Supreme Court dismisses appeal on adverse possession claim, upholding lower court's rejection of title acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision rejecting his claim for ownership via adverse possession. The appellant argued the lower court erred in fact-finding regarding his twenty-year possession of the property, while the City of Athens contended he lacked the requisite intent and control. The court ruled that the lower court correctly applied the Civil Code provisions on adverse possession and did not violate the principle of non-reviewability of factual findings, thus upholding the original rejection of the title claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974 and 1045 of the Civil Code; The Supreme Court holds that an appeal challenging a lower court's factual findings on adverse possession constitutes an inadmissible attack on non-reviewable facts, and the appellate court must uphold the original judgment if the lower court correctly applied the statutory requirements for acquiring ownership.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 696 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 696/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Μαρτίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Τζουμάκα.
Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Αθηναίων, Ο.Τ.Α. α'βαθμού, νομίμως εκπροσωπουμένου, εδρεύοντος στην Αθήνα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στυλιανό Μπεζαντέ
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1237/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 68/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-3-2014 αίτησή του και τον από 18-12-2017 πρόσθετο λόγο αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος ανέγνωσε τις από 10-1-2018 και 7-2-2018 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου αυτής αντίστοιχα . Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Προκειμένου για ακίνητο, άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η καλλιέργεια, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου (Α.Π.302/2017). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικό που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται(Ολ.Α.Π.7/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π.898/2015).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της (Α.Π.193/2017).
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται και όταν στην απόφαση δεν γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση ενός εκάστου των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους, διότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π.188/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο αποτελεί οικόπεδο, το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, βρίσκεται στο Δήμο Αθηναίων και ειδικότερα στη θέση "...", στο οικοδομικό τετράγωνο με τον αριθμό ….4 του σχεδίου της πόλης των Αθηνών και στη συμβολή της οδού ...
του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου αυτού, στην οποία φέρει τον οικοδομικό αριθμό …0 και ανώνυμης ιδιωτικής οδού. Το οικόπεδο αυτό είχε αρχική επιφάνεια 2.453,30 τετραγωνικά μέτρα, αλλά με την ένταξη όμορης με το οικόπεδο αυτό περιοχής του ... στο σχέδιο της πόλης των Αθηνών που έλαβε χώρα το έτος 1995 με προεδρικό διάταγμα που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 1049/1995, τεύχος Δ'), τμήμα του οικοπέδου αυτού, επιφάνειας 470 τετραγωνικών μέτρων, ρυμοτομήθηκε για να δημιουργηθεί η εγκεκριμένη από το σχέδιο πόλης οδός ...
και κατ' αυτό τον τρόπο το οικόπεδο έχει πλέον επιφάνεια 1.983,30 τετραγωνικά μέτρα, όπως τούτο εμφαίνεται στο από μήνα Οκτώβριο του έτους 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Κ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ- Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Α και συνορεύει βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά Ν-Μ-Α-Κ, συνολικού μήκους 46,23 μέτρων, με ιδιοκτησίες άγνωστων ιδιοκτητών, νότια σε πλευρά Α-Β, μήκους 46,65 μέτρων, με την οδό ..., ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ, συνολικού μήκους 42,43 μέτρων, με ανώνυμη ιδιωτική οδό και δυτικά σε πλευρά Α-Ν, μήκους 45,50 μέτρων, με την (υπό διάνοιξη) οδό ...
και πέρα από αυτήν με ιδιοκτησία του εφεσιβλήτου που βρίσκεται στην περιοχή του .... Το οικόπεδο αυτό αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, επιφάνειας 7.251,66 τετραγωνικών μέτρων, η οποία ανήκε κατά κυριότητα στον Π. Κ., όπως εμφαίνεται η έκταση αυτή με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Α στο από μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2005 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών Κ.
Μ. και Σ. Π. και η οποία τέμνεται από την (υπό διάνοιξη) οδό ... σε δύο οικόπεδα και συγκεκριμένα στο επίδικο, το οποίο εμφαίνεται σε αυτό το τοπογραφικό διάγραμμα με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν'-Η'-Η και σε άλλο οικόπεδο, το οποίο εμφαίνεται στο ίδιο αυτό τοπογραφικό διάγραμμα με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α-Β-Ε-Ζ-Π'-Ρ-Σ-Τ-Α.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά το έτος 1975 ο Π. Κ., ως κύριος του οικοπέδου αυτού, παραχώρησε στον εκκαλούντα την κατοχή του, στο πλαίσιο προφορικής σύμβασης μίσθωσης αόριστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ τους, με μηνιαίο μίσθωμα που δεν προέκυψε με ακρίβεια από τις αποδείξεις, έκτοτε, δε, ο εκκαλών το καλλιεργούσε, φυτεύοντας σ' αυτό -σε διάφορα τμήματά του- διάφορα καλλωπιστικά φυτά, κηπευτικά είδη και οπωροφόρα δένδρα, τους καρπούς των οποίων αποκόμιζε, ενώ ένα τμήμα αυτού χρησιμοποιούσε, πάντοτε στο πλαίσιο της προαναφερόμενης έννομης σχέσης που τον συνέδεε με τον Π.
Κ., ως χώρο αποθήκευσης καυσίμων σε δεξαμενές, στάθμευσης και συντήρησης φορτηγών αυτοκινήτων. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και ανεπίδεκτο οποιασδήποτε βάσιμης αμφιβολίας, ότι ο Π. Κ. κατά τον προαναφερόμενο χρόνο μεταβίβασε στον εκκαλούντα, με οποιονδήποτε τρόπο, τη νομή του οικοπέδου αυτού.
Τούτο, δε, διότι δεν αποδεικνύεται ούτε ότι έλαβε χώρα η υλική παράδοση του οικοπέδου, από τον τότε νομέα αυτού Π. Κ. στον εκκαλούντα, δεδομένου ότι ο Π. Κ. καθόλου δεν αποξενώθηκε από τη φυσική εξουσία, την οποία εξακολούθησε να ασκεί σ' αυτό μέσω άλλου προσώπου και συγκεκριμένα του εκκαλούντος ως κατόχου αυτού (άρθρο 976 εδ.
α του ΑΚ), ούτε ότι έλαβε χώρα η μεταβίβαση της νομής του οικοπέδου με απλή συμφωνία των προσώπων αυτών (άρθρα 976 εδ. β και 977 του ΑΚ). Επίσης, δεν αποδεικνύεται ότι ο νομέας, για την επικαλούμενη από τον εκκαλούντα μεταβίβαση στον τελευταίο της νομής του οικοπέδου, έλαβε οποιοδήποτε αντάλλαγμα από τον εκκαλούντα.
Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών και ο νομέας του οικοπέδου κατά το χρόνο εκείνο (το έτος 1975) δεν συνδέονταν με καμία συγγενική, οικογενειακή ή και απλή ακόμη φιλική σχέση, ώστε να παρίσταται δικαιολογημένη η χωρίς αντάλλαγμα μεταβίβαση της νομής του οικοπέδου στον εκκαλούντα, αντίθετα, δε, αποδεικνύεται ότι πριν από την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως, ο εκκαλών δεν γνώριζε καθόλου τον νομέα του οικοπέδου, Π.
Κ.. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου τούτου ενισχύεται από το από 2-12-1986 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ του Π. Κ. και του εκκαλούντος και είχε ως αντικείμενο την εκμίσθωση (από τον πρώτο στον δεύτερο) ενός τμήματος του οικοπέδου, επιφάνειας 1.050 τετραγωνικών μέτρων (30 μέτρων μήκους της πρόσοψης αυτού του τμήματος προς την οδό ...
και 35 μέτρων βάθους), προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ο μισθωτής ως χώρο στάθμευσης βυτιοφόρων αυτοκινήτων μεταφορών υγρών καυσίμων για χρονικό διάστημα δύο ετών (από την 1η-12-1986 μέχρι και τις 30-11-1988), με μηνιαίο μίσθωμα 20.000 δραχμών, το οποίο σταδιακά αναπροσαρμόστηκε μέχρι το ποσό των 50.000 δραχμών, όπως επίσης και από τα αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων του Π.
Κ., τις αναλυτικές καταστάσεις των μισθωμάτων και τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για τα οικονομικά έτη από το 1989 μέχρι και το 1997 (δηλαδή για τις χρήσεις -τα ημερολογιακά έτη- από το 1988 μέχρι και το 1996) που προσκομίζει και επικαλείται ο εφεσίβλητος, από τα οποία (έγγραφα) προκύπτει ότι ο Π.
Κ. συμπεριελάμβανε στα εισοδήματα που δήλωνε στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία για τη φορολογία αυτού και τα μισθώματα, τα οποία εισέπραττε από τον εκκαλούντα για την παραχώρηση σ' αυτόν της χρήσης του επίδικου οικοπέδου, ενώ αποδεικνύεται, ακόμη, ότι ο Π. Κ. δήλωνε τη μείζονα έκταση που διέθετε στη συγκεκριμένη περιοχή στα έντυπα Ε9 που συνοδεύουν τις φορολογικές του δηλώσεις των οικονομικών ετών 1996 και 1997 ως αγροτεμάχιο συνολικής επιφάνειας 5.000 τετραγωνικών μέτρων που ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον ίδιο.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο Π. Κ. χρησιμοποιούσε ως κατοικία του, δηλαδή ως τον τόπο της κύριας και μόνιμης εγκατάστασής του (άρθρο 51 εδ. α του ΑΚ) μέχρι και το χρόνο του θανάτου του, ο οποίος επήλθε στις 26-1-1998, την πεπαλαιωμένη ισόγεια οικία που βρίσκεται μέσα στο χώρο του επίδικου οικοπέδου, την οποία νεμόταν και κατείχε και καθ' όλο τον διαδραμόντα χρόνο μετά το έτος 1975 μέχρι και το θάνατό του.
Επίσης, με το συμβολαιογραφικό έγγραφο (ειδικό πληρεξούσιο) με τον αριθμό ..5/7-1-1998 που συντάχθηκε (δεκαεννέα μόλις ημέρες πριν από το θάνατο του Π. Κ.) από τη Συμβολαιογράφο Α. Τ.-Β., ο Π. Κ. παρείχε στον εκκαλούντα την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να πωλήσει προς οποιονδήποτε, να μεταβιβάσει, παραχωρήσει και παραδώσει κατά πλήρη κυριότητα, με οποιοδήποτε τίμημα και με όρους και συμφωνίες που αυτός (ο εκκαλών) θα ενέκρινε, το επίδικο οικόπεδο, το οποίο περιγράφεται στο ειδικό πληρεξούσιο ως οικόπεδο με τα κτίσματα που έχουν ανεγερθεί σ' αυτό, όσης επιφάνειας και εάν είναι, το οποίο βρίσκεται στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης των Αθηνών και στην οδό ...
αριθ. 30 στον .... Από αυτό το συμβολαιογραφικό έγγραφο προκύπτει η βούληση του Π. Κ., ως κυρίου του επιδίκου, για την περαιτέρω διάθεση της ακίνητης περιουσίας του, αναμφίβολα, δε, η κατάρτιση του εγγράφου αυτού καμία ένδειξη δεν παρέχει για την άσκηση νομής στο επίδικο -πολύ περισσότερο, δε, για την κτήση του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας σ' αυτό με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία- από τον εκκαλούντα, στον οποίο -λίγες μόλις ημέρες πριν από τον θάνατό του- ο Π.
Κ. θα είχε τη δυνατότητα, εάν πραγματικά το επιθυμούσε, να μεταβιβάσει το οικόπεδο κατά κυριότητα, με αιτία της εμπράγματης αυτής σύμβασης είτε ενοχική σύμβαση δωρεάς, είτε εικονική (για την αποφυγή της καταβολής του φόρου δωρεάς) σύμβαση πώλησης, η οποία θα υπέκρυπτε σύμβαση δωρεάς με τίμημα που απλώς θα εμφαινόταν προσχηματικά στο συμβολαιογραφικό έγγραφο που θα καταρτιζόταν για τις συμβάσεις αυτές, ότι έχει καταβληθεί.
Συνακόλουθα, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ο Π. Κ. μεταβίβασε σ' αυτόν κατά το έτος 1975 τη νομή του επίδικου οικοπέδου, στο πλαίσιο σύμβασης για τη μεταβίβαση της κυριότητάς του, με αιτία αυτής ενοχική σύμβαση άτυπης δωρεάς, ελέγχεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Ομοίως, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ελέγχεται και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η σύμβαση μίσθωσης, για την οποία είχε καταρτιστεί το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, είναι άκυρη, ως εικονική.
Τούτο, δε, διότι αποδεικνύεται ότι η σύμβαση αυτή δεν καταρτίστηκε κατά το φαινόμενο μόνο -κατ' επίφαση- μεταξύ των μερών, αλλά καταρτίστηκε πραγματικά, σοβαρά και σπουδαία, με πρόθεση παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων, δεδομένου ότι ο Π. Κ. είχε κινητικά προβλήματα, δεν ασκούσε συγκεκριμένο επάγγελμα ή οποιαδήποτε εργασία, τα μόνα, δε, εισοδήματά του, με τα οποία κάλυπτε τις ανάγκες διαβίωσής του, προέρχονταν από τα μισθώματα που εισέπραττε από διάφορους μισθωτές ακινήτων του (μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν ο εκκαλών) και περιλάμβανε στις ετήσιες φορολογικές δηλώσεις του προς την αρμόδια φορολογική αρχή, με αποτέλεσμα να καταβάλλει κάθε χρόνο φόρο εισοδήματος στο Δημόσιο για τα μισθώματα που εισέπραττε.
Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι ο εκκαλών δεν παρέχει καμία πειστική εξήγηση για το μη κατανοητό λόγο που θα οδηγούσε τον Π. Κ. να περιλαμβάνει στις φορολογικές δηλώσεις του και εισοδήματα που δεν εισέπραττε από τον εκκαλούντα (δεδομένου ότι, πάντοτε σύμφωνα με τους αβάσιμους ισχυρισμούς του τελευταίου, ήταν εικονική η σύμβαση μίσθωσης που είχε καταρτιστεί μεταξύ των προσώπων αυτών), αφού τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να καταβάλλει ο Π.
Κ. και φόρο εισοδήματος για μισθώματα που δεν εισέπραττε από τον εκκαλούντα. Επίσης, επισημαίνεται ότι ο εφεσίβλητος Δήμος με τις έγγραφες προτάσεις του τόσο στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, όσο και στο Δικαστήριο τούτο, απλώς αμφισβητεί την κτήση, στο πρόσωπο του εκκαλούντος, του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας στο οικόπεδο με τον επικαλούμενο από τον τελευταίο πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) και αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή που άσκησε ο εκκαλών για την αναγνώριση αυτού του εμπράγματου δικαιώματος στο πρόσωπο του, χωρίς να προτείνει, με την υποβολή σχετικής ένστασης, την κτήση από τον ίδιο (εφεσίβλητο) του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας στο επίδικο οικόπεδο με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με καθολική διαδοχή του αρχικού κυρίου αυτού, Π.
Κ., την κληρονομία του οποίου, με τη δημόσια διαθήκη του με τον αριθμό …9/21-1-1998, που συντάχθηκε στη Συμβολαιογράφο Α. Τ.-Β., αποδέχθηκε με την πράξη αποδοχής κληρονομίας με τον αριθμό ...9/30-3-2006 του Συμβολαιογράφου Π. Α., η οποία έχει έκτοτε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν απέκτησε την κυριότητα επί του επίδικου οικοπέδου, εκτάσεως 1983,30 τ.μ., κειμένου στη θέση ''...'' της πόλης των Αθηνών, με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και απέρριψε την έφεσή του κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 του Α.Κ., που αναφέρεται στο αναιρετήριο, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικονομικού συλλογισμού.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο αναιρεσείων δεν άσκησε πράξεις νομής τουλάχιστον επί συνεχή εικοσαετία από το έτος 1975 και μέχρι την κατάθεση της ένδικης αγωγής (21-11-2008) στην ως άνω επίδικη έκταση 1983,30 τ.μ.
και δεν απέκτησε έτσι κυριότητα σ` αυτήν εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στους ίδιους λόγους αιτιάσεις, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου, είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και σε απλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του αγωγικού ισχυρισμού περί απόκτησης της κυριότητας της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία.-
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.Α.Π. 25/2003, 12/2000 και 3/1997).
Επίσης, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξάλλου, ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων από αυτά που τον συγκροτούν, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (Ολ.Α.Π.11/1996, 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ''για την εικονικότητα του από 2-12-1986 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης οικοπεδικού τμήματος 1.050 τ.μ., που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και του Π.
Κ., ο οποίος ήταν κύριος της επίδικης έκτασης και δέχθηκε ότι ο τελευταίος τα μόνα εισοδήματα που είχε και με τα οποία κάλυπτε τις ανάγκες διαβίωσής του προέρχονταν από τα μισθώματα που εισέπραττε από διάφορους μισθωτές ακινήτων, στους οποίους συγκαταλεγόταν και αυτός (αναιρεσείων), τα οποία περιλάμβανε στις ετήσιες φορολογικές δηλώσεις του προς την αρμόδια ΔΟΥ'', ενώ ο εν λόγω χώρος δεν ήταν πρόσφορος για εκμίσθωση και για να αποφέρει εισόδημα στον ιδιοκτήτη του και γι' αυτό άλλωστε και ουδέποτε άλλοτε είχε προηγουμένως εκμισθωθεί σε τρίτους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε ''πράγματα'' κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις και αφορούν στην αιτιολογία της απόρριψης της αγωγής, σε κάθε περίπτωση δε αβάσιμος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τους απέρριψε ως αβάσιμους με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τους συγκροτούν.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 10 του ως άνω άρθρου, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο '' δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απ' αυτόν αλλά και τον αντίδικό του, τα οποία αφορούν στην είσπραξη τιμήματος από την πώληση ακινήτων και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης'', χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι αόριστος. -
Από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 338 και 432 του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά, είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων τα διαδικαστικά, στα οποία περιλαμβάνονται τα πρακτικά της δίκης και οι εκθέσεις ένορκης βεβαίωσης μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ., κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα υπό του μάρτυρα ενόρκως κατατεθέντα (Α.Π.190/2016, Α.Π.634/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με αιτιάσεις του πέμπτου λόγου της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο, κατά την απόδειξη του περί κυριότητας του επίδικου ακινήτου ισχυρισμού του, ''παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. 3494, 3495 και 3496/7-4-2009 ένορκων βεβαιώσεων των σ' αυτές αναφερόμενων μαρτύρων, που δόθηκαν νόμιμα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και κατέληξε σε πόρισμα διαμετρικά αντίθετο προς το περιεχόμενό τους, αγνοώντας το πραγματικό περιεχόμενο αυτών''.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί αναφέρεται σε αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν αποτελεί "έγγραφο" κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη έννοια, ώστε να υπόκειται σε παραμόρφωση, κατά την έννοια της ερευνώμενης διάταξης.
Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτήν παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Τέλος, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ., δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με βάση τις πιο πάνω παραδοχές απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ότι ο αυτός δεν απέδειξε την ιστορική βάση της αγωγής του, στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), και συγκεκριμένα το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω στο επίδικο, και για το λόγο αυτόν την απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Με το μοναδικό πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, ο ενάγων αναιρεσείων αποδίδει αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για ευθεία παραβίαση λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 68 ΚΠολΔ., συνιστάμενες στο ότι, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "...επισημαίνεται ότι ο εφεσίβλητος Δήμος με τις έγγραφες προτάσεις του τόσο στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, όσο και στο Δικαστήριο τούτο, απλώς αμφισβητεί την κτήση, στο πρόσωπο του εκκαλούντος, του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας στο οικόπεδο με τον επικαλούμενο από τον τελευταίο πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία) και αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή που άσκησε ο εκκαλών για την αναγνώριση αυτού του εμπράγματος δικαιώματος στο πρόσωπο του, χωρίς να προτείνει, με την υποβολή σχετικής ένστασης, την κτήση από τον ίδιο (εφεσίβλητο) του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας στο επίδικο οικόπεδο με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με καθολική διαδοχή του αρχικού κυρίου αυτού, Π.
Κ., την κληρονομία του οποίου, με τη δημόσια διαθήκη του με τον αριθμό …9/21-1-1998, που συντάχθηκε στη Συμβολαιογράφο Α. Τ. - Β., αποδέχθηκε με την πράξη αποδοχής κληρονομίας με τον αριθμό ...9/30-3-2006 του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Α., η οποία έχει έκτοτε μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών", έπρεπε, μετά την παραδοχή ότι '' ο αναιρεσίβλητος δεν είναι ούτε νομέας ούτε κάτοχος του επίδικου ακινήτου'', να δεχτεί την έφεση αυτού (ενάγοντος) και ως προς το ουσιαστικό της μέρος, να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση και να απορρίψει την ένδικη αγωγή λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου, αφού με αυτό δεν γίνεται επιβλαβέστερη η θέση αυτού (ενάγοντος) σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο ερευνώμενος λόγος είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλήττει κατά βάση την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, αναφορικά με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το επίμαχο δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, με τον τρόπο που προσδιορίστηκε στην αγωγή, δεν ανήκει στον ενάγοντα, που είχε ως αποτέλεσμα να απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη.
Πέραν τούτου, το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του, καταλήγοντας σε ουσιαστική απόρριψη της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω περί κτήσεως της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ και δεν παραβίασε την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ., η οποία και δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση με βάση τις προμνησθείσες παραδοχές.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος επ' αυτής λόγος να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα είναι μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ν. 3463/2006 ''Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων'', όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-3-2014 αίτηση του Α. Δ. Μ. και τον από 3-9-2015 πρόσθετο επ' αυτής λόγο για αναίρεση της υπ'αριθμ. 68/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2018.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ