ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα μέμφεται με την αίτησή της την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, που έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, γιατί : 1) Παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας εσφαλμένα αυτούς και συγκεκριμένα παραβίασε, κατ' αρχήν, τις διατάξεις των άρθρων 102, 103 ΕμπΝ, 330, 681, 685 και 690 ΑΚ, αφού, αν και δέχεται στο σκεπτικό της ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει συσταθεί ως μεταφορική επιχείρηση για διενέργεια οδικών μεταφορών κατά το ν. 383/1976, δέχεται στη συνέχεια ότι η ευθύνη της από τη συναφθείσα σύμβαση μεταφοράς είναι η προβλεπόμενη από τα άρθρα 102 - 103 ΕμπΝ. 2) Παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αφού ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 360, 681, 685 και 690 ΑΚ, δεχόμενη πως από αυτές συνάγεται ότι ο μεταφορέας ευθύνεται, εκτός ανωτέρας βίας, για κάθε απώλεια ή βλάβη των μεταφερόμενων πραγμάτων και ότι η αναιρεσείουσα ευθύνεται σε αποζημίωση για την απώλεια αυτή, αφού δεν απέδειξε ότι συνέτρεξε για την απώλεια των επίδικων εμπορευμάτων περίπτωση ανωτέρας βίας. 3) Ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 102 - 103 ΕμπΝ και 149 Σχ.
Εμπ.Κ., παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου αυτές, δεχόμενη ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν απεδείχθη ότι συνέτρεχε περίπτωση ανωτέρας βίας. 4) Ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε και τις διατάξεις των άρθρων 300 και 342 ΑΚ περί ζημίας από οικείο πταίσμα του ιδίου του ζημιωθέντος και απαλλαγής της αναιρεσείουσας από την ευθύνη της, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές.
Και 5) ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 97 ΕμπΝ και τους περιορισμούς που θέτουν οι διατάξεις των άρθρων 332 και 334 ΑΚ, δεχόμενη, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων όρος για τον περιορισμό της ευθύνης της αναιρεσείουσας. (Αναιρετικοί λόγοι πρώτος, έως και πέμπτος).
Οι λόγοι αυτοί, κατά το μέρος τους από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει, με σαφήνεια και πληρότητα, τις πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές) της ελάσσονος, που θεμελίωσαν την κρίση του Εφετείου για το βάσιμο της αγωγής και το αβάσιμο των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής, και των ισχυρισμών (αυτοτελών) της εναγομένης, η παράβαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των κανόνων, η οποία και επέδρασε επί του διατακτικού της αποφάσεως αυτής, αλλ' αρκείται μόνο στην αναφορά (ενάριθμη) κανόνων ουσιαστικού δικαίου με ασαφή, συνοπτική, αποσπασματική, συμπερασματικού χαρακτήρα, ατελή έκθεση τμημάτων της ελάσσονος προτάσεως του Εφετείου.
Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος τους από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επίσης αόριστοι, γιατί η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει : α) τις πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης (ενόψει του ότι, όπως εκθέτει η αναιρεσείουσα, η προσβαλλομένη έχει αιτιολογία), β) τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη ή ανεπάρκεια, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό (αν αυτή δεν είναι αυτονόητη), και γ) την εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, προκειμένης αιτίασης για ανεπαρκή αιτιολογία, δηλαδή ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού.
Κατά το μέρος τους (τρίτο) που με τους ίδιους λόγους πλήττεται η ίδια απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και για ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτοι, κατά την ΚΠολΔ 561 παρ. 1, αφού το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης εκτίθεται κατά τρόπο σαφή και πλήρη σ' αυτή, όπως από την ίδια, επιτρεπτώς επισκοπούμενη, ως προς το περιεχόμενό της, συνάγεται ασφαλώς (ΚΠολΔ 561 παρ. 2).
Τέλος, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα προβάλλει,
ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, αν και δεν προτάθηκε από την εφεσίβλητη - ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη), κατ΄ αντένσταση, ότι η εκκαλούσα - εναγομένη, και ήδη αναιρεσείουσα, καθ' υπέρβαση των τιθεμένων από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ορίων, επικαλέστηκε, κατ΄ ένσταση, την απαλλαγή από την ευθύνη της, με το επιχείρημα ότι δεν είναι μεταφορική εταιρεία και κατά συνέπεια δεν ευθύνεται ως μεταφορέας, ο δε ισχυρισμός της αυτός αντίκειται στην ΑΚ 281, ενώ η αναιρεσίβλητη δεν πρότεινε τέτοιο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό περί καταχρήσεως του ασκούμενου δικαιώματος από πλευράς εναγομένης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση των από 14-10-2004 προτάσεων της ενάγουσας - εφεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, προκύπτει ότι αυτή, αμυνόμενη κατά της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, πρόβαλεν παραδεκτώς ένσταση από την ΑΚ 281 με την προβολή των περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-9-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΡΙΠΙΔΗΣ - ΠΕΙΡΑΪΚΗ Α.Ε." περί αναιρέσεως της 3244/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ