Supreme Court dismisses appeal where minor's parents appeal after child becomes adult and sues alone.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the parents of a minor child against a final inheritance judgment. The parents argued the lower court erred in invalidating a testamentary clause, but the child had already reached adulthood and sued independently. The court ruled that since the child became an adult after the appeal was filed, the parents lost the right to represent them in the appellate proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 127 of the Civil Code and 63(1) of the Code of Civil Procedure; Upon reaching majority, a minor acquires full capacity to act, and if they sue independently after the appeal is filed, parents can no longer represent them in the appellate process.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 696 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 696/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Δ. του Ε., 2) Ν. συζύγου Γ. Δ., το γένος Κ., ως από κοινού ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Ε. Δ. του Γ., ) Κ. Δ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδων Φλογαΐτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 21/1/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/4/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 127 του Α.Κ., όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του, δηλαδή, είναι ενήλικος, είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία, κατά δε το άρθρο 63 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 286, 287, όπως η τελευταία τροποποιήθηκε με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και 290 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), η διακοπή της δίκης, συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο του διαδίκου επέρχεται, μόνον, αν η μεταβολή αυτή συμβεί, έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία, εκδίδεται η οριστική απόφαση.
Συνεπώς, στην περίπτωση, κατά την οποία ο ανήλικος, που εκπροσωπήθηκε στην κατ` έφεση δίκη από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς του, ενηλικιώθηκε, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή παραδεκτά μεν ασκήθηκε από τους ασκούντες τη γονική του μέριμνα, η συζήτησή της, όμως, εφόσον γνωστοποιηθεί κατ` αυτή το γεγονός της ενηλικίωσης, θα είναι απαράδεκτη, αν δεν παραστεί αυτοβούλως ο διάδικος που ενηλικιώθηκε (Ολ.Α.Π. 27/1987, Α.Π. 146/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση από 22-4-2019 (9/24-4-2019) αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε από τους 1) Γ. Δ. και 2) Ν. Δ., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων τους Ε. Δ. και Κ. Δ. Με τις από 24-1-2022 έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ο εξ αυτών Ε. Δ., γεννηθείς στις 11-1-2002, δήλωσε ότι ενηλικιώθηκε στις 11-1-2020 (ήτοι, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα στις 24-4-2019, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου) και ότι συνεχίζει, πλέον, ατομικά, τη δίκη στο όνομά του.
Επομένως, μετά την ενηλικίωσή του, έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των γονέων του - αναιρεσειόντων -οι οποίοι παρίστανται μόνον για λογαριασμό του έτερου ανήλικου τέκνου τους, Κ. Δ.- και νομίμως παρίσταται στο Δικαστήριο τούτο με το δικό του όνομα, ως αναιρεσείων, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ` άρθρ. 290 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 18/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Ανάκληση διαθήκης είναι η δήλωση βουλήσεως του διαθέτη, με την οποία αίρεται, ολικά ή μερικά, το κύρος της έγκυρης, μέχρι τότε, διαθήκης. Προϋπόθεση για την εγκυρότητα της ανάκλησης είναι, εκτός των άλλων, η τήρηση ορισμένου τύπου, τον οποίο καθορίζει ο νόμος, άλλως, είναι ανίσχυρη, έστω και αν δεν αμφισβητείται η βούληση του διαθέτη να ανακαλέσει τη διαθήκη του.
Δηλαδή, η εν όλω ή εν μέρει ανάκληση της διαθήκης, η οποία είναι μονομερής, μη απευθυντέα, ελευθέρως ανακλητή, ανεπίδεκτη αντιπροσώπευσης, αιτία θανάτου, δήλωση βούλησης του διαθέτη, εκδηλώνεται, εγκύρως, αποκλειστικά, σύμφωνα με τους περιοριστικώς στο νόμο (1763-1768 του Α.Κ.) τρόπους και επιφέρει ως αποτέλεσμα την ολική ή μερική μη ισχύ των διατάξεων της προγενέστερης διαθήκης (Α.Π. 1198/2015, Α.Π. 1150/2011, Α.Π. 644/2006, Α.Π. 1031/2003).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1763 του ΑΚ, κάθε διαθήκη μπορεί να ανακληθεί: 1. με σχετική δήλωση σε μεταγενέστερη διαθήκη και 2. με δήλωση που γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου με την παρουσία τριών μαρτύρων και με τις λοιπές διατυπώσεις των συμβολαιογραφικών εγγράφων, κατά δε το άρθρο 1764 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταγενέστερη διαθήκη καταργεί, με το περιεχόμενο της, την προηγούμενη, μόνο κατά το μέρος που εναντιώνεται σ` αυτή.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι κάθε διαθήκη μπορεί να ανακληθεί από το διαθέτη, είτε με ρητή δήλωση της βούλησής του στη νέα διαθήκη περί μερικής ή ολικής ανάκλησης αυτής, είτε σιωπηρώς, εάν το περιεχόμενο της νεότερης διαθήκης εναντιώνεται προς το περιεχόμενο της προγενέστερης, δηλαδή, είναι ασυμβίβαστο προς το περιεχόμενο αυτής.
Στις περιπτώσεις αυτές, χωρίς ρητή ανακλητική δήλωση, σιωπηρά καταργείται το περιεχόμενο της προγενέστερης, κατά το μέρος που είναι ασυμβίβαστο με το περιεχόμενο της νεότερης. Εξάλλου, καθόσον αφορά στη δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου, παρουσία τριών μαρτύρων (άρθρο 1763 περ. 1 του Α.Κ.), αυτή μπορεί να αφορά την ανάκληση μέρους ή ολόκληρης της διαθήκης, δεν μπορεί, όμως, να αναφέρεται σε αντικατάσταση διατάξεων της διαθήκης, δηλαδή, σε ορισμό άλλου τετιμημένου, η οποία μπορεί να γίνει μόνο με σύνταξη νέας, με έναν από τους γνωστούς τύπους των διαθηκών (δημόσιας, ιδιόγραφης, μυστικής).
Από τη διάταξη του άρθρου 182 του Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται και επί μονομερών δικαιοπραξιών, ορίζεται ότι, όταν ή άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης έγκυρης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει, εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις για τη μετατροπή μιας άκυρης δικαιοπραξίας σε άλλη έγκυρη είναι οι ακόλουθες: 1) η ακυρότητα της πρώτης και η για την ακυρότητα αυτή άγνοια των δικαιοπρακτούντων ή του δικαιοπρακτούντος, 2) η άκυρη δικαιοπραξία να περιέχει τα στοιχεία της κατά μετατροπή έγκυρης και, εφόσον η τελευταία υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, να τηρήθηκε ο τύπος αυτός και 3) υποθετική βούληση των συμβληθέντων μερών ή, σε περίπτωση, μονομερούς δικαιοπραξίας, του δηλούντος, να ισχύσει η μετά μετατροπή άλλη δικαιοπραξία, εάν γνώριζαν (ή γνώριζε) την ακυρότητα. Για να χωρήσει, όμως, η μετατροπή πρέπει να γίνει επίκλησή της από ένα από τα μέρη που έλαβαν μέρος στη δικαιοπραξία και απόδειξη από το ίδιο της υποθετικής θέλησης αυτών που μετείχαν στη δικαιοπραξία, γιατί ο δικαστής δεν υποκαθιστά τη δυναμένη να συναχθεί υποθετική βούληση, με τη δική του αντικειμενική κρίση (Α.Π. 1227/2018, Α.Π. 714/2018, Α.Π. 121/2014, Α.Π. 792/2006, Α.Π. 1662/2000, Α.Π. 619/1999).
Σύμφωνα με τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται και όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή, με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 4/2018, Ολ. Α.Π. 6/2017, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 677/2019, Α.Π. 349/2014, Α.Π. 382/2013).
Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως ( που πρέπει να αναφέρεται ειδικώς στο αναιρετήριο, για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου), η οποία εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της και έτσι, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη νόμου.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς.
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν, από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της εφαρμοσθείσας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ` όσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (Ολ.Α.Π. 9/2016, Ολ.Α.Π. 9/2013 Ολ.Α.Π. 24/1992, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 29/2020, Α.Π. 24/2020, Α.Π. 179/2019, Α.Π. 253/2013, Α.Π. 343/2012).
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ως "πράγματα" δε, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν, κατά νόμο, το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων για παροχή έννομης προστασίας.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει οι φερόμενοι ως μη προταθέντες ισχυρισμοί, οι οποίοι λήφθηκαν, παρά το νόμο, από το δικαστήριο της ουσίας, να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως, όταν το δικαστήριο κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης της αγωγής ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτήν.
Ως "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται και ο κύριος και πρόσθετος λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης και του οποίου η λήψη υπόψη και η παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εξαφάνιση αυτής (εκκαλούμενης απόφασης) (Ολ.Α.Π. 294/1981, Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 565/2021, Α.Π. 489/2021, Α.Π. 194/2021, Α.Π. 1333/2020, Α.Π. 518/2020, Α.Π. 398/2020, Α.Π. 797/2013).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 335, 337 και 338 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ενώ δεν είναι απαραίτητο να περιέχει νομική βάση. Τυχόν μνεία στην αγωγή περί υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που επικαλείται ο διάδικος για τη θεμελίωσή της, σε νομική διάταξη, δεν δεσμεύει το δικαστήριο να την εφαρμόσει, όταν αυτή, με βάση την εκτίμηση του περιεχομένου της, δεν είναι εφαρμοστέα.
Επομένως, εφόσον το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό, διαφορετικό από εκείνον που προβάλλεται από τους διαδίκους ή μη αναφερόμενο στο δικόγραφο της αγωγής, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθότι στην περίπτωση αυτήν υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη, και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα (Α.Π. 258/2019, Α.Π.2219/2014, Α.Π. 1392/2014, Α.Π. 33/2014).
Τέλος, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (Ολ. Α.Π. 30/1998, ολ.Α.Π. 8/1993, Α.Π. 1001/2013).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ανελέγκτως, έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα είναι ανιψιά της προαποβιώσασας συζύγου του Κ. Μ. του Ε.. Ο ως άνω στις 8-5-2008 προσήλθε στο συμβολαιογραφείο της συμβολαιογράφου Καρπάθου Ζωής Ρουσάκη και παρουσία τριών μαρτύρων συνέταξε τη με αριθ. .../2008 δημόσια διαθήκη.
Μετά το θάνατο του διαθέτη στις 19-11-2009 και τη δημοσίευση της διαθήκης με το 1/14-1-2010 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η ενάγουσα, η οποία γνώριζε ότι είναι κληρονόμος σε μερίδιο της περιουσίας του διαθέτη, ανακάλυψε ότι στην ανωτέρω διαθήκη υπήρχαν προσθήκες και διαγραφές. Ειδικότερα στην δεύτερη σελίδα του τρίτου φύλλου διεγράφησαν οκτώ λέξεις ήτοι "Στην Μ.
Κ. του Ι. και Μ." και προστέθηκε με παραπομπή στο πλαϊνό της σελίδας "Στον Κ. Δ. του Γ. και Ν. και στον Ε. Δ. του Γ. και Ν. αφήνω κατά ποσοστό 50% στον καθένα το μερίδιό μου". Η ενάγουσα αφού έλαβε γνώση των ως άνω τροποποιήσεων της διαθήκης κατέθεσε μήνυση σε βάρος των εναγομένων και της συμβολαιογράφου. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της ως άνω μήνυσης για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και ακολούθησε η έκδοση του...
απαλλακτικού βουλεύματος (καθότι δεν προέκυψε η πλαστογραφία από τους εναγομένους της υπογραφής του διαθέτη) από τις ίδιες τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, προέκυψε ότι η επίδικη προσθήκη στο κείμενο της δημόσιας διαθήκης με αριθ. .../2008 δεν έλαβε χώρα την ημερομηνία που συντάχθηκε η διαθήκη, ήτοι την 8-5-2008 αλλά κατά την 5-4-2009.
Επίσης δε ο τόπος που έγινε η προσθήκη δεν ήταν το συμβολαιογραφείο αλλά το κέντρο υγείας Καρπάθου.
Συνεπώς η επίμαχη προσθήκη... είναι άκυρη καθότι περιέχει διάταξη τροποποιητική της αρχικής διαθήκης αλλά παρόλα αυτά δεν περιλαμβάνει τόπο και χρονολογία. Εκ του λόγου της ακυρότητας δε της διαθήκης αυτής δεν τίθεται θέμα ερμηνείας της βούλησης του διαθέτη, καθότι προκειμένου να ερμηνευθεί η βούληση του διαθέτη προϋποτίθεται έγκυρη διάταξη...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε τύποις και ουσία την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκληθείσα 22/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην τούτων, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της ως άνω διάταξης και, εντεύθεν, αναγνώρισε την ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ως κληρονόμο των στη διαθήκη περιγραφόμενων ακινήτων.
Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, με ικανές και σαφείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η επίδικη παραπομπή στο περιθώριο της δεύτερης σελίδας του τρίτου φύλλου της κηρυχθείσας ως κυρίας .../2008 δημόσιας διαθήκης του διαθέτη, Κ. Μ. του Ε., με την οποία το μεν διαγράφηκε το όνομα της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, ως τετιμημένης, με την ως άνω διαθήκη, κληρονόμου των σ' αυτήν περιγραφόμενων δύο (2) ακινήτων, το δε ορίστηκαν αντ' αυτής οι ανήλικοι τότε Ε.
Δ. και Κ. Δ., υιοί των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, ως κληρονόμοι των ιδίων ακινήτων, δεν είναι προϊόν πλαστογραφίας. Ότι η παραπομπή αυτή, η οποία συνετάγη, σε χρόνο μεταγενέστερο της σύνταξης της διαθήκης και εκτός συμβολαιογραφείου και αποτελεί τροποποίηση αυτής, τόσον ως προς την ανάκληση της διάταξής της, με την οποία είχε οριστεί η αναιρεσίβλητη ως κληρονόμος των σ' αυτήν περιγραφόμενων ακινήτων όσον και ως προς τον ορισμό, αντ' αυτής, ως κληρονόμων των ιδίων ακινήτων των τέκνων των δύο πρώτων αναιρεσειόντων, είναι άκυρη ως τέτοια και επιπροσθέτως, ότι δεν φέρει τόπο και χρονολογία συντάξεως αυτής.
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 1732 και 1718 του Α.Κ. καθώς και του άρθρου 8 του ν. 2830/2000, παρέλειψε να συμπληρώσει τα ελλείποντα στοιχεία της επίδικης διάταξης, ήτοι τη χρονολογία και τον τόπο συντάξεώς της από αδιαμφισβήτητα στοιχεία εκτός του κειμένου της διαθήκης. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, ως ερειδόμενες επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι το Εφετείο αποφάνθηκε περί της ακυρότητας της επίδικης παραπομπής, απλώς και μόνο, λόγω μη αναγραφής του τόπου και του χρόνου συντάξεώς της, ενώ, υπό τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε την ακυρότητα αυτής ως τροποποιητικής της διαθήκης διατάξεως, η οποία, επιπροσθέτως, δεν φέρει ημεροχρονολογία και τόπο καταρτίσεώς της, αιτιολογία, που παρατίθεται πλεοναστικώς, προς επίρρωση της κρίσεώς της και, εντεύθεν, αποτελεί μη αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια ως άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1763 και 182 του Α.Κ. καθώς και τις 2032, 182 και 188 του ίδιου Κώδικα, αντίστοιχα, απέρριψε ως μη νόμιμους τους επικουρικώς προβληθέντες, με την έφεσή τους, ισχυρισμούς ότι συντρέχει νόμιμη περίπτωση μετατροπής, κατ' άρθρο 182 του Α.Κ.: α) "της δήθεν άκυρης διάταξης διαθήκης σε έγκυρη ανάκληση της αρχικής διάταξης που καθιστούσε την αντίδικο τιμώμενη κληρονόμο" και β) "της δήθεν άκυρης διάταξης διαθήκης σε έγκυρη πρόταση για κατάρτιση δωρεάς αιτία θανάτου".
Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος, καθόσον το Eφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμους τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις. Και τούτο διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 182 του Α.Κ., όπως εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ήτοι, η άκυρη διάταξη της επίδικης διαθήκης δεν πληροί τους όρους της κατά μετατροπή έγκυρης ανάκλησης διατάξεως αυτής, ως προς τον ορισμό της ήδη αναιρεσίβλητης ως τιμώμενης κληρονόμου, αφού η τελευταία δεν είναι έγκυρη ως τέτοια, λόγω μη τηρήσεως του στις προαναφερόμενες διατάξεις (άρθρα 1763-1764 του Α.Κ.) προβλεπόμενου συστατικού τύπου, που απαιτείται για την εγκυρότητα της ανάκλησης διατάξεως διαθήκης.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά στο δεύτερο των ως άνω ισχυρισμών, το Εφετείο, εσφαλμένα μεν, εξέλαβε την προτεινόμενη από τους εναγόμενους-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες κατά μετατροπή δικαιοπραξία ως σύμβαση δωρεάς αιτία θανάτου, ενώ ο ισχυρισμός τους αφορούσε σε 'έγκυρη πρόταση για κατάρτιση σύμβασης δωρεάς αιτία θανάτου' προς τους προαναφερόμενους Ε.
και Κ. Δ. των ακινήτων, τα οποία ο διαθέτης κατέλιπε, με τη διαθήκη του, στην ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, ορθώς, όμως, κατ' αποτέλεσμα, τον απέρριψε ως αβάσιμο, λόγω της αλυσιτέλειάς του. Και τούτο διότι, τυχόν μετατροπή της άκυρης διάταξης, με την οποία ορίστηκαν ως κληρονόμοι οι ανωτέρω αντί της αναιρεσίβλητης, σε έγκυρη πρόταση προς αυτούς για κατάρτιση δωρεάς αιτία θανάτου, καταρτισθείσα, ούτως ή άλλως, μεταγενέστερα της συντάξεως της επίδικης διαθήκης, όπως δέχεται ανελέγκτως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν θα παρήγαγε έννομα αποτελέσματα, αφού η διάταξη της διαθήκης, με την οποία ορίστηκε η ήδη αναιρεσίβλητη ως κληρονόμος επί των ιδίων ακινήτων, σε προγενέστερο χρόνο, ήτοι αυτόν της συντάξεως της διαθήκης, παραμένει ισχυρή, λόγω του ανίσχυρου της ανάκλησης της διατάξεως αυτής, η οποία, όπως προαναφέρεται, εχώρησε, χωρίς να τηρηθεί ένας από τους υπό των ανωτέρω διατάξεων προβλεπόμενος τύπος (άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.).
Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, με ανεπαρκή αιτιολογία, κήρυξε την επίδικη διάταξη-προσθήκη άκυρη, χωρίς να προβεί στη συμπλήρωση των ελλειπόντων τυπικών στοιχείων του τόπου και του χρόνου συντάξεώς της από εκτός του κειμένου της διαθήκης στοιχεία. Ο λόγος αυτός της επίδικης διάταξης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον δεν αναφέρεται η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της (αιτιολογίας) και συγκεκριμένα, δεν αναφέρεται, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να διαλαμβάνει το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του και οι οποίες ελλείπουν, ώστε να ερευνηθεί αν η αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη ανεπάρκεια στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού καθιστά αδύνατη την κρίση για το αν είναι ορθή ή όχι η υπαγωγή, στην οποία προέβη το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ήτοι, ότι το Εφετείο έλαβε, παρά το νόμο, θεμελιωτικά της αγωγής περιστατικά, τα οποία, όμως, δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι, παρότι μοναδική ιστορική βάση της αγωγής αποτελεί η πλαστότητα της επίδικης διάταξης και η, συνεπεία αυτής, αναγνώριση της ακυρότητάς της, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η επίδικη διάταξη είναι άκυρη, για το λόγο ότι οι παραπομπές και μεταβολές του κειμένου της διαθήκης συνιστούν τροποποιητική της διαθήκης διάταξη, η οποία δεν φέρει ημερομηνία και τόπο κατάρτισης και ως τέτοια είναι άκυρη, δηλαδή, δέχθηκε αγωγικό ισχυρισμό, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στη ιστορική βάση της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 20-6-2010 (803/13-7-2010) αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε τα ακόλουθα ουσιώδη, για την εκτίμηση του αναιρετικού λόγου, πραγματικά περιστατικά: "Ο κατά την 19 Νοεμβρίου 2009 αποβιώσας θείος μου (εξ αγχιστείας) Κ.
Ε. Μ...., συνέταξε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Καρπάθου Ζωής Μηνά Ρουσάκη την με αριθμό ... της 8 Μαΐου 2008 δημόσια διαθήκη του, δημοσιευθείσα με το 1/14.1.2010 πρακτικό του Μον. Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους τους αναγραφόμενους σ' αυτή, μεταξύ των οποίων και εμένα στην οποία κατέλιπε 'Μία οικοδομή επί της οδού ...
στο Δήμο … και η οποία οικοδομή είναι κτισμένη σε οικόπεδο εμβαδού 638,40 μ2, 2) Μια παλιά πέτρινη οικοδομή..., που βρίσκεται επί των δημοτικών οδών ... στο Δήμο … και έχει συνολικό εμβαδόν 583,80 τ.μ.'... Οι ασκούντες την γονική μέριμνα επί των ανηλίκων εναγομένων τέκνων των, ανωτέρω αναφερόμενοι Γ. Ε. Δ. και Ν. συζ.
Γ. Δ., το γένος Κ., όμως, από κοινού με την προαναφερθείσα Συμβολαιογράφο Ζωή Μηνά Ρουσάκη (των ασκούντων τη γονική μέριμνα επί των εναγομένων προτρεπόντων και της συμβολαιογράφου, προφανώς επωφελώς, αποδεχομένης τούτο όλων συμμετεχόντων στην υλοποίηση) με επεμβάσεις των εκ των υστέρων επί του σώματος της διαθήκης και ειδικώς με παραπομπή (διαγραφή και προσθήκη) τεθείσα στο δεξιό περιθώριο της έκτης σελίδας υπό την ένδειξη Γ''', αναγράφουσα κατά λέξη 'διαγράφονται και οκτώ λέξεις και τίθεται στον Κ.
Δ. του Γ. και Ν. και στον Ε. Δ. του Γ. και Ν. αφήνω κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον κάθε ένα το μερίδιό μου', διέγραψαν το δικό μου όνομα ως τιμώμενης και έθεσαν τα ονόματα των εναγομένων ανήλικων ... στη θέση μου, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του διαθέτη κάτω από την παραπομπή αυτή, επιδιώκοντας με τη νόθευση αυτή της διαθήκης να μη λάβω εγώ ως κληρονόμος τα προαναφερθέντα ακίνητα και να τα λάβουν ισομερώς οι εναγόμενοι ανήλικοι (να ζημιωθώ εγώ και να ωφεληθούν αυτοί)...
Κατόπιν των ανωτέρω έχω έννομο συμφέρον και συντρέχει νόμιμη περίπτωση να αναγνωρισθεί η συντελεσθείσα κατά τα ανωτέρω νόθευση της ανωτέρω διαθήκης, η ακυρότητά της δια της νοθεύσεως προστεθέντος με παραπομπή πλαστού τμήματος αυτού, κατά τα κατωτέρω και το δια της διαθήκης περιελθόν σ' εμένα κληρονομικό δικαίωμα...".
Από το προεκτεθέν, όμως περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει ότι στην ένδικη αγωγή διαλαμβάνονται ως πραγματικά περιστατικά το γεγονός της κατάρτισης της επίμαχης διάταξης - παραπομπής στο περιθώριο του κειμένου της διαθήκης, πράγμα που δεν συνιστά την τήρηση του υπό του νόμου απαιτούμενου τύπου τόσον για την ανάκληση διατάξεως της διαθήκης όσον και για τον ορισμό ως κληρονόμων άλλων προσώπων από τη στην διαθήκη οριζόμενη.
Επομένως, το Εφετείο καταλήγοντας, κατ' ορθό αποτέλεσμα, στο ανωτέρω συμπέρασμά του ήτοι περί ακυρότητας της ανωτέρω επίμαχης διάταξης, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, που το στηρίζει, δεν έλαβε πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν με την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Συνακόλουθα, ο ανωτέρω, τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-4-2019 (9/24-4-2019) αίτηση των 1) Γ. Δ. του Ε., 2) Ν. συζ. Γ. Δ., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου τους Κ. Δ. του Γεωργίου και 3) Ε. Δ. του Γ. για αναίρεση της 18/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει, συνολικά, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ