Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects argument regarding evidentiary weight of public deeds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment, ruling that the respondent's absence at the hearing was lawful under the Civil Procedure Code. The appellant argued that the lower court improperly reduced the evidentiary weight of public deeds regarding co-ownership, but the court held that such documents only constitute full proof regarding their own authenticity and the notary's actions, not as free judicial evidence. Consequently, the appeal was rejected as unfounded on both procedural and substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2), 787, 974, 980-984, 994, 1113, 340, 438, 440 of the Civil Procedure Code; Public deeds constitute full proof regarding their own authenticity and the notary's acts but do not preclude the court from assessing their weight as free judicial evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 696 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 696/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαγλάρα.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2000 μη οριστική, 117/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-7-2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10-11-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις εκθέσεις επίδοσης ... και ... της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου ..., στις οποίες προσαρτώνται οι από 5-12-2006 και 30-10-2007, αντίστοιχα, αποδείξεις παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του Αστυνομικού Τμήματος Ηρακλείου Κρήτης των δικογράφων που θυροκολήθηκαν και οι από 6-12-2006 και 30-10-2007 βεβαιώσεις περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρο 128 παρ.4γ ΚΠολΔ, και τις οποίες (εκθέσεις επίδοσης) προσκομίζει ο αναιρεσσείων που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 15-7-2006 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε αρχικά η 19-9-2007, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 20-9-2007 κλήσης, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς την αναιρεσίβλητη, για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην τελευταία.
Όμως η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' ίδιου Κώδικα). Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών συγκυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό ως κύριος.
Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκύριοι προβαίνουν σε άτυπη διανομή του κοινού ακινήτου, αφού έκτοτε καθένας από αυτούς με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του το περιελθόν σ' αυτόν με την άτυπη διανομή μέρος του ακινήτου (ΑΠ 1878/2007, 1536/2005). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 690/1948, η οποία είχε καταργηθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 του α.ν. 625/1968, αλλά επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 του ν. 651/1977 (άρθρο 417 παρ. 1 του Π.Δ.
της 14/27-7-1999 "Κώδικας βασικής πολεοδομικής νομοθεσίας"), απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων που συνεπάγεται τη δημιουργία μη άρτιων οικοπέδων είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο, είτε κατά το βάθος, ενώ σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (παρ. 4 άρθρου 417 του Π.Δ.
της 14/27-7-1999) κάθε δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου που έχει αντικείμενο μεταβίβαση κυριότητας που απαγορεύεται από την προηγούμενη παράγραφο είναι αυτοδικαίως και εξυπαρχής απολύτως άκυρη. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η δικαιοπραξία με την οποία γίνεται μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδου, εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα.
Συνεπώς, δεν απαγορεύεται και δεν είναι άκυρη η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο το οποίο είναι ήδη μη άρτιο, ούτε αποκλείεται η απόκτηση κυριότητας σε τμήμα οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία, έστω και αν αυτή συνεπάγεται τη δημιουργία οικοπέδου μη αρτίου (ΑΠ 982/2007, ΑΠ 894/2001). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης για παράβαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός του άρθρου 559 αριθ. 1 α' ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 4/2005).
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την ένδικη αγωγή διανομής, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο, έκτασης 309 τ.μ. βρίσκεται στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ...
και ανήκε, κατά το 1/2 αδιαιρέτως στον καθένα, στους γονείς του ενάγοντος και της μητέρας της εναγομένης ήτοι στους ΑΑ και ΒΒ, οι οποίοι το απέκτησαν κατά κυριότητα με το ... πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβ/φου Ηρακλείου Μιχαήλ Καλυβιανάκη, νομίμως μεταγραμμένο πράγμα που δεν αμφισβητείται. Ακολούθως η ΒΒ με το ...
δωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Μιχαήλ Καλυβιανάκη μεταβίβασε στον ενάγοντα γιο της κατά ψιλή κυριότητα το μερίδιό της στο ακίνητο και παρακράτησε την επικαρπία και μεταγενέστερα μέσα στο ίδιο έτος ο ΑΑ με το ... δωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου μεταβίβασε στη θυγατέρα του μητέρα της εναγομένης κατά ψιλή κυριότητα το μερίδιό του στο ακίνητο και παρακράτησε την επικαρπία.
Την ίδια ημέρα, με την υπογραφή του δεύτερου συμβολαίου ήτοι στις 8-9-1964 ο ενάγων Χ κάτοχος του μεριδίου της μητέρας του, και η ΓΓ, κάτοχος του μεριδίου του πατέρα της, με τη γνώση αμφοτέρων των γονέων τους, οι οποίοι συναίνεσαν σ' αυτό, συμφώνησαν και υπέγραψαν μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο διένειμαν ατύπως την κοινή περιουσία τους και ο μεν ενάγων Χ έλαβε το βόρρειο τμήμα του οικοπέδου, όπου βρίσκεται και ένα ανεξάρτητο δωμάτιο που περιέρχεται σ' αυτόν, η δε ΓΓ μητέρα της εναγομένης το νότιο τμήμα του ακινήτου με την οικία που βρίσκεται σ' αυτό, έκτασης 150 m2 περίπου, το οποίο προς ακριβέστερη καταμέτρηση και διαχωρισμό συνορεύει με ιδιοκτησίες βορείως με οδό ...
και υπόλοιπο οικόπεδο, νοτίως με οδό ..., ανατολικά ... και δυτικά με οδό .... Το συμφωνητικό αυτό συντάχτηκε όπως προαναφέρθηκε με τη συναίνεση των γονέων τους, οι οποίοι στη πραγματικότητα επιθυμούσαν να λάβει η θυγατέρα τους ΓΓ το τμήμα του οικοπέδου με την ισόγεια οικία και ο ενάγων αδελφός της το υπόλοιπο ακίνητο με το ανεξάρτητο δωμάτιο, αλλά τούτο ήταν αδύνατο να γίνει γιατί το οικόπεδο δεν ήταν άρτιο και δε μπορούσε με συμβολαιογραφικό έγγραφο να χωριστεί σε δύο (2) τμήματα και να μεταβιβαστεί το καθένα χωριστά στο κάθε τέκνο σύμφωνα με τα ανωτέρω όπως ήταν η πραγματική βούληση των γονέων τους.
Γι' αυτό ο Χ, ενάγων, και η αδελφή του ΓΓ κατέληξαν με τη συναίνεση όπως ειπώθηκε των γονέων τους στη σύνταξη τού από 8-9-1964 ιδιωτικού συμφωνητικού. Τα δωρητήρια δε συμβόλαια του συμβ/φου Ηρακλείου Μιχαήλ Καλυβιανάκη ... και ... που έχουν μεταγραφεί νομίμως συντάχτηκαν εντελώς τυπικά για να υποδηλώσουν τη κυριότητα του ενάγοντος και της αδελφής του στο ακίνητο κατ' ίση μερίδα ο καθένας τους.
Τα ανωτέρω δεν μπορούν να ανατραπούν από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης που προσκόμισε ο ενάγων, οι οποίες κρίνονται μη αξιόπιστες, αφού οι μάρτυρες αυτοί αρνούνται ακόμη και το γεγονός ότι υπογράφηκε ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του ενάγοντος και της αδελφής του, πράγμα το οποίο προκύπτει από το σώμα του εγγράφου αυτού που νομίμως προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, την γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητεί ούτε ο ενάγων.
Πέραν τούτου αποδεικνύεται ότι ο ΑΑ, πατέρας του ενάγοντος, μεταβίβασε σ' αυτόν με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μιχαήλ Χατζάκη, σε αντάλλαγμα της μεταβίβασης του σπιτιού στη μητέρα της εναγομένης, ώστε να εξισώσει τις μερίδες, αγρό έκτασης ενός στρέμματος περίπου στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας ...
στη περιοχή ..., σημαντικής αξίας, αφού η περιοχή είναι αναβαθμισμένη ως τουριστική. Ο ενάγων και η αδελφή του ΓΓ μετά την ανωτέρω από 8-9-1964 συμφωνία τους και τη σύνταξη του ιδιωτικού εγγράφου μεταξύ τους άρχισε καθένας τους να νέμεται με διάνοια κυρίου το τμήμα του οικοπέδου που ανήκε στον καθένα με τη γνώση των γονέων τους και σύμφωνα με τη πραγματική τους βούληση που δεν εκφράστηκε στα τυπικά γι' αυτούς δωρητήρια συμβόλαια που είχαν συνταχτεί.
Το τμήμα του οικοπέδου με την ισόγεια οικία του χρησιμοποιούσε η ΓΓ ως κατοικία της από 8-9-1964 οπότε απέκτησε τη νομή του μέχρι του έτους 1967 που μετανάστευσε στη ... και φιλοξενούσε σ' αυτό και τους γονείς της αλλά και μετέπειτα κατά το χρόνο της 2ετούς παραμονής της στη ... μέχρι του έτους 1969 χρησιμοποιούσε τούτο ως θερινή κατοικία της για τις διακοπές της στην Ελλάδα.
Η ΓΓ με την επιστροφή της στην Ελλάδα χρησιμοποιούσε και πάλι το τμήμα τούτο του ακινήτου ως χειμερινή και θερινή κατοικία της. Για τη χρήση αυτή του οικοπέδου με την ισόγεια οικία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ο ενάγων και συνεπώς αναγνώριζε την αδελφή του ΓΓ ως κυρία του τμήματος αυτού του οικοπέδου. Στις 11-5-1970 απεβίωσε η ΓΓ, μητέρα της εναγομένης, και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, ήτοι την εναγόμενη θυγατέρα της κατά τα 3/4 αδιαιρέτως και τον σύζυγον της ΔΔ κατά το 1/4 αδιαιρέτως, οι οποίοι συνέχισαν τη νομή με διάνοια κυρίου της ΓΓ κατά τα ανωτέρω ποσοστά τους μέχρι 2-6-1973, οπότε ο ΔΔ δώρησε ατύπως στην εναγόμενη θυγατέρα του το δικό του μερίδιο και έτσι πλέον η εναγόμενη Ψ άρχισε να νέμεται με διάνοια κυρίου το τμήμα του οικοπέδου με την ισόγεια οικία, ατομικά η ίδια και κατά το μερίδιο του πατέρα της που της το είχε παραχωρήσει ο ίδιος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη και ο πατέρας της αποδέχτηκαν τη κληρονομιά της ΓΓ με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Αριστ. Δοκουμετζίδη κατά το εξ αδιαιρέτου μερίδιο της κληρονομουμένης, απλά για να μην υπάρχει αντίθεση με τα ... και ... προαναφερθέντα τυπικά συμβόλαια, όπως για τον ίδιο λόγο με το ...
δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μιχ. Καλυβιανάκη, δωρήθηκε από τον ΔΔ στην εναγόμενη θυγατέρα του το μερίδιο επί του εξ αδιαιρέτου μεριδίου της κληρονομουμένης. Οι συμβολαιογραφικές πράξεις αυτές ήταν τυπικές και ίσχυε στις σχέσεις των διαδίκων η μεταξύ του ενάγοντος και της μητέρας της εναγομένης συμφωνία της 8-9-1964 όπως και η μεταγενέστερη της 20-9-1972 όπως εκτίθεται πιο κάτω, τις οποίες αναγνώριζαν αμφότεροι οι διάδικοι.
Η συμφωνία του ενάγοντος με τη μητέρα της εναγομένης επιβεβαιώνεται και από τοπογραφικό διάγραμμα του όλου οικοπέδου με ημερομηνία 20-9-1972, στην οπίσθια όψη του οποίου αναφέρεται συμφωνία άτυπη του ενάγοντος με τον πατέρα του ως εκπροσώπου της εναγομένης, αφού η μητέρα της είχε ήδη αποβιώσει, κατά την οποία συμφωνείται ο ενάγων να διανοίξει φρεάτιο στο τμήμα του οικοπέδου που του είχε παραχωρηθεί και αυτός σε αντάλλαγμα να παραχωρήσει στην αδελφή του ΓΓ και ήδη στη θυγατέρα της το χωριστό δωμάτιο που του είχε παραχωρηθεί.
Η συμφωνία αυτή υλοποιήθηκε το χρόνο εκείνο και έκτοτε ο ενάγων νεμόταν ως αποκλειστικός κύριος τμήμα του οικοπέδου έκτασης 112 m2 όπως αποτυπώνεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα και η εναγομένη, προστιθεμένης της ομοίας νομής διάνοια κυρίου της μητέρας της και του πατέρα της ως κληρονόμου της μητέρας της το υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου με την ισόγεια οικία και το χωριστό δωμάτιο έκτασης 197 m2.
Η εναγομένη νεμόταν με διάνοια κυρίου το τμήμα του ακινήτου που της ανήκε μέχρι και την επίδοση της αγωγής του αντιδίκου της, ήτοι μέχρι το Μάρτιο 1998, για συνεχή χρόνο 20 και πλέον ετών, όπως και ο ενάγων το δικό του όπως άνω ορίζεται τμήμα του οικοπέδου. Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει συγκυριότητα των διαδίκων στο επίδικο διανεμητέο ακίνητο έκτασης 309 m2 αλλά τμήμα αυτού 197 m2 ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης που το απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία κατ' άρθρα 1045, 1051 του ΑΚ και το υπόλοιπο 112 m2 στην αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή διανομής, επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έκρινε ομοίως και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός μεν δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 690/1948, που επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 του ν. 625/1968, άρθρου 29 ν. 1337/1983 και των άρθρων 159, 1045 και 1051 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα ουσιώδη ζητήματα του επιτρεπτού της καταρτίσεως άτυπης διανομής, του επιτρεπτού της απόκτησης κυριότητας σε τμήμα οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία, έστω και αν αυτή συνεπάγεται τη δημιουργία οικοπέδου μη αρτίου, καθώς και της απόδειξης των αναγκαίων, κατά τις άνω διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η απόκτηση αποκλειστικής κυριότητας στο πρόσωπο της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στο περιελθόν σ' αυτή μετά την άτυπη διανομή μέρος του ακινήτου και συνακόλουθα της μη απόδειξης συγκυριότητας εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος επί του ακινήτου.
Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 42/2002).
Ειδικότερα δε από τη γενική βεβαίωση ότι έχουν ληφθεί υπόψη και όλα τα έγγραφα των οποίων έγινε επίκληση και προσαγωγή, δημιουργείται η απόλυτη βεβαιότητα ότι έχει ληφθεί υπόψη και η ομολογία που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προκύπτει από κάποιο από αυτά τα έγγραφα (ΑΠ 545/1993). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την με επίκληση προσκομισθείσα από 9 - 11 - 1998 εξώδικη πρόσκληση της αναιρεσίβλητης, από την οποία προέκυπτε εξώδικη ομολογία της τελευταίας ως προς τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό του περί συγκυριότητας στο ακίνητο για το οποίο αυτός ζητούσε τη δικαστική διανομή.
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "τα έγγραφα που νομίμως με τις προτάσεις τους επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την ομολογία που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος προκύπτει από το ανωτέρω έγγραφο.
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 30/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 259/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων στα συμβόλαια, που είχε προσκομίσει προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ήταν συγκύριος του επίδικου ακινήτου, ήτοι α') στο ...
δωρητήριο συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μιχ. Καλυβιανάκη, β') στο ... δωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, γ') στην ... πράξη αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Αριστείδη Δοκουμετζίδη και δ') στο ... δωρητήριο συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μιχ.
Καλυβιανάκη. Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τα ανωτέρω συμβόλαια αποτελούν μεν δημόσια έγγραφα γενικώς, συνιστούν όμως πλήρη απόδειξη μόνον ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά ότι έγιναν από τον συντάξαντα αυτά συμβολαιογράφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, καθώς και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος, όχι δε όταν εκτιμώνται ελεύθερα ως δικαστικά τεκμήρια, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-7-2006 αίτηση για αναίρεση της 21/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ