Supreme Court dismisses appeal for re-opening proceedings due to improper reiteration of arguments from lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to reopen the final judgment of the Court of First Instance. The appellant argued that the Court of Appeal had improperly rejected a defense claim regarding partial payment of a debt and failed to consider evidence from the first instance. The court ruled that these arguments were merely repetitions of previous submissions and did not constitute new grounds for re-opening the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8 and 14 of Section 559 of the Code of Civil Procedure; Reiteration of arguments previously submitted to the lower court without new evidence or legal basis does not justify reopening proceedings under Article 8 of Section 559.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 696 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 696/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Λ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καλαμίτση και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ειρήνη Κρητσιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/4/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2015 του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/3/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 27/4/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, που για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και ως προς την επίκληση των αποδεικτικών μέσων, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.
Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες.
Στην ένδικη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 8, 11β (κατ' ορθή εκτίμηση) και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, ότι παρά τον νόμο δέχτηκε προβληθέντες από την ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρισμούς και επικληθέντα από αυτήν αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), που όμως, οι ισχυρισμοί δεν είχαν επαναφερθεί και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων δεν είχε γίνει στο Εφετείο, προσηκόντως, αλλά με ενσωμάτωση των προτάσεων της πρωτοβάθμιας δίκης σε εκείνες ενώπιον του Εφετείου και παρά το νόμο δεν απέκρουσε, ως απαράδεκτη, την προβολή τέτοιων ισχυρισμών.
Ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Τούτο, διότι δεν προσδιορίζεται ποιους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν επαναφέρθηκαν, προσηκόντως, ούτε ποια έγγραφα, που δεν έγινε προσήκουσα επίκλησή τους, έλαβε υπόψη το Εφετείο, σημειουμένου, μάλιστα, ότι η διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ καλύπτει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς (ενστάσεις, αντενστάσεις) που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις και όχι τους αγωγικούς ισχυρισμούς (ΑΠ 729/2006).
Ανεξαρτήτως τούτων, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, στην κατ' έφεση δίκη, περιέλαβε στο κείμενο των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου και αυτό των προτάσεών της στην πρώτη συζήτηση της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου διαλαμβανόταν η επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων της και οι εν γένει ισχυρισμοί της, ως ενιαίο κατά περιεχόμενο κείμενο, με την εν συνεχεία ανάπτυξη της άμυνάς της κατά της εφέσεως, καλυπτόμενο από την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου της.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12).
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί της αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, για αποζημίωσή της από αδικοπραξία του τελευταίου σε βάρος της, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος υπήρξε Πρόεδρος και Διευθύνουν Σύμβουλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας κατά το χρονικό διάστημα από 31.7.2001 μέχρι και 26.11.2007.
Υπό την ιδιότητά του αυτή και μέσα στα πλαίσια της εκπροσώπησης της ενάγουσας ανέλαβε διαδοχικά και κατά το χρονικό διάστημα από 9.2.2007 μέχρι και 9.11.2007 το συνολικό, κατ' ορθότερο αριθμητικό υπολογισμό, ποσό των 215.404,10 ευρώ, οποίο ειδικώς δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο. Τα ποσά αυτά αναλήφθηκαν από το Ταμείο για την εκπλήρωση υποχρεώσεων της ενάγουσας προς τρίτους και κατά πάγια πρακτική θα καλυπτόταν με αντίστοιχα παραστατικά δαπάνης, ώστε να τακτοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα η οικονομική διαχείριση της ενάγουσας.
Με την από 26.11.2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας ο εναγόμενος απώλεσε τη θέση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου και τη θέση αυτή ανέλαβε ο Χ. Σ.. Ο εναγόμενος μετά την απώλεια της διαχειριστικής του εξουσίας δεν κάλυψε με αντίστοιχα παραστατικά τα αναληφθέντα χρήματα, μόλις δε την 2.1.2009 κατέβαλε προς μερική εξόφληση της οφειλής του το ποσό των 21.233,94 ευρώ, απέμεινε δε οφειλόμενο το ποσό των 194.170,16 ευρώ.
Με το από 27.11.2007 έγγραφό της, που κοινοποιήθηκε την επόμενη στον εναγόμενο, η ενάγουσα γνωστοποίησε στον εναγόμενο την πιο πάνω οφειλή του και ζήτησε την άμεση τακτοποίηση της οικονομικής αυτής εκκρεμότητας. Με την από 29.11.2007 απαντητική επιστολή του προς την ενάγουσα ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγόμενου δεν αμφισβητεί το ύψος της οφειλής του εντολέως του, δηλώνει δε την βούλησή του για καταβολή της οφειλής του "συμψηφιστικώς με τα μερίσματα έτους 2007 καθώς και με αμοιβές, τις οποίες διεκδικεί ο εντολέας μου ως μέλος του ΔΣ της εταιρίας...", πλην όμως μέχρι και την άσκηση της κρινόμενης αγωγής ουδέν, πλην του ποσού των 21.233,94 €, κατέβαλε.
Ενόψει αυτών..., ο εναγόμενος με την μη απόδοση των ληφθέντων χρηματικών ποσών ή την τακτοποίηση της οφειλής του με την προσκομιδή αντίστοιχων παραστατικών δαπάνης, τέλεσε την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, ιδιοποιούμενος το αναληφθέν ποσό και ενσωματώνοντας αυτό στην περιουσία του. Η πρόταση δε συμψηφισμού μελλοντικών και μη ληξιπροθέσμων απαιτήσεών του δεν επάγεται έννομες συνέπειες υπέρ του εναγόμενου, ως δε προερχόμενη εξ αδικήματος τελεσθέντος εκ δόλου είναι και μη νόμιμη (ΑΚ 450).
Τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλούμενη και συνεπώς ο πρώτος λόγος της εφέσεως του εναγόμενου, σύμφωνα με τον οποίο δεν είχε πρόθεση ιδιοποιήσεως του αναληφθέντος ποσού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Με μέρος του δεύτερου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, κατ' εκτίμηση των σχετικών αιτιάσεων, η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 375 παρ. 1, 2 ΠΚ και το άρθρο 450 ΑΚ.
Ισχυρίζεται δε προς τούτο ο αναιρεσείων, ότι ουδεμία πρόθεση είχε να ιδιοποιηθεί τα εν λόγω χρήματα, δηλώνοντας δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του ότι αδυνατών να τα αποδώσει αμέσως θα τα καταβάλει δια συμψηφισμού με το μέρισμα της χρήσης 2007, το οποίο ποσού 21.233,94 ευρώ επέστρεψε αμέσως μόλις του καταβλήθηκε και με τον τρόπο αυτό εξωτερίκευσε πρόθεση για επιστροφή και του υπολοίπου ποσού.
Ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω μέρος του, είναι απαράδεκτος. Τούτο, τόσο ένεκα της αοριστίας του, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα του Εφετείου κατά την εφαρμογή καθεμιάς από τις επικαλούμενες ουσιαστικές διατάξεις, όσο και διότι υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της διαφοράς.
Με τον ίδιο λόγο, κατά το υπόλοιπο μέρος του, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που κατέτειναν στην απόδειξη της έλλειψης προθέσεώς του προς ιδιοποίηση του παραπάνω ποσού, ήτοι ότι ο άλλος μεγαλομέτοχος της αναιρεσίβλητης (Σ.) μεθόδευσε τη μείωση στο ελάχιστο των κερδών και κατ' επέκταση των διανεμητέων κερδών και κατ' επέκταση του μερίσματος της χρήσης 2007, ώστε ο αναιρεσείων να μην μπορέσει ποτέ να εξοφλήσει την οφειλή του κι έτσι να είναι δέσμιος αυτού, η δε ακυρότητα της γενικής συνέλευσης της αναιρεσίβλητης, με βάση την οποία αυτός εισέπραξε το ποσό των 21.333,49 ευρώ (ενώ το πραγματικό μέρισμα που εδικαιούτο ανερχόταν σε 125.840,66 ευρώ), ως μέρισμα, αναγνωρίστηκε με την 6/2015 απόφαση του ίδιου Εφετείου.
Ο λόγος και κατά το παραπάνω μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν αρνητικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και συναπτόμενα με αυτούς αποδεικτικά επιχειρήματα. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, επίσης, η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Προς τούτο προβάλλεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πρωτοδίκως προταθέντα και επαναφερθέντα με την έφεση ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί του ότι η οφειλή του είχε μειωθεί κατά το ποσό των 3.749,64 ευρώ που είχε ήδη εισπράξει η αναιρεσίβλητη (πριν τη δίκη), συμψηφιστικώς, κατόπιν δηλώσεως προς αυτόν του τότε διευθύνοντος συμβούλου της, ότι συμψηφίζει προς το χρέος του το ποσό των 3.749,64 ευρώ το οποίο εκείνος είχε λαμβάνειν από οφειλόμενη αμοιβή του, ώστε το ποσό που δήθεν αυτός είχε υπεξαιρέσει μειώνεται κατά 3.749,64 ευρώ.
Περαιτέρω δε, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, εσφαλμένα το Εφετείο θεώρησε, ότι ο αναιρεσείων πρόβαλε, μη προβληθείσα, πραγματικά, ένσταση συμψηφισμού, για πρώτη φορά, στην κατ' έφεση δίκη και την απέρριψε, ως απαράδεκτη, υποπίπτοντας και στην πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως, προκείμενης αποζημιωτικής αξίωσης λόγω αδικοπραξίας, όρος της οποίας είναι, μεταξύ άλλων, η επέλευση ζημίας στον ενάγοντα, ο ισχυρισμός του αμυνόμενου εναγομένου ότι η αξίωση του ενάγοντος έχει ήδη ικανοποιηθεί μερικώς ή ολικώς, με καταβολή, συμψηφισμό κλπ, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής και ειδικότερα άρνηση της επικαλούμενης στην αγωγή εξ αδικοπραξίας ζημίας του ενάγοντος.
Συνεπώς, δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και εντεύθεν ο λόγος αυτός, κατά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 8 του ανωτέρω άρθρου απαραδέκτως προβάλλεται. Κατά δε την πλημμέλεια από τον αρ. 14 ίδιου άρθρου αλυσιτελής τυγχάνει, εφόσον, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε μη προταθείς από εκείνον ισχυρισμός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/3/2015 αίτηση του Γ. Α., για αναίρεση της 7/2015 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλίων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ