Legislator Case Law & Legislation
696/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to raise evidence and abuse of right arguments in first instance.

Case Number 696/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ordering the appellant to pay the respondent's legal costs. The court held that the appellant failed to introduce specific evidence and arguments regarding the respondent's alleged abuse of rights during the first instance proceedings. Consequently, the appellate court's rejection of these new claims was deemed procedurally correct and not subject to review on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 262(1), 269 of the Code of Civil Procedure and Article 281 of the Civil Code: Arguments and evidence regarding abuse of right must be raised with sufficient detail in the first instance; mere inactivity or good faith belief by the obligor does not constitute abuse unless accompanied by specific circumstances and a change in the obligor's stance.

Keywords

AI generated
abuse of right procedural admissibility first instance evidence legal costs appellate review civil procedure good faith belief

Cited Legislation

AI generated
Articles 262(1) and 269 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 116 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 529 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 696 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 696/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "........ ΟΕ" που μετονομάσθηκε σε "........ ΟΕ" και τον διακριτικό τίτλο "....." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Νάκης Νικόλαος.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Γιαννάτση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4705/2000 προδικαστική, 5822/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 378/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου, ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 Κ.Πολ.Δικ. και 281 Α.Κ. προκύπτει ότι για την πληρότητα της από το τελευταίο άρθρο ενστάσεως και το παραδεκτό αυτής από απόψεως χρόνου προβολής της, απαιτείται τα συγκροτούντα την κατάχρηση περιστατικά να προβάλλονται με επάρκεια κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως από τον εναγόμενο που ζητεί την απόρριψη της αγωγής, και συγχρόνως να γίνεται επίκληση απ' αυτόν και της εκ των περιστατικών αυτών προκυπτούσης καταχρήσεως και να διατυπώνεται επίσης απ' αυτόν και αίτημα απορρίψεως για την αιτία αυτή της αγωγής.

Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολ.

Α.Π. 8/2001). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι δυνάμει της από 29.1.1991 τροποποίησης καταστατικού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που καταχωρήθηκε στα σχετικά βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών την 7.2.1991, με αριθμό ..., συμφωνήθηκε η έξοδος από την εναγομένη, της εκ των αρχικών εταίρων της, ......

και η ταυτόχρονη είσοδος σε αυτήν, ως ομορρύθμου μέλους, του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Χ1, με ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη και τις ζημίες της εναγομένης 10% και την εκ μέρους του ενάγοντος εισφορά και καταβολή ποσού 24.000 δραχμών, επί συνολικού κεφαλαίου της εταιρείας ποσού 240.000 δραχμών. Την 23.12.1996, δυνάμει τροποποίησης του καταστατικού της εναγομένης, η οποία καταχωρήθηκε στα σχετικά βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών την 30.12.1996, με αριθμό ..., εξήλθαν από αυτή η Ψ1 και ο ενάγων Χ1, αναλαμβάνοντας αυτός το ποσό των. 24.000 δραχμών που αποτελούσε το κεφάλαιο που είχε καταθέσει, ως εισφορά για την είσοδό του στην εναγομένη και παρέμειναν ως μοναδικές συνεταίροι η Ψ2 και η Ψ3 παρατάθηκε δε η διάρκεια της εταιρείας μέχρι 31.12.2001.

Καθ' όλο το χρονικό διάστημα, από την είσοδό του στην εναγομένη εταιρεία (την 29.1.1991) έως και την έξοδό του από αυτή (την 23.12.1996), ο ενάγων, ανταποκρινόμενος στον προαναφερθέντα όρο του καταστατικού της εναγομένης, προσέφερε πραγματικά συνεχώς και όχι εικονικώς ή απλώς επιβοηθητικώς την προσωπική του εργασία για την καλή λειτουργία της επιχείρησης και την επίτευξη του εταιρικού σκοπού, χωρίς να του καταβληθούν τα κέρδη που του αναλογούσαν σε έξι συνεχόμενες εταιρικές χρήσεις και συγκεκριμένα από το 1991 έως το 1996, σύμφωνα με το ποσοστό συμμετοχής του στα κέρδη αυτά, δηλαδή το 10%, οπότε και η εναγομένη παρουσίασε στις ως άνω χρήσεις σημαντικά κέρδη.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί εικονικής συμμετοχής του ενάγοντος στην εταιρεία ως ομορρύθμου μέλους, αβάσιμος κατ΄ ουσίαν προβλήθηκε επειδή δημιουργήθηκε ανάμεσα στα διάδικα μέρη εχθρότητα, λόγω της διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως του ενάγοντος με τη Ψ2, θυγατέρα του ιδρυτή της εναγομένης ..... Η εναγομένη, για πρώτη φορά με τις προτάσεις, της μετ' απόδειξης συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να επικαλείται λόγους μη έγκαιρης προσαγωγής του, επικαλέστηκε και προσκόμισε έγγραφο, μή φέρον μάλιστα χρονολογία, στο οποίο ο ενάγων δηλώνει ότι αποχωρεί από την εταιρεία, ότι εισέπραξε την εισφορά του και το σύνολο των (μέχρι τότε) κερδών του και ότι δεν έχει καμία απαίτηση κατά της εταιρείας.

Το ανωτέρω έγγραφο απαραδέκτως προσκομίστηκε για πρώτη φορά στη μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού προσκρούει στον απαγορευτικό κανόνα των άρθρων 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, καταλυτικός της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος, έπρεπε να είχε υποβληθεί κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αφού ήταν γεγεννημένος κατά το χρόνο εξόδου του ενάγοντος από την εταιρεία, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επίσης (συνεχίζει το Εφετείο) η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ελάμβανε μηνιαίως 1.000.000 δραχμές από τον μέτοχό της ..... (πεθερό του), ποσό το οποίο στο σύνολό του υπερκαλύπτει το επιδικασθέν με την εκκαλουμένη απόφαση κεφάλαιο. Ο ισχυρισμός αυτός μη προταθείς στην πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς επίκληση του λόγου της μη έγκαιρης προβολής του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

΄Αλλωστε, έρχεται σε προφανή αντίφαση με τον περί εικονικότητας ισχυρισμό, αφού αν η συμμετοχή του ήταν εικονική, γεννάται το ερώτημα για ποιό λόγο αποδίδοντο αυτά τα ποσά" Περαιτέρω όπως προκύπτει από την κατ΄ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. επισκόπιση των οικείων προτάσεων της πρώτης σε πρώτο βαθμό συζήτησης., η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε ότι "η άσκηση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου για δήθεν απαίτηση του, μετά παρέλευση τόσου χρόνου και της συμπεριφοράς του, εξ ής σαφώς προέκυπτε ότι λόγω της εικονικότητος της εταιρικής του ιδιότητος, δεν είχε τέτοια απαίτηση και του γεγονότος ότι ήγειρε την ένδικη αγωγή μετά τη σύγκρουση με την εταίρο σύζυγό του, παρίσταται και εάν έτι υφίστατο τοιούτο δικαίωμα, ως καταχρηστική, καθόσον υπερέβη με την αγωγή του αυτή και τα χρηστά ήθη".

Με την από 6.2.2005 έφεσή της η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι μη ορθά η υπ΄ αριθ. 4705/2000 προδικαστική απόφαση έκρινε ως απορριπτέο τον ισχυρισμό της περί κατάχρησης δικαιώματος. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό εφέσεως της αναιρεσείουσας ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά κατάχρησης δικαιώματος που προβλήθηκαν στην πρωτοβάθμία δίκη "είναι αόριστα, διότι δεν εξειδικεύεται, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

και 281 Α.Κ., η συμπεριφορά του ενάγοντος, που δημιούργησε ευλόγως στην εναγόμενη εταιρία την πεποίθηση της αδράνειας του δικαιούχου, ούτε εκτίθενται περιστατικά ότι η ικανοποίηση της αξιώσεως του ενάγοντος θα επιφέρει τόσο δυσβάστακτες συνέπειες στην εναγομένη, ώστε να θυσιασθεί το δικαίωμα του ενάγοντος".

Με βάση τα παραπάνω, που προκύπτουν από την επισκόπηση των προαναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων, ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αγωγής, όπως διατυπώθηκε στις προαναφερθείσες από 1.2.2000 προτάσεις της αναιρεσείουσας της πρώτης σε πρώτο βαθμό συζήτησης, δεν είναι νόμιμος και ορισμένος αφού τα περιστατικά που προβλήθηκαν με αυτές δεν είναι αρκετά για να δημιουργήσουν στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου δεν θα ασκηθεί, ούτε να καταστήσουν την άσκησή της μη ανεκτή από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη.

Ενώ εξ άλλου ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας δεν επαναφέρθηκε κατά τρόπο ορισμένο στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 6.4.2005 έφεσής της, στον τελευταίο σχετικό λόγο της οποίας, δεν αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου, αλλά παραπέμπει απαραδέκτως σε ανάπτυξη που θα κάνει με τις προτάσεις της.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε ως αόριστη την ένσταση αυτή δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και δεν αξίωσε περισσότερα από όσα απαιτούνται για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, ούτε υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και οι προβαλλόμενες με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δικ.

αντίθετες αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Επίσης και η περιεχομένη στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς για το θέμα αυτό (της απόρριψης δηλαδή της ως άνω ένστασης ως αορίστου) αιτιολογίες, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δικ.

λόγος αναιρέσεως, όταν το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την ένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ. ΑΠ 44/1990).

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό περιστατικά α) εικονικότητας, β) καταβολής στον αναιρεσίβλητο ποσού 1.000.000 δραχ. κατά μήνα και γ) παραίτησής του, τα οποία είχαν προταθεί από την αναιρεσείoυσα ως περιστατικά καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί η αναιρεσείουσα, δεν επανέφερε, όπως προαναφέρθηκε, με τον έβδομο ή κάποιο άλλο λόγο της έφεσης της τά περιστατικά αυτά και ως περιστατικά καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, αλλά και ως αβάσιμος διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω επικαλούμενα περιστατικά καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου και τα απέρριψε τελεσίδικα, χωρίς να πλήττεται επιτυχώς, ως προς τις αιτιάσεις του αυτές, με βάσιμο λόγο αναιρέσεως, και

δη α) το αναφερόμενο στην εικονικότητα συμμετοχής του ενάγοντα στην εναγομένη εταιρία ως ουσία αβάσιμο, β) το αναφερόμενο στην λήψη από τον ενάγοντα ποσού 1.000.000 δραχ. μηνιαίως κατά τη διάρκεια συμμετοχής του στην εναγόμενη, ως απαράδεκτο, γιατί προβλήθηκε για πρώτη φορά στη μετ΄ απόδειξη συζήτηση, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δικ., αλλά και για αντίφαση του με τον ισχυρισμό εικονικότητας της συμμετοχής του ενάγοντα στην εναγόμενη εταιρεία και γ) το αναφερόμενο στη δήλωση του ενάγοντα κατά την αποχώρησή του από την εναγόμενη ότι εισέπραξε την εισφορά του και το σύνολο των μέχρι τότε κερδών του και δεν έχει καμιά απαίτηση κατά της εναγομένης, επίσης ως απαράδεκτο, γιατί προβλήθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις της μετ΄ απόδειξη στον πρώτο βαθμό συζήτησης, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δικ.

Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προς σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης για μερική παραδοχή, κατ΄ επικύρωση κατά τούτο της πρωτόδικης απόφασης, της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου και απόρριψη των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας για εικονικότητα της συμμετοχής του ενάγοντα στην εναγομένη εταιρία, καταβολή σε αυτόν του ποσού των δραχ. 1.000.000 κατά μήνα καθ' όλη τη διάρκεια συμμετοχής του στην εναγομένη εταιρία, δήλωση του κατά την αποχώρησή του από την εταιρία ότι εισέπραξε την εισφορά του και το σύνολο των μέχρι της αποχώρησης των κερδών του και δεν έχει καμία απαίτηση κατά της εταιρίας και καταχρηστική άσκηση της ένδικης αξίωσης του ενάγοντα, έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι". Από τη γενική αυτή έκφραση γίνεται αδιστάκτως βέβαιο και δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα υπ' αριθ. ....., ....... και ...... συμβόλαια της Συμβολαιογράφου Καλλιθέας ...... Επομένως, η προβαλλόμενη με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από το .άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία τα συμβολαιογραφικά αυτά έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Με τον ίδιο (πέμπτο) λόγο αναιρέσεως προβάλλονται κατ΄ ορθή εκτίμηση, οι από το άρθρο 559 αριθ. 8, 11 ή 14 Κ.Πολ.Δικ. αιτιάσεις ότι το Εφετείο, δεν έλαβε παρά το νόμο υπόψη τον ισχυρισμό και δεν συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα αλλά απέρριψε ως απαράδεκτο α) το προς απόδειξη αυτού επικληθέν και προσαχθέν, χωρίς ημερομηνία, έγγραφο, με το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ της Ψ1, αφενός και του αναιρεσιβλήτου και της πρώην συζύγου του Ψ2, αφ΄ ετέρου, ότι οι δύο τελευταίοι εκχωρούν στη Ψ1 το εταιρικό τους μερίδιο στην αναιρεσείουσα εταιρία, λαμβάνουν την εισφορά τους στην εταιρία αυτή (αναιρεσείουσα) και δηλώνουν, κατά την αποχώρησή τους ότι εισέπραξαν το σύνολο των κερδών που τους ανήκαν και δεν έχουν ούτε διατηρούν κατά της αναιρεσείουσας απαίτηση από οποιαδήποτε αιτία και β) άλλα δύο έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκληση από την αναιρεσείουσα.

Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να απορριφθούν και δη η μεν πρώτη ως αβάσιμη, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο παραπάνω ισχυρισμός και το προς απόδειξη αυτού έγγραφο απορρίφθηκε από το Εφετείο, α) γιατί ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε και το προς απόδειξη αυτού έγγραφο προσκομίσθηκε για πρώτη φορά κατά την μετ΄ απόδειξη στον πρώτο βαθμό συζήτηση χωρίς να συντρέχουν οι κατ΄ άρθρο 269 Κ.Πολ.Δικ.

προϋποθέσεις πρότασης του ισχυρισμού αυτού για πρώτη φορά στη συζήτηση αυτή, η δε κρίση αυτή του Εφετείου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου και β) γιατί ο ισχυρισμός αυτός είναι αντιφατικός κατά την έννοια του άρθρου 116 Κ.Πολ.Δικ., προς τον ισχυρισμό περί εικονικότητας της συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στην αναιρεσείουσα εταιρία.

Το δε επάλληλο αυτό έρεισμα απόρριψης του ισχυρισμού αυτού ως απαραδέκτου, δεν πλήττεται με βάσιμο λόγο αναιρέσεως. Η δε δεύτερη αιτίαση, ως αόριστη διότι δεν γίνεται κάποιος ιδιαίτερος προσδιορισμός των δύο τελευταίων εγγράφων ώστε να καθίσταται δυνατή η διαπίστωση περί ποίων εγγράφων πρόκειται και του ισχυρισμού για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν.

Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται και η από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο το παραπάνω έγγραφο για την απόδειξη του ισχυρισμού της εικονικότητας της συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στην αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία παρά το ότι η άναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί το έγγραφο αυτό με τις προτάσεις της πρωτόδικης μετ' απόδειξη συζήτησης και επανέλαβε στο Εφετείο την επίκληση του εγγράφου αυτού προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού της εικονικότητας.

Και η αιτίαση όμως αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε με την υπ΄ αριθ. 5822/2004 οριστική απόφασή του ότι το επίμαχο έγγραφο δεν λαμβάνεται υπόψη και γιατί υπογράφηκε από τον αναιρεσίβλητο μετά από αίτημα της αναιρεσείουσας για να χρησιμοποιηθεί από αυτή για φορολογικούς λόγους.

Το επάλληλο δε αυτό έρεισμα της απόφασης αυτής για μη λήψη υπόψη του εγγράφου αυτού προς απόδειξη του παραπάνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, για εικονικότητα της συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στην αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία, δεν επλήγη από την αναιρεσείουσα με βάσιμο λόγο έφεσης, ούτε πλήττεται απ΄ αυτή με βάσιμο λόγο αναιρέσεως.

Ενώ εξ άλλου το παραπάνω έγγραφο δεν θεωρείται νέο αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δικ. τόσο για το λόγο αυτό, ότι δηλαδή απεκρούσθη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με επάλληλη αιτιολογία, η οποία δεν επλήγη με ίδιο λόγο έφεσης ή αναίρεσης, όσο και γιατί η περί απαραδέκτου κρίση του Εφετείου λόγω μη επίκλησης και προσαγωγής του στην πρώτη, στον πρώτο βαθμό συζήτησης, δεν είναι, όπως προαναφέρθηκε, εσφαλμένη, αφού απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος έφεσης και δεν πλήττεται η απόφαση του Εφετείου επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2006 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", μετονομασθείσας σε "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...." για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 378/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ