Legislator Case Law & Legislation
696/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence and accepted unproven claims.

Case Number 696/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Health Organization's appeal against a regional health administration's decision regarding social security payments. The appellant argued the lower court ignored their submitted calculation documents and accepted unproven claims without evidence. The court ruled that the lower court properly considered all submitted documents and formed its judgment based on the complete file, rendering the appeal's claims of procedural error unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338, 339, 346, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's failure to explicitly list every document does not preclude its consideration of evidence, and an appeal alleging the court accepted unproven facts is inadmissible if the judgment reflects a comprehensive evaluation of all submitted materials.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evidence evaluation procedural error unproven claims judgment formation social security payments

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338, 339 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 10 of the Code of Civil Procedure
Articles 8, 10 and 11 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 696 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 696/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (ΕΟΠΥΥ)", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Δούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και κατέθεσε προτάσεις. 2. Του εδρεύοντος στην Αθήνα ν.π.δ.δ. με την επωνυμία " 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής) νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3. Του εδρεύοντος στην Αθήνα ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου"(Δ.Υ.Π.Ε. Πειραιώς και Αιγαίου) νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Στρατή Σημαντήρη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, και 4. 5η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των καλούντων- αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ., 2) Κ. Μ., 3) Ε. Β., 4) Π. Κ., 5) Θ. Ε. κληρονόμου της αποβιώσασας Π. Π., 6) Δ. Κ., 7) Ι. Β., 8) Σ. Τ., 9) Χ. - Α. Γ., 10) Χ. Χ., 11) Γ. Χ., 12) Σ. Ν., 13) Η. Α., 14) Χ. Χ., 15) Μ. Μ., 16) Χ. Μ., 17) Κ. Α., 18) Σ. Κ., 19) Μ. Δ. κληρονόμου του Μ. Τ., 20) Μ. Κ., 21) Ζ. Ο., 22) Π. Σ., 23) Μ. Α., 24) Χ. Φ., 25) Γ. Φ., 26) Π. Β., 27) Α. Κ., 28) Κ. Μ., 29) Χ. Μ., 30) Σ. Λ., 31) Χ. Σ., 32) Κ. Τ., 33) Δ. Β., 34) Δ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1749/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4423/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) με την από 6-5-2011 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 967/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία απέρριψε την συζητηθείσα αίτηση και έκρινε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης για τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους-καλούντες. Οι αναιρεσίβλητοι αυτοί επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση την υπόθεση με την από 27-10-2014 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 10-3-2014 έκθεσή του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί στο σύνολό της, η από 6-5-2011 αίτηση, για την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4423/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 27-10-2014 κλήση των αναιρεσιβλήτων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση για την προκειμένη δικάσιμο (21-4-2015), μετ’ αναβολή, εκ του οικείου πινακίου από την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 3-3-2005, η κρινόμενη, από 6-5-2011 αίτηση αναιρέσεως μετά την έκδοση επ’ αυτής της 967/2014 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους καλούντες - αναιρεσιβλήτους και απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4, 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της, ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση της αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 62 του ν.4139/13 που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ.3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται κατά το άρθρο 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου (20-3-2013) η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 2 και 104 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση του διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε, εφόσον πρόκειται για διαφορές που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 - 677 ΚΠολΔ και με ιδιωτικό έγγραφο.

Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβαση της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι, αν για τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται στο ακροατήριο δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας για την υπογραφή της σχετικής κλήσης, που αυτεπαγγέλτως πλέον εξετάζει το δικαστήριο κηρύσσεται άκυρη κλήση, με βάση την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει: 1)Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της 4423/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε από το ΙΚΑ-ΤΕΑΜ, του οποίου καθολικός διάδοχος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 29 του Ν.3918/2011 είναι το ΝΠΔΔΑ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΓΕΙΑΣ (ΕΟΠΥΥ)" και η δίκη συνεχίζεται από αυτόν (αρθρ.33 παρ.9 του ν.3918/2011) ως προς τους 2ο, 4ο, 5η, 6η, 7ο, 9η, 11ο, 12ο, 13ο, 15ο, 16ο, 17ο, 18η, 19ο, 22ο, 25ο, 26η, 30ο, 32η, 33η των καλούντων - αναιρεσιβλήτων.

Περαιτέρω, ως προς τους καλούντες, 1η, 3ο, 10ο, 14η, 20η, 21η, 23ο, 24ο, 29ο, 31η, και 34ο, νομιμοποιείται παθητικά για την απεύθυνση της ένδικης κλήσης η πρώτη (1η ) ΔΥΠΕ και ως προς την 8η των καλούντων η 5η ΔΥΠΕ κατ’ άρθρο 21 του ν.4238/2014 (βλ. την από 27-10-2014 κλήση). Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, προσδιορίσθηκε για την προκειμένη δικάσιμο, εξ αναβολής από την αρχική προσδιορισθείσα δικάσιμο της 3-3-2015.

Οι αναιρεσίβλητοι, φέρονται να παραστάθηκαν, δια του ως άνω δικηγόρου τους κατά τη συζήτηση και δήλωσε ότι τους εκπροσωπεί. Όμως, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων ιδιωτικά έγγραφα πληρεξουσιότητας, προκύπτει ότι οι απ’ αυτούς (αναιρεσιβλήτους) - καλούντες αναφερόμενοι στην αίτηση με αριθμ....Σ.

Κ., ...Μ. Κ., ...Χ. Φ. , ...Χ. Σ., δεν είχαν χορηγήσει σ’ αυτόν πληρεξουσιότητα για την επίσπευση της συζήτησης αλλά και για την εκπροσώπησή τους στη συζήτηση. Κλήτευση των διαδίκων αυτών από τους λοιπούς διαδίκους τους ή το αναιρεσείον για να παραστούν στη συζήτηση δεν αποδεικνύεται.

Συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση για τους απολιπομένους αναιρεσιβλήτους και 1)εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί ως προς αυτούς (απολιπόμενους) η υπόθεση και να συζητηθεί για τους λοιπούς. Περαιτέρω από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητοι κάλεσαν την 5η ΔΥΠΕ να παραστεί στη συζήτηση της υποθέσεως την προκειμένη δικάσιμο και ότι επέδωσαν σ’ αυτή την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Συνεπώς εφόσον αυτή (5η ΔΥΠΕ) απουσίασε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτή (5η ΔΥΠΕ) και την υπ’ αυτής εκπροσωπούμενη, με αριθμ.αιτήσεως αναιρέσεως 45η, αναιρεσείουσα (8η καλούσα) Σ. Τ. και να χωριστεί η δίκη και ως προς αυτήν. 2. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ.

αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Κατά τη διάταξη δε του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος.

Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μη εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87-επ. του Συντάγματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 18 παρ. Ια του ν. 2150/1993, οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος. Με την υπ’ αρ. 2043269/6792/0022 της 1/ 15.7.1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β’ 587), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/ 1975 και αντικαταστάθηκε με την υπ’ αρ. 2052675/5630/0022 της 10-8/2.9.1998 ΚΥΑ των αυτών ως άνω Υπουργών (ΦΕΚ Β’ 944), επεκτάθηκαν από 1.1.1997 στο σύνολο τους οι διατάξεις του Ν. 2470/1997, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, στους μόνιμους ιατρούς του Ιδρύματος, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονται από το Ν. 1505/1984 και το Ν. 1810/1988 και στους με σύμβαση ιατρούς, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παρ. 7 του Ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 - 2 του Ν. 2716/1999 και το άρθρο 13 παρ. 1 του 3204/2003, χορηγείται νοσοκομειακό επίδομα στο προσωπικό των Νοσοκομείων, Κέντρων Υγείας, Κέντρων Ψυχικής Υγείας και Θεραπευτηρίων της Χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας, το ύψος του οποίου ορίσθηκε με τις διατάξεις αυτές.

Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ. 3 του Ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α’ της παρ. 7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997. Στη συνέχεια, με το άρθρο 30 παρ. 2 περ. ιι του Ν. 2768/99 αναπροσαρμόσθηκαν αυξητικά τα ως άνω ποσά του νοσοκομειακού επιδόματος ανάλογα με την κατηγορία του προσωπικού, όπως τούτο συνέβη, στη συνέχεια και με την υπ’ αρ. 2/27895/0022 της 2/3.7.2002 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β’ 873).

Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ν. 1397/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας", ορίζεται ότι η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Με το άρθρο δε 12 του ν. 2071/1992 ορίζεται ότι: 1.

Στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές καθώς και οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας, που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο... 2. Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από τους γενικούς ιατρούς, παθολόγους και ιατρούς άλλων ειδικοτήτων των υγειονομικών σταθμών και των κέντρων υγείας, τους ιατρούς των ασφαλιστικών οργανισμών, τους οδοντιάτρους, καθώς και από το νοσηλευτικό προσωπικό και τις επισκέπτριες που υπηρετούν αντίστοιχα σε επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 3.

Τα συγκροτήματα εξωτερικών ασθενών των νοσηλευτικών ιδρυμάτων ν.π.δ.δ. και ν.π.ι.δ. μπορεί να παρέχουν πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας με αποφάσεις των διοικητικών συμβουλίων των ιδρυμάτων. Προς τούτο οργανώνονται κατάλληλοι χώροι υποδομής και υποδοχής των ασθενών, που λειτουργούν ως ειδικό συγκρότημα παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας. 4.

Επίσης πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις ειδικές μονάδες και τμήματα της παραγράφου 1 του παρόντος και τις κινητές μονάδες που συνιστώνται σύμφωνα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού. Με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 2194/1994 ορίζεται ότι: 1. Από τη δημοσίευση του νόμου αυτού όλα τα κέντρα υγείας μετατρέπονται και λειτουργούν ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού στον οποίο ανήκουν...

Οι υγειονομικοί σταθμοί μετατρέπονται σε περιφερειακά ιατρεία και λειτουργούν ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας. Περαιτέρω με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2071/1992 ορίζεται ότι: Σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης είναι: α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν, β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, γ) Η νοσηλεία και παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδο τους από το νοσοκομείο στο σπίτι, δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο, στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας, ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής, η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, θ) Η ιατρική της εργασίας, ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας.

Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού, με διαλέξεις και επιστημονικές συναντήσεις, ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού, ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας, ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δε λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζόμενης της περιοχής με απόφαση του οικείου νομάρχη, ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης.

Με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του ν. 1579/1985, που είχε καταργηθεί με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992 (ΦΕΚ Α’ 123), επανήλθε σε ισχύ με την περ. β’ του άρθρου 1 του ν. 2194/1994 (ΦΕΚ Α’ 34), ορίζεται ότι: Σκοπός του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.) είναι ο συντονισμός της παροχής σε έκτακτες περιπτώσεις άμεσης βοήθειας και επείγουσας ιατρικής φροντίδας στους πολίτες και η μεταφορά των πολιτών αυτών σε μονάδες παροχής υπηρεσιών υγείας.

Από τις 18-2-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3235/2004), την ως άνω, παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, προσφέρουν και οι μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου οργανισμού. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του π. δ. 266/1989 "Οργάνωση του Ι ΚΑ", ορίζεται ότι οι Περιφερειακές Υπηρεσίες διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας.

Με την παράγραφο δε 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 363/1992 (ΦΕΚ Α’ ... ορίζεται ότι Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα Τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) τα Κέντρα Παιδοψυχικής Υγιεινής, ζ) Τα Κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Άμεσης Βοήθειας, ι) Οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης.

Με το άρθρο δε 30 του παραπάνω π.δ. 266/1989 ορίζεται ότι: 1. Οι αρμοδιότητες των Νομαρχιακών και των Τοπικών Μονάδων Υγείας ασκούνται στα πλαίσια της κείμενης νομοθεσίας καθώς και των Προγραμμάτων και της πολιτικής του Ιδρύματος και ανάγονται στα παρακάτω κατά Τμήμα ή αυτοτελές Γραφείο αναγραφόμενα θέματα:

α) Τμήμα Ιατρικής Περίθαλψης και Προληπτικής Ιατρικής (1) Άμεση παροχή υπηρεσιών ιατρικής και οδοντιατρικής περίθαλψης και προληπτικής ιατρικής και οδοντιατρικής στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος. (2) Μέριμνα για την έμμεση παροχή των παραπάνω υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος στην περίπτωση που η σύνθεση του τμήματος σε ιατρεία, εργαστήρια κ.λπ.

δεν επιτρέπει την άμεση παροχή τους. (3) Μέριμνα για την παροχή υπηρεσιών δευτεροβάθμιας περίθαλψης στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, β) Τμήμα Πρόνοιας και Αναπηρίας (1) Άμεση παροχή συμβουλών σε οικογένειες με ειδικά κοινωνικά προβλήματα και σε άτομα με ειδικές ανάγκες. (2) Μέριμνα για την έμμεση παροχή των παραπάνω υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος στην περίπτωση που η σύνθεση του τμήματος σε ειδικές μονάδες πρόνοιας δεν επιτρέπει την άμεση παροχή τους. (3) Μέριμνα για την αντιμετώπιση των υπό κρίση περιστατικών για ασθένεια και αναπηρία.

Στις τοπικές Μονάδες Υγείας τα παραπάνω θέματα του Τμήματος αυτού αντιμετωπίζονται σε περιορισμένη έκταση και εντάσσονται στο Τμήμα Ιατρικής Περίθαλψης και Προληπτικής ιατρικής, γ) Τμήμα Νοσηλευτικού. Η παροχή περίθαλψης στους ασφαλισμένους σύμφωνα με τα διδάγματα της νοσηλευτικής και στο πλαίσια των κατευθύνσεων των υπευθύνων σε κάθε περίπτωση ιατρών, δ) Τμήμα ή Αυτοτελές Γραφείο Φαρμακευτικό. (1) Μέριμνα για την προμήθεια, διαχείριση και εφοδιασμό των ιατρείων και εργαστηρίων των Νομαρχιακών και Τοπικών Μονάδων Υγείας με τα απαραίτητα φάρμακα, αντιδραστήρια και αναλώσιμο φαρμακευτικό υλικό. (2) Διάθεση στους ασφαλισμένους των φαρμάκων και συναφών ειδών περίθαλψης που καθορίζονται με απόφαση του Διοικητή του Ιδρύματος... 2.

Οι αρμοδιότητες των Τοπικών Ιατρείων ανάγονται στην επί τόπου παροχή πλήρων υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας Υγείας τουλάχιστον όσον αφορά τα παθολογικά και παιδιατρικά περιστατικά. Τέλος με την παράγραφο 5 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ Α’ 297 23.12.2003) "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις, ορίζεται ότι εκτός από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο χορηγείται κατά μήνα, επίδομα νοσοκομειακό και τροφής, για το προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας των Ν.Π.Δ.Δ.

του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, οριζόμενο ως εξής:... Για το προσωπικό που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 105 του Ν. 2071/1992 (ΦΕΚ 123 Α’ ), "τα πληρώματα των ασθενοφόρων του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.ΚΑ.Β.), τους νοσηλευτές του Ε.ΚΑ.Β. και τους αποσπασμένους υπαλλήλους, που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως πληρώματα ασθενοφόρων του Ε.ΚΑ.Β.," τα ποσά των περιπτώσεων α’ και β’ προσαυξάνονται κατά...

Σύμφωνα με την ΥΑ 2/4302/0022/28.1-9.2.2004 (ΦΕΚ Β’ 250), η οποία ισχύει από 1-1-2004, αποφασίστηκε η επέκταση της ισχύος των διατάξεων του ΑΙ Μέρους του Ν. 3205/2003, και στους μόνιμους γιατρούς του ΙΚΑ που οι, αποδοχές τους καθορίζονται από τον Ν. 2470/97 και στους με σύμβαση γιατρούς (Ν. 1476/84, Ν. 1579/85, Ν. 1057/80 και Ν.Δ. 1204/72) που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους γιατρούς με το Ν. 2150/93.

Με την προαναφερόμενη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997, θεσπίστηκε νέο επίδομα, δηλαδή το "νοσοκομειακό επίδομα", για το προσωπικό των νοσοκομείων, Κέντρων Υγείας, Κέντρων Ψυχικής Υγείας και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), το οποίο σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ως άνω νόμου στο εν λόγω άρθρο, δόθηκε "ανάλογα με το αντικείμενο απασχόλησης του προσωπικού αυτού, σε αντικατάσταση των διαφόρων επιδομάτων που έπαιρνε το προσωπικό αυτό, λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλκυσης και παραμονής κ.λπ.).

ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα". Το επίδομα αυτό χορηγείται πλέον όχι μόνον σε όλο ανεξαιρέτως το προσωπικό των νοσοκομείων, με την ανωτέρω αναφερόμενη διαβάθμιση ανάλογα με την κατηγορία του προσωπικού αυτών, ήτοι στους υπηρετούντες σε μονάδες που παρέχουν κλειστή ή δευτεροβάθμια περίθαλψη, αλλά και στους υπαλλήλους του ΕΚΑΒ και των Κέντρων Υγείας και Ψυχικής Υγείας (μετά το ν. 2716/19..., δηλαδή και σε προσωπικό που απασχολείται σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, και πρόληψης.

Όπως δε προκύπτει, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 266/1989, οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ συνιστούν μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας με έργο την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής, ιατρικής περίθαλψης, εργαστηριακής εξυπηρέτησης, και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας.

Κατ’ ουσία, πρόκειται περί θεσπίσεως ενός ενοποιημένου τακτικού επιδόματος, που αφορά αμιγώς τις ειδικές συνθήκες εργασίας του προσωπικού αυτού και το οποίο επίδομα, σε σχέση με το εν λόγω προσωπικό, αντικατέστησε τα προγενέστερα συναφή επιδόματα ανθυγιεινής, επικίνδυνης και ειδικών συνθηκών εργασίας.

Ενόψει δε του ότι, τόσο τα καθήκοντα όσο και οι συνθήκες εργασίας των υπηρετούντων στις ως άνω μονάδες γιατρών, ομοιάζουν ουσιωδώς προς τα καθήκοντα και τις αντίστοιχες συνθήκες εργασίας (ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας) των γιατρών των μονάδων του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του Ε.Σ.Υ. (δηλαδή μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης), καθώς και σε σχέση με τους υπηρετούντες στις υπηρεσίες ανοικτής περίθαλψης των ν.π.δ.δ.

του τομέα πρόνοιας και στις μονάδες κοινωνικής φροντίδας ανοικτής περίθαλψης των Π.Ε.Σ.Υ.Ε. ο δικαιολογητικός λόγος χορήγησης του επιδίκου επιδόματος (ανθυγιεινή εργασία, απροθυμία προσέλευσης κ.λπ.), συντρέχει και για τους γιατρούς των Τοπικών Μονάδων Υγείας και των Κέντρων Παιδοψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, με την προϋπόθεση ότι προσφέρουν και αυτοί υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες.

Κατά συνέπεια, ο αποκλεισμός του προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ και των Κέντρων Παιδοψυχικής Υγιεινής από τη χορήγηση του άνω νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο λαμβάνει το προσωπικό του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας των περιφερειακών και αγροτικών ιατρείων του Ε.Σ.Υ. (δηλ.

μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης) έρχεται σε αντίθεση με την καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχή της ισότητας, και συνακόλουθα επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και σ’ αυτούς του εν λόγω επιδόματος, το οποίο δικαιούνται, για μεν το χρονικό διάστημα μέχρι 17-2-2004, με βάση την, ως αρχή της ισότητας, ενώ από τις 18-2-2004, ευθέως εκ του νόμου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 εδ.

β’ σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του Ν. 3235/2004. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, με την από 22-6-2006, αγωγή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλούμενοι ότι συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ -ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)" με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνται σε Τοπικές Μονάδες Υγείας του τελευταίου ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα κάθε ενός καθήκοντα και τέλος ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας των δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ. 7 περ.

α’ του Ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 5 περ. Α του Ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο όμως αρνείται να τους καταβάλει το εναγόμενο, ζήτησαν, κυρίως επί τη βάσει της ως άνω συνδεούσης αυτούς με το εναγόμενο συμβάσεως εργασίας τους, επικουρικώς δε με βάση την αρχή της ισότητας που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος:

α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.849,36 ευρώ στον καθένα εξ αυτών και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει σε κάθε έναν εξ αυτών το ποσό των 898,72 ευρώ, για μισθολογικές τους διαφορές λόγω μη συνυπολογισμού στις αποδοχές τους του ανωτέρω νοσοκομειακού επιδόματος, το χρονικό διάστημα από 15-10-2001 έως 31-1-2007 και β) να αναγνωριστεί ότι είναι δικαιούχοι του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος και ότι το εναγόμενο οφείλει να εντάξει αυτό στις τακτικές αποδοχές τους και να καταβάλει σ’ αυτούς, για το επίδομα αυτό, το ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως στον καθένα, από 1-2-2007 και εφεξής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί το εναγόμενο στη δικαστική τους δαπάνη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1749/2007 οριστική του απόφαση δέχτηκε ως νόμιμη και κατ’ ουσία βάσιμη την αγωγή κατά τα πιο πάνω αιτήματά της. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση το εναγόμενο - αναιρεσείον. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μετά από εκτίμηση των μετ’ επίκληση, από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως, ότι οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες υπηρετούν, ως ιατροί - υπάλληλοι, με τις αναφερόμενες σ’ αυτήν ειδικότητες και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σε υγειονομικούς σχηματισμούς, πρωτοβάθμιας περίθαλψης, του αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ. "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), στην περιφέρεια του Νομού Αττικής.

Ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (15-10-2001 έως 30-1-2007), παρείχαν στους ασφαλισμένους του αναιρεσείοντος, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες, ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές). Ότι οι συνθήκες εργασίας τους, είναι το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας των ιατρών που υπηρετούν σε Κέντρα Υγείας και Κέντρα Ψυχικής Υγιεινής σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και προλήψεως του Ε.Σ.Υ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατέληξε ότι το επίμαχο νοσοκομειακό επίδομα, που δεν καταβαλλόταν στους ενάγοντες, το επίδικο χρονικό διάστημα, το δικαιούνται και αυτοί μέχρι τις 17-2-2004 με βάση τις συνταγματικές αρχές της ισότητας, και από 18-2-2004 και μετέπειτα χρονικό διάστημα ευθέως από τις διατάξεις των άρθρων 2 περ.

β’ ν. 3235/2004, και 8 παρ, 5 ν. 3205/2003. Στη συνέχεια δέχτηκε ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει σε καθένα των αναιρεσίβλητων τα αναφερόμενα στην απόφαση του ποσά. Με τις κρίσεις του αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσίβλητων ιατρών που υπηρετούν, στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του αναιρεσείοντος.

Επίσης ορθώς δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση χορηγήσεως του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι λοιποί πιο πάνω όροι. και η βεβαίωση του οικείου προϊστάμενου, για τη συνδρομή των όρων αυτών, αφού τούτο ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον εργοδότη του.

Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για τα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα: α) του είδους των παρεχομένων, εκ μέρους των αναιρεσίβλητων, υπηρεσιών (οδοντιατρικής, ιατρικής διάγνωσης και περίθαλψης, εργαστηριακής εξυπηρέτησης, υγιεινής και πρόνοιας) και β) των συνθηκών υπό τις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, στις κατά τόπους και οικείους χώρους των οργανωμένων μονάδων περίθαλψης του αναιρεσείοντος, όμοιες με εκείνες των λοιπών ιατρών που απασχολούνται στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του Ε.Σ.Υ.

Τα περιστατικά αυτά, που δέχτηκε η προσβαλλόμενη, καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και δικαιολογούσαν, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, την εφαρμογή αυτών. Επομένως, οι 1ος, 3ος και 5ος (κατ’ ορθή αρίθμηση λόγοι), από τους αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, της κρινόμενης αίτησης, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά το αναιρεσείον σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

3. Με το άρθρο μόνο του π.δ. 437/1977, εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το αναιρεσείον ΙΚΑ (άρθ. 11 Α.Ν. 1846/1951). Επομένως δεν έχουν εφαρμογή επί των κατ’ αυτού απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του ν.δ. 496/ 1974, αφού η τελευταία ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου του άρθρου 40 του ΑΝ 1846/1951 όπως ισχύει ήδη, κατά την οποία "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν προκύπτουν εν προκειμένω) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτηση παραγράφεται μετά πενταετία", συνεπώς δε και οι εκ καθυστερουμένων αποδοχών των υπαλλήλων κατ’ αυτού. Η πενταετία αυτή παραγραφής αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 40 του ΑΝ 1846/1951, που είχαν εφαρμογή στην ένδικη διαφορά..

Συνεπώς ο 6ος λόγος (κατ’ ορθή αρίθμηση), από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

4. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (αρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (αρθρ. 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (αρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από το ήδη αναιρεσείον. Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το αρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του αρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το αρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Ακόμη, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.

Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα.

Με τους 2ο και 4ο λόγους της κρινόμενης αίτησης, υπό την επίκληση (αληθώς) των αρ. 8, 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει το αναιρεσείον ότι: α) αν και αμφισβήτησε το ύψος των οφειλομένων στους ενάγοντες -αναιρεσίβλητους και προσκόμισε καταστάσεις υπολογισμού αυτών από την αρμόδια υπηρεσία του, ο ισχυρισμός του αυτός καθώς και τα μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.

Ακόμη ότι το δικαστήριο, χωρίς να υπάρχουν άλλες αποδείξεις, δέχτηκε ως αληθείς τις απαιτήσεις των αντιδίκων του. Οι ως άνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, η από τον αρ. 8 πλημμέλεια είναι απαράδεκτη, διότι η αμφισβήτηση του ύψους των οφειλομένων, στους ενάγοντες, αποδοχών, δεν συνιστούν "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής.

Η από τον αρ. 11γ’ , ως αβάσιμη. Τούτο διότι, από τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δικαστήριο της ουσίας, στην περί πραγμάτων κρίση του, κατέληξε από τη συνεκτίμηση όλων των προσκομιζόμενων, από τους διαδίκους, εγγράφων (ενώ μάρτυρες δεν εξετάσθηκαν), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν και αξιολογήθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.

Εξάλλου, από την ίδια, ως άνω, διαβεβαίωση, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχτηκε, παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Επομένως, η από τον αρ. 10 αποδιδόμενη πλημμέλεια είναι αβάσιμη. Ενόψει, όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση, και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ως ηττώμενου διαδίκου, η δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης για τους αναιρεσίβλητους που αναφέρονται στην αίτηση με στοιχεία ... Σ. Τ., ...Σ. Κ., ...Μ. Κ., ...Χ. Φ., ...Χ. Σ. καθώς και για την 5η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους προαναφερομένους.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ