Legislator Case Law & Legislation
696/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment due to expiration of appeal period and lack of procedural grounds.

Case Number 696/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding the classification of a public employee. The appellant argued that the lower court incorrectly classified their position based on their qualifications, but the court found the first-instance decision legally sound and procedurally valid. Consequently, the appeal was rejected as the underlying judgment was final and the appellant's arguments were substantively unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1) and 321 of the Code of Civil Procedure; Articles 4(1) of Law 1468/1950 and 36(1) of the relevant decree: An appeal against a first-instance judgment rendered by default is admissible only if the judgment is final, which occurs when the appeal period has expired, and the appeal must be based on substantive legal errors rather than factual disputes already resolved.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Period Expiration Finality of Judgment Public Service Classification Dismissal of Appeal Judicial Costs Default Judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1) and 321 of the Code of Civil Procedure
Article 518(2) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 288 of the Civil Code
Article 4(1) of Law 1468/1950
Article 36(1) of the relevant decree
Laws 1914/1990 and 1947/1991

Cited Case Law

AI generated
OLAP 31/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 696 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 696/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Περράκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1499/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 22-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθ. 553§1 και 321 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για να προσβληθεί με αναίρεση απόφαση πρωτοβαθμίου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη, τελεσίδικη δε γίνεται η υποκείμενη σε έφεση πρωτόδικη απόφαση για κάποια επελθούσα αιτία και δη, εκτός των άλλων, και λόγω της παρόδου της προθεσμίας για έφεση.

Η προθεσμία της έφεσης σε περίπτωση μη επίδοσης της απόφασης είναι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 518§2 ΚΠολΔ, τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της απόφασης, μετά την πάροδο των οποίων η απόφαση δεν υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και προσβάλλεται τότε παραδεκτά με αναίρεση. Περαιτέρω, η προθεσμία της αναίρεσης, που αρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης, στην ίδια περίπτωση της μη επίδοσης της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι κατά το άρθ. 564§3 ΚΠολΔ τρία χρόνια και αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη, είναι δηλ.

συνολικά έξι χρόνια από την δημοσίευση της προσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης (ΟλΑΠ 31/2009). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη πρωτόδικη 1499/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατ' αντιμωλία των διαδίκων, δημοσιεύθηκε, όπως προκύπτει απ' αυτήν, την 15-7-2003, ενώ δεν προκύπτει, ούτε υπάρχει σχετικός ισχυρισμός, ότι αυτή επιδόθηκε έκτοτε και δη πριν από την παρέλευση τριών ετών από την δημοσίευσή της, η δε αίτηση για αναίρεση αυτής ασκήθηκε την 13-3-2009, όπως προκύπτει από την κάτω απ' αυτήν πράξη του γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου, δηλ.

πριν από την πάροδο έξι συνολικά ετών από την δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης και επομένως είναι παραδεκτή ως ασκηθείσα εμπροθέσμως και κατά τελεσίδικης απόφασης.

II. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθμού 19 του ιδίου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της, αντίφαση δε ειδικότερα στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση, ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου, η υπηρεσιακή κατάσταση των εργαζομένων στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) ΑΕ" διέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ), ο οποίος καταρτίσθηκε με την από 4-10-1973 ΕΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 1274/1973, κυρώθηκε με το άρ. 2 νδ 210/1974 και έχει ισχύ νόμου.

Ο κανονισμός αυτός ορίζει ειδικότερα ότι: (Α) Το προσωπικό συνδέεται με την ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο, έκτακτο δε είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη εκτάκτων ή πρόσκαιρων αναγκών της επιχείρησης (άρθ. 2§§1 και 3), ύστερ' από απόφαση του Διοικητή, στην οποία καθορίζονται το είδος της απασχόλησης και ο μισθός των ούτω (ως εκτάκτων) προσλαμβανομένων μισθωτών και το έργο, για τις ανάγκες του οποίου προσλαμβάνονται, και μπορεί να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του Διοικητή, ύστερ' από γνώμη του Πρωτοβαθμίου Συμβουλίου Κρίσεως (άρθ. 42§§2 και 4) (Β) Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε Κλάδους υποδιαιρουμένους σε Κατηγορίες, που μπορούν επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθ. 3 (Α,Β,1-14, η κατάταξη στα οποία αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση του προσωπικού και δεν παρέχει σ' αυτό δικαίωμα άσκησης καθηκόντων ορισμένης θέσης στην διάρθρωση των υπηρεσιών της ΔΕΗ ), και αριθμός οργανικών θέσεων, κάθε δε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, κατηγορία και κλάδο για την πλήρωση οργανικής θέσης.

Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το Διοικητικό Συμβούλιο και είναι αντίστοιχος προς την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της ΔΕΗ, η κατανομή δε αυτών γίνεται με απόφαση του Διοικητή ανάλογα με τις ανάγκες που υπάρχουν κάθε φορά. Μεταξύ των κλάδων, που αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού σύμφωνα με το είδος της απασχόλησής του, περιλαμβάνονται (1) ο τεχνικός κλάδος, που περιλαμβάνει οκτώ κατηγορίες, μεταξύ δε αυτών (α) των τεχνολόγων (Τ3), η οποία έχει πέντε βαθμίδες (α-ε), η τελευταία δε βαθμίδα αυτής περιλαμβάνει τα μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ) 7-8 και 9 και για την ένταξη σ' αυτήν απαιτείται πτυχίο ανεγνωρισμένης σχολής Ανώτερης Τεχνικής Εκπαίδευσης, ημεδαπής ή αλλοδαπής (β) των τεχνικών (Τ4) που έχει έξι βαθμίδες (α-στ), η τελευταία δε βαθμίδα περιλαμβάνει τα μισθολογικά κλιμάκια 9-14 και για την ένταξη σ' αυτήν απαιτείται πτυχίο ανεγνωρισμένης μέσης ή κατώτερης τεχνικής σχολής ή αντίστοιχο πτυχίο σχολών ΔΕΗ και σχολών μαθητείας του Υπουργείου Εργασίας (2) ο κλάδος μισθωτών γενικών υπηρεσιών, που περιλαμβάνει τέσσερις κατηγορίες, μεταξύ των οποίων και των εργατών (ΓΥ5) που έχει δύο βαθμίδες (α-β), η τελευταία δε περιλαμβάνει τα μισθολογικά κλιμάκια 10-13 και για την ένταξη σ' αυτήν απαιτείται απολυτήριο εξαταξίου δημοτικού σχολείου σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με απαιτουμένη συναφή προς την οικεία ειδικότητα εμπειρία, ενώ εξάλλου οι μισθωτοί ασκούν τα καθήκοντα της Κατηγορίας τους που προσιδιάζουν στα επαγγελματικά προσόντα τους (άρθ. 4§§ 1,2,4 Β 4 και 5, ΣΤ, 6 και 8) (Γ) Περαιτέρω, ουδείς προσλαμβάνεται απευθείας ως τακτικός, η πρόσληψη δε εκτάκτου προσωπικού γίνεται με έγγραφη σύμβαση που μπορεί ν' ανανεωθεί μέχρι την συμπλήρωση χρονικού διαστήματος 5 ετών, εντός του οποίου δύναται να ενεργηθεί η ένταξη του εκτάκτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό.

Η ένταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του Διοικητή ύστερ' από πρόταση της ιεραρχίας και το Διοικητικό Συμβούλιο με εισήγηση του Διοικητή αποφασίζει για την ένταξη τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε κλιμάκιο κάθε κατηγορίας, ενώ κάθε προσλαμβανόμενος πρέπει να έχει τα γενικά και ειδικά προσόντα που απαιτούνται για την εργασία, για την οποία προσλαμβάνεται (άρθ. 5§§1,2,3,4 και 5 εδ.

ζ') (Δ) Μετάταξη από κατηγορία σε κατηγορία, του ίδιου ή άλλου Κλάδου, για την οποία πρέπει ο μισθωτός να έχει τ' απαιτούμενα προσόντα για την κατηγορία και το μισθολογικό κλιμάκιο αυτής, μπορεί να γίνει για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ή για λόγους υγείας με απόφαση του Διοικητή μετά από πρόταση της ιεραρχίας και γνωμάτευση του Πρωτοβαθμίου Συμβουλίου Κρίσης (άρθ. 23).

Εξάλλου, με την από 28-2-1990 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ΔΕΗ" (ΦΕΚ Β' 227/1990) έγινε ανακλιμάκωση των κλιμακίων εξέλιξης του προσωπικού της αναιρεσίβλητης με αντίστοιχες τροποποιήσεις των σχετικών διατάξεων του ΚΚΠ/ΔΕΗ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι (α) το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται στα μισθολογικά κλιμάκια Γ,Α, Β, Β1, 1β, 1 α, 1-12 (άρθ. 3§ 1 του Κανονισμού) και (β) για την κατηγορία Τ3 τεχνολόγων μηχανικών, που ανήκει στον Β' Κλάδο (Τεχνικών), απαιτείται ως προσόν πτυχίο αναγνωρισμένης Σχολής Ανώτερης Τεχνικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής, για δε την κατηγορία ΓΥ5 (εργάτες γενικά),που ανήκει στον Κλάδο Μισθωτών Γενικών Υπηρεσιών, απαιτείται απολυτήριο εξαταξίου Δημοτικού Σχολείου ή απολυτήριο Γυμνασίου ή ενδεικτικό Γ' τάξης Σχολής Μέσης Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής σε συνδυασμό ενδεχομένως με απαιτουμένη συναφή εμπειρία (άρθ. 4 ΚΚΠ/ΔΕΗ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η ένταξη του εκτάκτου μισθωτού στο τακτικό προσωπικό της ΔΕΗ, η οποία δεν συνιστά βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή αυτού , αλλά αποτελεί από την πρόσληψη του μισθωτού υποχρέωση της ΔΕΗ για την κατάταξη του στον οικείο κλάδο, κατηγορία και κλιμάκιο, που είναι εκ των προτέρων από τον κανονισμό δεδομένα για κάθε προσλαμβανόμενο με βάση τα τυπικά προσόντα του, η οποία έχει ως γενεσιουργό λόγο τις ανωτέρω διατάξεις του κανονισμού, και για την οποία δεν προβλέπονται , εκτός από τις οριζόμενες στο άρθ. 5 τυπικές προϋποθέσεις που πρέπει να συγκεντρώνει ο μισθωτός, ειδικά ορισμένες προϋποθέσεις και έτσι για την ένταξη θα εφαρμοσθεί ο κανόνας του άρθ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με τον οποίο ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Επομένως, η ένταξη του μισθωτού από τα αρμόδια όργανα της ΔΕΗ, ειδικά ως προς την κατηγορία, γίνεται πάντοτε για την πλήρωση κενής οργανικής θέσης, με την συνδρομή των προϋποθέσεων και προσόντων του άρθ. 5 που έχει ο προσληφθείς για την προσφορά, όμως, της συναφούς (με και κατά την πρόσληψη) εργασίας, με βάση την προκήρυξη του τυχόν διαγωνισμού, στον οποίο συμμετέσχε ο μισθωτός, την ιδιότητα και την ειδικότητα για την οποία προσλήφθηκε ως έκτακτος και το είδος της μέχρι την ένταξη απασχόλησης του, εφόσον η πρόσληψη του είχε γίνει για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της επιχείρησης, ενώ τα τυχόν συντρέχοντα κατά τον χρόνο της πρόσληψης του, σύμφωνα με τους τίτλους των σπουδών του, υπέρτερα τυπικά προσόντα του είναι καθοριστικά κατ' άρθ. 288 ΑΚ και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την ένταξη του, μόνον όταν τα γνωστοποίησε κατά την πρόσληψή του στην επιχείρηση και η τελευταία έκτοτε και για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της τον απασχόλησε σε εργασία διαφορετική εκείνης, για την οποία τον προσέλαβε, για την εκτέλεση δε αυτής ήταν απαραίτητα τα κατεχόμενα από τον έκτακτο μισθωτό υπέρτερα τυπικά προσόντα (ΟλΑΠ 4/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη) δέχθηκε με την προσβαλλομένη 1499/2003 απόφαση του, τελεσίδικη ήδη, όπως προαναφέρθηκε, κατά τον χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αίτησης κατ' αυτής, ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) προσλήφθηκε από την εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ (αναιρεσίβλητη) την 27-1-1987 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ετήσιας διάρκειας, διαδοχικά ανανεωθείσα μέχρι την ένταξή του την 1-4-1998, με σχετική απόφαση του Δ.Σ.

αυτής, στο τακτικό προσωπικό της και ειδικότερα στην κατηγορία ΓΥ5 και με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο το 8°, ότι ο ενάγων είναι κάτοχος πτυχίου της Ανωτέρας Δημόσιας Σχολής Εμπορικού Ναυτικού Ασπροπύργου (ΑΔΣΕΝ), το οποίο απέκτησε την 16-7-1971, ότι ο ενάγων μετατάχθηκε την 1-9-1999 στην κατηγορία Τ3 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 8, ότι η ένταξη του ενάγοντος έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ με βάση την ιδιότητα και ειδικότητα που είχε προσληφθεί ως έκτακτος, δηλ.

στην ως άνω κατηγορία, καθόσον η πρόσληψη έγινε μόνο για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών, μεταξύ άλλων, της κατηγορίας ΓΥ5 και όχι της κατηγορίας, στην οποία ο ενάγων μετετάγη αργότερα ως άνω, έτσι ώστε το γεγονός ότι διέθετε τ' απαιτούμενα τυπικά προσόντα για την ανώτερη κατηγορία να μην του προσδίδει και δικαίωμα ένταξης σε κατηγορία άλλη από εκείνη, για την οποία είχε προσληφθεί, προβλεπομένης άλλωστε από τον Κανονισμό της διαδικασίας μετάταξης προς ικανοποίηση των μισθωτών που υπηρετούν σε άλλη κατηγορία ή άλλο κλάδο από εκείνον του οποίου έχουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.

Με βάση τα παραπάνω το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, με την οποία ο ενάγων αναιρεσείων, επικαλούμενος τα ως άνω περιστατικά, ζήτησε, μεταξύ άλλων, ν' αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη (α) όφειλε κατά την ένταξη του στο τακτικό προσωπικό να τον κατατάξει στην κατηγορία Τ3 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 (και όχι στην κατηγορία ΓΥ5 και στο μ.κ. 12) και (β) εσφαλμένα τον ενέταξε με αποδοχές που αντιστοιχούσαν στις αποδοχές του μ.κ. 12 αντί του 8.

Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο ουδόλως περιέχει στην προσβαλλομένη απόφαση του, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση, και την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ενάγων μέχρι την (αρχική) ένταξη του στην κατηγορία ΓΥ5 των μισθωτών της αναιρεσίβλητης εναγομένης είχε απασχοληθεί επί μακρόν στην κατηγορία Τ3 (δηλ.

διαφορετική εκείνης, για την οποία προσελήφθη), για την οποία είναι απαραίτητα τα κατεχόμενα απ' αυτόν υπέρτερα τυπικά προσόντα και ότι ο ενάγων είχε γνωστοποιήσει αυτά στην εναγομένη κατά την πρόσληψη του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 288 ΑΚ και του ΚΚΠ/ΔΕΗ, διέλαβε δε σχετικά πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα (με τον πρώτο των οποίων, ειδικότερα, αποδίδεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας με εσφαλμένη ερμηνεία των ως άνω διατάξεων δέχθηκε ότι η ένταξή του ως τακτικού υπαλλήλου ορθά έγινε στην κατηγορία ΓΥ5, του Κλάδου Γενικών Υπηρεσιών, με βάση την ιδιότητα και ειδικότητα με την οποία είχε προσληφθεί, ενώ έπρεπε να κρίνει ότι η εναγομένη όφειλε να τον εντάξει στην κατηγορία Τ3 με βάση τα κατεχόμενα απ' αυτόν και γνωστά σ' αυτήν ανώτερα τυπικά προσόντα) και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 4§1 ν. 1468/1950 και 36§1 του κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθέντος β.δ.

από 28-1-1951 που δεν καταργήθηκε με το ΠΔ 360/1991 και τους ν. 1914/1990 και 1947/1991, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-10-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 1499/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ