Supreme Court dismisses appeal against default judgment due to respondent's absence and procedural errors in appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn a first-instance judgment against two absent respondents. The appellants argued the lower court erred by failing to consider their specific claims regarding a voluntary postponement of an auction and a subsequent settlement agreement. The court rejected these arguments, noting the respondents were properly summoned and the lower court had adequately addressed the appellants' submissions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 632 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine a case ex officio if a respondent fails to appear after proper summons, and appeals based on alleged procedural errors regarding the consideration of arguments or interpretation of civil code provisions are inadmissible if the lower court has already addressed them substantively.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 696 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 696/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Γ. του Κ., κατοίκου ... και 2) Γ. Β. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Χατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Π. και 2) Α. Π., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2013 ανακοπή και τους από 30-5-2014 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 207/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-10-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση, oι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη συζήτησή της στο ακροατήριο.
Συνεπώς πρέπει να δικαστούν ερήμην και να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν οι αναιρεσίβλητοι παρόντες, εφόσον όπως προκύπτει από τις 2593Δ'/20-10-2021 και 2593Δ'/20-10-2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας Αικατερίνης Γκουρνέλου, επιδόθηκε σ' αυτούς, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο.
Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις (λόγους) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ811/2022) ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται καθολικά η υπόθεση, αλλά στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων της ανακοπής.
Οι λόγοι που προσδιορίζουν την έλλειψη είτε των διαδικαστικών (τυπικών) είτε των ουσιαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της ανακοπής ή, σύμφωνα με το άρθρο 585 παρ 2 ΚΠολΔ, με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται στον αντίδικο.
Έτσι, το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και των τυχόν πρόσθετων λόγων της, προσδιορίζει την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετεί δεσμευτικά το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ712/2022, 1298/2018, ΑΠ 1881/2014, ΑΠ 1943/2009). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1, 3, 9,11,15,17, 21 και 28 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν" προκύπτει ότι η ενοχή από συναλλαγματική είναι μεν αναιτιώδης, αφού η αιτία της έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, όμως ο οφειλέτης από συναλλαγματική, όπως προπάντων είναι ο αποδέκτης της, μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την εσωτερική (υποκείμενη ή βασική) σχέση που τον συνδέει με τον εκδότη, προβάλλοντας την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση ή την οπισθογράφηση της συναλλαγματικής, είτε διότι αυτή ήταν εξ αρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη ή ελαττωματική (λχ.
εικονική), είτε διότι έληξε ή δεν επακολούθησε, οπότε αν η ένστασή του αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική και ο οφειλέτης ελευθερώνεται (ΑΠ 903/2006, ΑΠ 896/2006), αφού διαφορετικά η πληρωμή της συναλλαγματικής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του εκδότη της συναλλαγματικής κατά τα άρθρ. 904επ.
ΑΚ (ΑΠ1/2017, ΑΠ 1266/2011, ΑΠ 544/1998). Λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της συμπεριφοράς του εκδότη συναλλαγματικής προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (σχ ΑΠ 889/2003). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 εδ. α' και β' του ν. 5325/1932 περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν "ο τριτεγγυητής ενέχεται καθ' όν τρόπον και ο υπέρ ού η τριτεγγύησις.
Η υποχρέωσις αυτού είναι ισχυρά και όταν η ενοχή υπέρ ής τριτεγγυήθη είναι άκυρος λόγω πάσης άλλης αιτίας, εκτός ελαττώματος περί τον τύπον". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ενοχή από την τριτεγγύηση είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος της ενοχής του προσώπου υπέρ του οποίου δόθηκε η τριτεγγύηση και συνεπώς ο τριτεγγυητής συναλλαγματικής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του κομιστού ενστάσεις που αφορούν το πρόσωπο υπέρ του οποίου τριτεγγυήθηκε, ή ελαττώματα της βασικής αιτιώδους σχέσεως που οδήγησε στην αποδοχή της συναλλαγματικής, και ειδικότερα την ακυρότητα ή ανυπαρξία της κατά το ουσιαστικό δίκαιο.
Όταν όμως η βασική σχέση, η οποία οδήγησε στην αποδοχή της συναλλαγματικής, αφορά και στο πρόσωπο του τριτεγγυητού, όπως συμβαίνει όταν ο τελευταίος ανεμείχθη στη σχέση αυτή, κατόπιν κοινής εξ αρχής συμφωνίας μεταξύ αυτού και των αποδέκτου και κομιστού, τότε, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της προδιαληφθείσης διατάξεως του άρθρου 32 με εκείνες των άρθρων 17, 47 και 71 του ν. 5325/1932, ο τριτεγγυητής μπορεί να προτείνει κατά του συγκεκριμένου κομιστού τις ενστάσεις από τη βασική σχέση που μπορούσε να προτείνει και ο υπέρ ού η τριτεγγύηση αποδέκτης, καθ' οιουδήποτε δε άλλου κομιστού μπορεί να προτείνει τις ίδιες ενστάσεις, αλλά μόνον υπό τους όρους του άρθρου 17 ν.5325/1932 (Α.Π.1397/2015, ΑΠ 1325/2003, ΑΠ 1566/2001 ΑΠ324/79).
Επίσης, από τη διάταξη του 686 εδ. β ΑΚ, η οποία ορίζει ότι, όταν επί συμβάσεως έργου υπάρχει υπερημερία εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της, προκύπτει ότι αν έχει παρέλθει ο συμβατικός χρόνος παράδοσης και ο εργολάβος έχει περιέλθει σε υπερημερία, ο εργοδότης έχει τα δικαιώματα των άρθρων 383 ως 385 ΑΚ, (ΑΠ 1922/2009, ΑΠ 1031/2004, ΑΠ 533/2002).
Από την ως άνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 330, 341 και 342 ΑΚ, συνάγεται ότι, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, αυτός ως οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, εκτός αν αυτός επικαλεσθεί και αποδείξει κατ' ένσταση ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.
Το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης (ΑΠ 135/2022, ΑΠ 791/2020, ΑΠ 897/2019, ΑΠ 1708/2017), την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσης της (ΑΠ 464/2022, ΑΠ 692/2020, ΑΠ 1026/2020, ΑΠ 1623/2014).
Μετά την πάροδο του χρόνου παράδοσης του έργου, δεν εφαρμόζεται η 686 ΑΚ, αλλά η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής ή υπερημερία του εργολάβου και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τελευταίου κρίνονται με τις γενικές διατάξεις (ΑΠ 464/2022, ΑΠ 1623/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 405 ΑΚ: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ: "Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Οφείλει όμως αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι την έλλειψη της υποκειμενικής προϋπόθεσης της ευθύνης του πρέπει, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, όπως άλλωστε συμβαίνει και στην περίπτωση της υπερημερίας, που επέρχεται κατ` άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, κατά την οποία ο οφειλέτης καταλύει τις στηριζόμενες στην υπερημερία του απαιτήσεις του δανειστή με την ένσταση ότι η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 1763/2011).
Γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία, λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια (ΑΠ61/2021, ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 1980/2008).
Κατά το άρθρο 293 παρ. 2 ΚΠολΔ εξ άλλου, ο συμβιβασμός που καταρτίστηκε εκτός του πλαισίου της εκκρεμούς δίκης ή στο πλαίσιο μεν της δίκης, αλλά χωρίς τις διατυπώσεις της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου, φέρει το χαρακτήρα εξώδικου συμβιβασμού και κρίνεται ως σύμβαση κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κατά τα άρθρα 871 και 872 ΑΚ.
Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ).
Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητος ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Και φιλονικία μεν (έρις) υπάρχει όταν καθένας από τους συμβαλλομένους αμφισβητεί τη νομική ή πραγματική βασιμότητα των απαιτήσεων του άλλου, άσχετα αν έχει πράγματι αμφιβολία περί αυτών, ή πράττει τούτο από απλή κακοβουλία.
Αβεβαιότητα δε όταν κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είναι βέβαιος για τις δικές του απαιτήσεις, ήτοι αν γεννήθηκε η έννομη σχέση, αν υπάρχει, μεταξύ ποίων προσώπων ή σε ποια έκταση (ΑΠ1257/2017). Οι αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων θεωρούνται κατά την κοινή αντίληψη και μπορεί να είναι νομικής ή πραγματικής φύσεως.
Αρκεί το ένα συμβαλλόμενο μέρος να προβαίνει σε μια θυσία, γιατί σε αντίστοιχη θυσία προβαίνει και το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η υποχώρηση μπορεί να συνίσταται και στην παραίτηση του συμβαλλόμενου από τα ένδικα μέσα κατά οριστικής ή και τελεσίδικης απόφασης (ΑΠ 1257/2017, ΑΠ 313/2013). Η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους.
Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση. Για τη σύναψη της συμβάσεως συμβιβασμού απαιτείται πρόταση παρ' ενός των συμβαλλομένων μερών με περιεχόμενο την, δι' αμοιβαίων υποχωρήσεων, διάλυση της έριδος ή αβεβαιότητος και αποδοχή αυτής από το έτερο μέρος.
Οι σχετικές δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή, αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκε σύμβαση συμβιβασμού, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 871 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 578/1980, ΑΠ 617/2016, ΑΠ 1306/2010).
Εξ άλλου από τη βούληση των συμβαλλομένων μερών εξαρτάται εάν ο εξώδικος συμβιβασμός έχει αναγνωριστικό (μέρους της απαίτησης) ή δημιουργικό χαρακτήρα, αν δηλαδή τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν τη διατήρηση της παλαιάς ενοχής (κατά ένα μέρος) ή την κατάργησή της και τη δημιουργία νέας (ΑΠ 990/2007, ΑΠ 931/1979). Η σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλομένους, γεγονός που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της συνάψεως συμβιβασμού.
Δηλαδή με το συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της αποφάσεώς του, σύμφωνα με το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού (ΑΠ 1483/2018, ΑΠ 1738/2017, ΑΠ 1527/2017, ΑΠ 669/2016).
Ειδικότερα, εάν με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού αυτός έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα μέρους της απαίτησης με βάση την παλαιά έννομη σχέση για την οποία η διένεξη, το δικαστήριο της ουσίας εκδίδει απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται η ως άνω απαίτηση, όπως αυτή περιορίσθηκε με τη σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού (πρβλ.
ΑΠ 1070/2017), ενώ εάν με βάση το περιεχόμενο του εξώδικου συμβιβασμού αυτός έχει δημιουργικό χαρακτήρα κατάργησης της παλαιάς έννομης σχέσης για την οποία η διένεξη και δημιουργία νέας, η αγωγή ερειδόμενη στην παλαιά έννομη σχέση, απορρίπτεται ( AΠ125/2022). Περαιτέρω, το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ..2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Ειδικότερα, από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006).
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στην δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την δήλωση βούλησης.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μίας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή δε στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ261/2021, ΑΠ 65/2020).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ573/2023, ΑΠ1540/2022, ΑΠ1386/2019).
Η εν λόγω διάταξη, όμως, όμοια με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, δεν έχει εφαρμογή και δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από αυτή, αναιρετικός λόγος όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1690/2018, ΑΠ 1130/2009, ΑΠ 348/2009, ΑΠ 1068/2007, ΑΠ 589/2005, ΑΠ 174/2004, ΑΠ 189/2018).
Εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' αρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ της από 31-10-2013 ανακοπής των αναιρεσιβλήτων και των από 30-5-2014 προσθέτων αυτής λόγων προκύπτει, ότι οι τελευταίοι ζήτησαν, για τους στα ως άνω δικόγραφα περιεχόμενους λόγους, την ακύρωση της 576/2013 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη ..., εκ συναλλαγματικής, ποσού 30.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, με την οποίαν υποχρεώθηκαν ως εκδότης και τριτεγγυήτρια αντιστοίχως της εν λόγω συναλλαγματικής, εκδοθείσας την 2-4-2013 εις διαταγήν των αναιρεσειόντων και παραδοθείσας σ' αυτούς, η οποία φερόταν ότι αποδείκνυε ισόποση απαίτηση τους και δεν πληρώθηκε κατά τη λήξη της την 30-9-2013.
Προς θεμελίωση της άνω ανακοπής και των προσθέτων αυτής λόγων (κατά παραδεκτή βελτίωση του πρώτου λόγου ανακοπής) προέβαλαν ισχυρισμούς από την υποκειμένη σχέση και ειδικότερα ότι η επίμαχη συναλλαγματική εκδόθηκε προς εξασφάλιση της έγκαιρης παράδοσης του αναληφθέντος εκ μέρους τους έργου της ανέγερσης της κατοικίας των αναιρεσειόντων , αποδοτέα στους εργολάβους αναιρεσίβλητους στην περίπτωση της αποπεράτωσης, καταπίπτουσα όμως υπέρ των αναιρεσειόντων εργοδοτών ως ποινική ρήτρα επί μη έγκαιρης αποπεράτωσης του επίμαχου έργου και ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν δικαίωμα είσπραξης της συναλλαγματικής, διότι η υπερημερία στην παράδοση του έργου οφειλόταν σε γεγονός για το οποίο δεν έφεραν οι αναιρεσίβλητοι ευθύνη αλλά οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες και τυχηρά γεγονότα κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στα οικεία δικόγραφα, άλλως ότι η αίτησή τους προς έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής ασκήθηκε καταχρηστικά υπό την επίκληση των αυτών ως άνω πραγματικών περιστατικών.
Το Ειρηνοδικείο ... με την 207/2014 απόφασή του κατά παραδοχή της ανακοπής ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής. Το Πρωτοδικείο ..., δικάζοντας ως Εφετείο την έφεση των αναιρεσειόντων και κατά παραδοχή αυτής, εξαφάνισε με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 119/2017 απόφασή του, την απόφαση του Ειρηνοδικείου, διότι έλαβε υπόψη του ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο.
και ακολούθως ερευνώντας εκ νέου την ανακοπή, τη δέχθηκε κατ'ουσίαν (ως προς τον πρώτο λόγο της) και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Ειδικότερα δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Δυνάμει του από μηνός Δεκεμβρίου 2011 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίστηκε μεταξύ της δεύτερης ανακόπτουσας ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "Τ.
Π. Π. Α.. Κ. Σ. Ο..Ε.." και των καθ' ων η ανακοπή, ήδη εκκαλούντων (αναιρεσειόντων), η ως άνω ομόρρυθμη εταιρία ανέλαβε την εκπόνηση σχεδίων για την έκδοση οικοδομικής άδειας μέχρι την 31-01-2012 και την εν συνεχεία κατασκευή μονοκατοικίας εμβαδού 140 τ.μ. με υπόγειο εμβαδού 65 τ.μ. σε οικόπεδο συνιδιοκτησίας των καθ' ων και συγκεκριμένα σε οικόπεδο που βρίσκεται στη θέση "..."..., εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης του ..., στο αριθμό Γ 1123 Ο.
Τ.,... Δυνάμει του Ιδίου ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού η αποπεράτωση και παράδοση του έργου συμφωνήθηκε για τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2012 και η αμοιβή της κατασκευάστριας ομόρρυθμης εταιρίας, συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής επίβλεψης, της έκδοσης οικοδομικής άδειας, του Φ.Π.Α. και των ασφαλιστικών εισφορών ΙΚΑ, συμφωνήθηκε στο ποσό των 185.000,00 ευρώ.
Στη συνέχεια, ωστόσο, με το από 02-04-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων, η ως άνω σύμβαση τροποποιήθηκε και η αμοιβή της κατασκευάστριας εταιρίας περιορίστηκε στο ποσό των 172.000,00 ευρώ, ενώ ο χρόνος παράδοσης του έργου ορίσθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου 2013. Με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό συμφωνήθηκε εξάλλου ότι σε περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης της μονοκατοικίας, η κατασκευάστρια εταιρία θα βαρύνεται με ποινική ρήτρα 600,00 ευρώ το μήνα, ενώ επιπλέον ορίσθηκε ότι προς εξασφάλιση των ιδιοκτητών δίδεται επιταγή με ημερομηνία λήξης 30-09-2013, η οποία σε περίπτωση μη αποπεράτωσης θα εισπραχθεί και θα επανακαταβληθεί το ποσό αυτό στο τέλος με την παράδοση του σπιτιού.
Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας εξάλλου ο πρώτος των καθ' ων εξέδωσε σε διαταγή αμφοτέρων των ανακοπτόντων την ένδικη συναλλαγματική (και όχι επιταγή όπως είχε αρχικώς συμφωνηθεί), ποσού 30.000,00 ευρώ με ημερομηνία λήξης την 30-09-2013, υπέρ του οποίου τριτεγγυήθηκε η δεύτερη των καθ' ων. Σημειώνεται δε, ότι σε εκτέλεση των ως άνω έγγραφων συμφωνιών οι καθ' ων είχαν καταβάλλει στην κατασκευάστρια ομόρρυθμη εταιρία μέχρι την 02-04-2013 το ποσό των 131.750,00 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μέχρι την 30-09-2013, ήτοι την συμφωνηθείσα ημερομηνία για την αποπεράτωση της οικίας και την παράδοση αυτής στους καθ' ων, η ως άνω οικοδομή δεν είχε ολοκληρωθεί και παραδοθεί, ενώ δεν είχε εκδοθεί και η απαιτούμενη οικοδομική άδεια, γεγονός που το γνώριζαν οι καθ' ων, δεδομένου ότι στις 16-04-2013 εξουσιοδότησαν την δεύτερη ανακόπτουσα να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς το ΙΚΑ για την έναρξη των εργασιών κατασκευής της οικοδομής, ενώ οι εργασίες κατασκευής αυτής είχαν ήδη προχωρήσει.
Η ως άνω άδεια τελικά εκδόθηκε στις 16-01-2014 και με αριθμό 4/2014. Κατόπιν τούτου, οι καθ ων, με την από 21-10-2013 αίτησή τους προς τον Ειρηνοδίκη ... ζήτησαν και πέτυχαν την έκδοση της ανακοπτόμενης υπ' αριθμό 576/2013 διαταγής πληρωμής του ιδίου ως άνω Δικαστή, που εκδόθηκε σε βάρος τόσο του αποδέκτη της συναλλαγματικής, όσο και κατά της τριτεγγυήτριας, με την οποία οι τελευταίοι υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στους καθ' ων το ποσό των 15.000,00 ευρώ, σε έκαστο εξ αυτών.
Την ως άνω διαταγή πληρωμής προσβάλλουν οι ανακόπτοντες ισχυριζόμενοι με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι νόμιμη, διότι η αιτία για την έκδοση της συναλλαγματικής που ήταν η μη έγκαιρη αποπεράτωση της οικοδομής των καθ' ων που είχε αναλάβει η δεύτερη εξ αυτών μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 2013, οφείλεται, μεταξύ άλλων, σε υπαιτιότητα των καθ' ων, οι οποίοι ζήτησαν την κατασκευή επιπρόσθετων εργασιών, πέραν των προβλεπόμενων στην γραπτή συμφωνία τους, η κατασκευή των οποίων ήταν πολυδάπανη και χρονοβόρα, με αποτέλεσμα, την δικαιολογημένη και ανυπαίτια καθυστέρηση από την πλευρά της κατασκευάστριας εταιρίας της ολοκλήρωσης του έργου, γεγονός που επιπροσθέτως καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος των τελευταίων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.
Από την εκτίμηση εξάλλου των ίδιων ως άνω αποδεικτικών στοιχείων προκύπτει ότι η μη έγκαιρη παράδοση του έργου οφείλεται και στο γεγονός ότι οι καθ' ων ζήτησαν την κατασκευή επιπρόσθετων εργασιών, πέραν των προβλεπόμενων στην γραπτή συμφωνία τους και ειδικότερα οι τελευταίοι ήταν αναποφάσιστοι για το εμβαδόν του υπογείου ορόφου, την κατασκευή ή μη κεραμοσκεπής, την μερική ή μη κάλυψη των εξωστών με στέγη, την διαρρύθμιση του Α' ορόφου και την θέση του ανελκυστήρα.
Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται ιδίως στο υπ' αριθμό πρωτ. 7136/12-12-2013 έγγραφό της Πολεοδομίας ..., όπου, γίνεται μνεία ότι, μολονότι ο σχετικός φάκελος για την έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση της οικοδομής κατατέθηκε τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011 με αριθμό πρωτ. 6014/19-12-2011, η οικοδομική άδεια που αφορούσε την ανέγερση της οικοδομής δεν έχει εισέτι εκδοθεί, στις 12-12-2013 δε ο σχετικός φάκελος της οικοδομής βρισκόταν ακόμη στο στάδιο ελέγχου των στατικών με παρατηρήσεις για ελλείψεις (διόρθωση ξυλοτύπων θεμελίωσης - υπογείου), ενώ εκκρεμούσε επιπροσθέτως η προσκόμιση της συμβολαιογραφικής δήλωσης του προβλεπόμενου χώρου στάθμευσης.
Η ανωτέρω κρίση επιβεβαιώνεται και από την από 10-03-2014 τεχνική έκθεση του ..., πολιτικού μηχανικού, ο οποίος διορίσθηκε με το υπ' αριθμό 1699/13-12-2013 έγγραφό του Τεχνικού Επιμελητηρίου ... ως πραγματογνώμονας, κατόπιν της με αριθμό πρωτ. 1619/29-1 1-2013 αίτησης των καθ' ων, με την οποία οι τελευταίοι ζητούσαν τον ορισμό πραγματογνώμονα προκειμένου αυτός να αξιολογήσει το κόστος και τις εργασίες που είχαν γίνει έως τότε στην οικοδομή τους και αν το υπόλοιπο ποσό των 40.000,00 ευρώ που οφείλουν στην εταιρία αρκεί για την αποπεράτωση αυτής καθώς και το κόστος για τη νομιμοποίηση του ανεγερθέντος κτιρίου.
Συγκεκριμένα, από την ως άνω τεχνική έκθεση προκύπτει ότι το υπόγειο της οικοδομής που εν τέλει κατασκευάστηκε έχει εμβαδόν 94,77 τ.μ., ήτοι εμφανίζεται κατά 59,22 τ.μ. μεγαλύτερο από αυτό που προβλεπόταν στα σχέδια που υποβλήθηκαν αρχικά στην Πολεοδομία ..., αλλά και από αυτό που προέβλεπε η συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, κατά την οποία η υπό ανέγερση οικοδομή θα περιελάμβανε υπόγειο εμβαδού 65,00 τ.μ.
περίπου, ενώ από την ως άνω έκθεση προκύπτει ότι και η διάταξη του περιβάλλοντος χώρου της οικοδομής δεν αντιστοιχεί με εκείνη των σχεδίων της οικοδομικής άδειας, η δε κατασκευαστική εταιρία είχε πράγματι προβεί σε τροποποίηση των αρχικώς υποβληθέντων σχεδίων, ενέργεια που δεν συνάδει κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να έχει γίνει αυθαίρετα από αυτήν, χωρίς δηλαδή προηγούμενη σχετική απαίτηση από τους ιδιοκτήτες, ενόψει και της αύξησης των δαπανών για την προμήθεια υλικών, αμοιβής και ασφάλισης εργατοτεχνικού προσωπικού, που μια τέτοιου είδους τροποποίηση συνεπάγεται.
Η υπέρβαση αυτή είναι νοητή μόνο κατόπιν αιτήματος των ιδιοκτητών, όπως και η λοιπή διαμόρφωση του υπογείου που έφερε διαχωριστικούς τοίχους και κατασκευή τουαλέτας. Τα ανωτέρω άλλωστε δεν αντικρούονται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των καθ' ων, ο οποίος, με την ιδιότητα του αρχιτέκτονα μηχανικού, επιλήφθηκε μεταγενέστερα του έργου, ήτοι της αποπεράτωσης της οικοδομής, και ουδέν σχετικό κατάθεσε περί των διαφοροποιήσεων αυτών σε σχέση με τα αρχικά σχέδια της οικοδομής.
Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα με την ίδια ως άνω τεχνική έκθεση το κόστος κατασκευής της υπάρχουσας οικοδομής ανερχόταν σε 110.858,47 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. και το ότι το ποσό των 40.000,00 ευρώ, που όφειλαν εισέτι οι καθ' ων στην κατασκευάστρια εταιρία, δεν επαρκούσε για την ολοκλήρωση της οικοδομής, για την οποία απαιτούνταν επιπλέον το ποσό των 64.580,73 ευρώ πλέον ασφαλιστικών εισφορών ΙΚΑ ποσού 11.070,00 ευρώ, το δε κόστος νομιμοποίησης της κατασκευής (πρόστιμα νομιμοποίησης αυθαιρέτων, ΙΚΑ κλπ) ανερχόταν σε 13.656,80 ευρώ.
Ενόψει των προαναφερθέντων, η κατασκευάστρια εταιρία δεν είχε κανένα λόγο να καθυστερήσει την παράδοση της οικοδομής, ώστε να λάβει και το σχετικό εργολαβικό αντάλλαγμα αφού το ποσό των 131.750,00 ευρώ που είχε λάβει από τους καθ ων μέχρι την 02-04-2013, όπως προεκτέθηκε, το είχε ήδη αναλώσει προς εκτέλεση εργασιών στην οικοδομή αυτών, η οποία κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2013 βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων, ενώ το κόστος των εργασιών μέχρι την ανωτέρω ημεροχρονολογία ανερχόταν, σύμφωνα με την ίδια ως άνω τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα του ΤΕΕ στο ποσό των 110.858,47 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 23%.
Ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος με την ανακοπή πρώτος λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης με αριθμό 576/2013 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου ..., πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος από ουσιαστική άποψη και η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής να ακυρωθεί. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός των καθ' ων περί εκπρόθεσμης κατάθεσης των με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 182/2014 πρόσθετων λόγων ανακοπής, διότι με το ως άνω δικόγραφο οι ανακόπτοντες δεν επιτρέπεται να θεραπεύσουν την αοριστία της ανακοπής, είναι νομικά αβάσιμος και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι τυχόν αοριστία λόγου ανακοπής, που περιέχεται στο αρχικό δικόγραφο της ανακοπής, μπορεί παραδεκτώς να συμπληρωθεί με πρόσθετο λόγο ανακοπής σε ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνθηκε η ανακοπή, και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση (ΑΠ 916/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 758/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπως και συνέβη εν προκειμένω.
Απορριπτέος κρίνεται εξάλλου και ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων (ενν: καθών η ανακοπή) περί απαράδεκτης άσκησης της ανακοπής ενόψει της σύνταξης της υπ' αριθμό 13.154/17-12-2013 συμβολαιογραφικής πράξης αναβολής πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου ... Άννας Αραβαντινού, στην οποία οι ανακόπτοντες συναίνεσαν και δέχθηκαν την αναβολή του πλειστηριασμού που επισπευδόταν σε ακίνητο της δεύτερης ανακόπτουσας δυνάμει της με αριθμό 1976/01-1 1-2013 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ...
Αικατερίνης Γκουρνέλλου, δηλώνοντας ταυτόχρονα με την ίδια ως άνω συμβολαιογραφική πράξη ότι αναγνωρίζουν πλήρως, ρητώς και ανεπιφυλάκτως την εγκυρότητα της προδικασίας του πλειστηριασμού και τις μέχρι τότε γενόμενες πράξεις που είχαν σχέση με αυτόν. Και αυτό διότι αντικείμενο της κρινόμενης ανακοπής που στηρίζεται στο άρθρο 632 ΚΠολΔ, είναι η αμφισβήτηση της συνδρομής των νομίμων προυποθέσεων για την έκδοση της διαταγής πληρωμής (623-624 ΚΠολΔ) ή η ουσιαστική ακυρότητα αυτής, με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή, ενστάσεις, ενώ η επικαλούμενη από τους εκκαλούντες - καθ' ων η ανακοπή δήλωση, αφορά τη νομιμότητα της εκτέλεσης, που κινήθηκε σε βάρος της δεύτερης ανακόπτουσας με βάση τον προαναφερθέντα τίτλο, ήτοι αφορούν διαφορετικές πράξεις και συνεπώς ουδέν απαράδεκτο δημιουργείται στην άσκηση της κρινόμενης ανακοπής, η οποία σημειωτέον προηγήθηκε χρονικά, εξ αυτού του λόγου...".
Ακολούθως το Πρωτοδικείο ως Εφετείο δικάσαν, δέχθηκε την ανακοπή κατά τον πρώτο λόγο της και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.
Έτσι που έκρινε το, δικάσαν ως Εφετείο, Πρωτοδικείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ελλείψεως υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων αναφορικά με την καθυστέρηση εκτελέσεως του ένδικου, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 17, 32 ν. 5325/1932, 681 και 342 ΑΚ, των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις, και ως προς την ορθή μη εφαρμογή των άρθρων 686 παρ.β, 383, 385, 404, 405 ΑΚ που δεν ήσαν εφαρμοστέες, τις οποίες δεν παρεβίασε εκ πλαγίου, και δικαιολογούν την παραδοχή της ανακοπής, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές:
α) ότι με το από 2-4-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ της εργολήπτριας εταιρείας "Τ. Π. Α.. Κ. Σ. Ο." (της οποίας οι αναιρεσίβλητοι ήσαν ομόρρυθμοι εταίροι και η δεύτερη νόμιμη εκπρόσωπος), πέραν της τροποποίησης της καταρτισθείσας μεταξύ τους αρχικής από Δεκέμβριο του 2011 σύμβασης έργου και της μετάθεσης του χρόνου παράδοσης αυτού στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2013, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης του έργου η εργολήπτρια θα βαρύνεται με 600 ευρώ μηνιαίως ως ποινική ρήτρα και ότι προς εξασφάλιση των ιδιοκτητών για την περίπτωση μη έγκαιρης αποπεράτωσης εκδόθηκε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο εις διαταγήν των αναιρεσειόντων εργοδοτών, η επίμαχη συναλλαγματική των 30.000 ευρώ, με τριτεγγυήτρια τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, β) ότι η οικοδομή δεν περατώθηκε μέχρι τις 30-9-2013, βρισκόμενη τότε στο στάδιο των επιχρισμάτων, ούτε και η άδεια εκδόθηκε μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, αλλά εκδόθηκε αυτή στις 16-1-2014, γ) ότι η μη έγκαιρη παράδοση του έργου οφείλεται στο γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν την κατασκευή επιπρόσθετων, πέραν των προβλεπομένων στη γραπτή τους συμφωνία εργασιών, όντες όμως αναποφάσιστοι για το εμβαδόν του υπογείου, την κατασκευή ή μη της κεραμοσκεπής, τη μερική ή μη κάλυψη των εξωστών με στέγη, τη διαρρύθμιση του Α ορόφου και τη θέση του ανελκυστήρα, δ) ότι συνεπεία αυτού η κατασκευαστική εταιρεία προέβη σε καθυστερημένη, όπως προκύπτει από τη νοηματική εκτίμησης των σχετικών παραδοχών της απόφασης, τροποποίηση των αρχικώς υποβληθέντων σχεδίων, ε) ότι, συγκεκριμένα, το κατασκευασθέν υπόγειο της οικοδομής έχει εμβαδόν 94,77 τ.μ., ήτοι εμφανίζεται κατά 59,22 τ.μ.
μεγαλύτερο από αυτό που προβλεπόταν στα σχέδια που υποβλήθηκαν αρχικά στην Πολεοδομία, αλλά και από αυτό που προέβλεπε η συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, κατά την οποία η υπό ανέγερση οικοδομή θα περιελάμβανε υπόγειο εμβαδού 65,00 τ.μ., διαμορφώθηκε δε αυτό με διαχωριστικούς τοίχους και την κατασκευή τουαλέτας, ενώ και η διάταξη του περιβάλλοντος χώρου της οικοδομής δεν αντιστοιχεί με εκείνη των σχεδίων της οικοδομικής άδειας, στ) ότι η προαναφερόμενη κατασκευή του υπογείου δεν συνάδει κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να έχει γίνει αυθαίρετα από την κατασκευάστρια, χωρίς δηλαδή προηγούμενη σχετική απαίτηση από τους ιδιοκτήτες, ενόψει και της αύξησης των δαπανών για την προμήθεια υλικών, αμοιβής και ασφάλισης εργατοτεχνικού προσωπικού, που μια τέτοιου είδους τροποποίηση συνεπάγεται και ζ) ότι η κατασκευάστρια δεν είχε λόγο να καθυστερήσει την παράδοση της οικοδομής προκειμένου να λάβει και το σχετικό εργολαβικό αντάλλαγμα , αφού το ποσό των 131.750 ευρώ που είχε λάβει μέχρι την 2-4-2013, το είχε ήδη αναλώσει προς εκτέλεση εργασιών στην οικοδομή, το κόστος κατασκευής κατά την τεχνική έκθεση του ΤΕΕ ανερχόταν σε 110.858,73 ευρώ, τα δε υπόλοιπα 40.000 ευρώ της συμφωνημένης αμοιβής που όφειλαν οι αναιρεσείοντες δεν επαρκούσαν, αφού για την ολοκλήρωση της οικοδομής απαιτούνταν επιπλέον 64.580,73 ευρώ.
Οι εν λόγω ουσιαστικές παραδοχές θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πόρισμα περί της έλλειψης υπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων ως προς την καθυστέρηση του επίδικου έργου και συνακόλουθα της μη περιέλευσής τους σε υπερημερία, ώστε να μην δικαιούνται οι αναιρεσείοντες να εισπράξουν ως ποινική ρήτρα για το λόγο αυτό το ποσό της συναλλαγματικής, με βάση την οποία εξέδωσαν την ακυρωθείσα διαταγή πληρωμής.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες είναι αβάσιμος, πέραν του ότι δεν παραθέτουν ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά απαραδέκτως εκθέτουν τα εκ του αντιθέτου επιχειρήματά τους σε αντιδιαστολή με τις ως άνω παραδοχές, χωρίς να διαλαμβάνουν σε τί συνίσταται η αντιφατικότητα των παραδοχών μεταξύ τους.
Εν κατακλείδι, ο ίδιος ως άνω λόγος, είναι απαράδεκτος, αφού ανάγεται στην ανάλυση, τη στάθμιση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του σαφούς ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, επιχειρώντας απαραδέκτως υπό την επίφαση της εν λόγω πλημμέλειας να πλήξει την επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Ωσαύτως αβάσιμος είναι και ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι "δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό τους που προτάθηκε με την έφεσή τους, περί του ότι, με την αναβολή, δυνάμει της 13154/17-12-2013 συμβολαιογραφικής πράξεως, του ορισθέντος για την 18-12-2013 πλειστηριασμού του κατασχεθέντος (με τίτλο εκτελεστό την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής) ακινήτου της εν λόγω αναιρεσίβλητης, και τη δήλωσή της ότι αναγνωρίζει την εγκυρότητα της προδικασίας του πλειστηριασμού και τις συναφείς με αυτόν μέχρι τότε πράξεις, συνήφθη μεταξύ αυτών και της δεύτερης αναιρεσίβλητης συμβιβασμός κατά το άρθρο 871ΑΚ", αφού όπως σαφώς συνάγεται από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, και τον αντέκρουσε αναλυτικώς, απορρίπτοντας αυτόν με ειδικές, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες.
Επίσης, ζήτημα εσφαλμένης μη εφαρμογής του άρθρου 871 ΑΚ , ώστε να ιδρύεται η εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον υπό τις ανωτέρω παραδοχές δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις του, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτές περιστατικά που συγκροτούν κατάρτιση συμβιβασμού κατά την ανωτέρω διάταξη, ήτοι υπό την σύμπτωση της βούλησης των εκατέρωθεν μερών, με πρόταση του ενός μέρους και αποδοχή του ετέρου, μετά τη λύση με αμοιβαίες υποχωρήσεις της μέχρι τότε έριδας και αβεβαιότητας σχετικά με τη γέννηση, τη βασιμότητα και το ύψος της ένδικης οφειλής, παρά (πρόκειται) για απλή αναβολή (εκούσια) του ορισθέντος πλειστηριασμού στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως.
Επομένως και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος αναιρετικός λόγος, με το σχετικό σκέλος του οποίου υποστηρίζεται (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) ότι το δικάσαν ως Εφετείο Πρωτοδικείο, υπέπεσε στην αυτή ως άνω πλημμέλεια, "διότι παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού η αληθής βούληση των μερών ήταν να μην είναι δυνατή οποιαδήποτε περαιτέρω αμφισβήτηση για την απαίτηση και τον πλειστηριασμό" είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο, κατά την άνω ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς τις δηλώσεις των συμβληθέντων, σχετικά με το προβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα ζήτημα, ώστε να πρέπει να προβεί στην ερμηνεία τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) . Έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν κατ' άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ, αφού οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ερημοδικίας τους δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-10-2018 αίτηση των: Ν. Γ. και Γ. Β. για αναίρεση της με αριθμό 119/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ