Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, upholding lower court's application of two-year limitation period for local authority employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a salary dispute with a local municipality. The appellant argued that the two-year statute of limitations was unconstitutional, claiming unequal treatment compared to private sector employees, while the municipality contended the limitation period was valid and applicable. The court ruled that the specific two-year limitation for local authority employees does not violate constitutional equality principles due to the distinct legal status and financial protection needs of these public entities.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 para. 1 of the Constitution; Art. 26 of the International Covenant on Civil and Political Rights; The two-year statute of limitations for claims by local authority employees does not violate the principle of equality before the law or the international covenant, as the distinction is justified by the specific legal regime protecting local authority assets and the differing conditions of employment compared to private sector workers.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 696 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 696/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010 , με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Β. Λ. του Λ. ,κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεροντίδη , με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ Πολ Δ.
Του αναιρεσίβλητου- καθ'ου η κλήση : Δήμου Μονεμβασιάς Λακωνίας. Δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκε η 200/ 2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και η 539/2005 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 28-8-2006 αίτησή του η συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικώς για την δικάσιμο της 11-12-2007 και μετά από αναβολή για την δικάσιμο της 9-12-2008, οπότε και ματαιώθηκε . Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 9-11-2009 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 26-11-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 9-11-2009 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 9-12-2008, από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 11-12-2007. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος Δήμος Μονεμβασιάς Λακωνίας, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από την 9318/12-1-2010 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σπάρτης ... κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατά την παρούσα συζήτηση, αφού επιδόθηκε σ' αυτόν ακριβές αντίγραφο της ως άνω κλήσεως. Στον ίδιο διάδικο έχει επιδοθεί και ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 28-8-2006 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, όπως προκύπτει από την 4556/12-2-2007 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Επομένως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις και καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003).
Περαιτέρω, με το άρθρο 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, ορίζεται ότι "όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση σε ίση προστασία του νόμου ...". Εξάλλου, από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και στους ΟΤΑ, προκύπτει ότι η παραγραφή των απαιτήσεων των επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων των ΟΤΑ, που αφορά σε αποδοχές ή άλλης κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων των ΟΤΑ ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, είναι διετής και αρχίζει από τη γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η βραχυπρόθεσμη αυτή παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθρο 86 παρ. 2 του ιδίου νόμου χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων των ΟΤΑ κατά τρίτων (που είναι πενταετής), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δε δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΟΤΑ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τους ΟΤΑ, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΟΤΑ, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΟΤΑ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος που διέπει, αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2392/1995, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις προαναφερόμενες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΟΤΑ, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε σ' αυτήν του άρθρου 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, με την οποία παρέχεται όμοια προστασία σε όλα τα πρόσωπα αδιακρίτως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, τα Εφετείο έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, που είχε προσληφθεί και εργαζόταν στον αναιρεσίβλητο Δήμο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως υδραυλικός, από διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-5-1999 μέχρι 31-12-2000, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 26 του ΔΣΑΠΔ, και παρά την εσφαλμένη αναφορά των άρθρων 91 παρ. 3 του ήδη καταργηθέντος ν.δ. 321/1969 "Περί Δημοσίου Λογιστικού", και 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ", που δεν έχει εφαρμογή επί των ΟΤΑ, ορθώς εφάρμοσε τη διετή παραγραφή που θεσπίζει η εντελώς όμοια, ως προς το χρόνο, με τις προαναφερθείσες, και εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995.
Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η θεσπίζουσα την ανωτέρω βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή διάταξη, αντίκειται στις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΔΣΑΠΔ, είναι αβάσιμος, όπως αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτόν η αιτίαση ότι το Εφετείο εφάρμοσε διάταξη καταργηθέντος και κατά συνέπεια μη ισχύοντος νόμου, καθόσον το επικαλούμενο σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (εφαρμογή καταργηθείσας διατάξεως), δεν οδήγησε εδώ σε εσφαλμένο διατακτικό, ώστε να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Ο αναιρεσίβλητος Δήμος δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε στην παρούσα συζήτηση και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκε σε έξοδα, γι' αυτό και δεν θα διαληφθεί στο διατακτικό διάταξη περί δικαστικών εξόδων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-8-2006 αίτηση του Β. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 539/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ