Legislator Case Law & Legislation
696/2006 AI generated

Supreme Court quashes lower court decision for failure to assess lawyer fee agreement evidence properly.

Case Number 696/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding lawyer fees. The appellant argued the lower court erred by failing to properly evaluate evidence of a fee agreement, while the respondent contended the court correctly assessed the contract terms. The court found the lower court committed a procedural error by not adequately considering relevant documentary evidence when determining the fee obligation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must quash a lower court decision if the court failed to properly evaluate evidence relevant to the determination of a substantive issue, thereby committing a procedural error that affects the final judgment.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure procedural error lawyer fee agreement evidence assessment appeal admissibility substantive review retrial order

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 92(1) of the Lawyers Code
Article 92(3) of the Lawyers Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 696 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 696/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Λ. - Ν. χήρας Ν. Κ., το γένος Ν. και Α. Γ., κατοίκου…. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καρπαθάκη - Δανιήλ. Του αναιρεσίβλητου: Σ. Δ. Κ., δικηγόρου, κατοίκου…, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πατεριανάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Δεκεμβρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32501/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-2-2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 12 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος κατά το δεύτερο και το τρίτο μέρος του και τέταρτος λόγοι και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, που δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένη πλημμέλεια του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, δέχτηκε ότι αποδείχτηκε η αναφερόμενη στην ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου δικηγόρου σύμβαση, με την οποία η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει αμοιβή ύψους 2.000.000 δρχ.

για τη σύνταξη σχεδίου εργολαβικής σύμβασης και συγγραφής υποχρεώσεων, προκειμένου να ανατεθεί η ανοικοδόμηση ακινήτου, του οποίου ήταν αυτή συγκυρία, σε εργολάβο κατά το σύστημα της αντιπαροχής, καθώς και την επιμέλεια για την αποδοχή της κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα της ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αφού πλήττει την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου για τα ως άνω πραγματικά γεγονότα.

Επειδή η κατά το άρθρο 92 παρ.1 του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) σύμβαση του δικηγόρου με τον εντολέα περί του ύψους της αμοιβής του διαφέρει από την κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου σύμβαση εργολαβίας κατά το ότι στη δεύτερη περίπτωση η γέννηση του δικαιώματος της αμοιβής του δικηγόρου εξαρτάται από το αποτέλεσμα τη δίκης ή της εργασίας ή από άλλη αίρεση έτσι ώστε, σε περίπτωση τελεσίδικης αποτυχίας της δίκης ή αποτυχίας της εργασίας ή μη πληρώσεως της αιρέσεως, ο δικηγόρος να μην δικαιούται αμοιβή.

Η αναβλητική αίρεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτήθηκε με τη σύμβαση η υποχρέωση του εντολέα προς πληρωμή της αμοιβής, δηλαδή το απαιτητό αυτής, δεν μεταβάλλει τη σύμβαση του δικηγόρου με τον εντολέα σε σύμβαση εργολαβίας. Δεν υπάρχει, επίσης, σύμβαση εργολαβίας δίκης και δεν ισχύουν οι σχετικές διατάξεις, όταν με τη συμφωνία επιφυλάχθηκε, και για την περίπτωση αποτυχίας, δικαίωμα αμοιβής είτε στο δικηγόρο τον ίδιο είτε στον υποκατάστατο που διορίζει αυτός, γιατί τούτο αναιρεί την έννοια και το σκοπό της εργολαβίας δίκης (ΑΠ451/2000,737/1998,1126/1987).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν ναι μεν μνημονεύεται στην απόφαση το αποδεικτικό μέσο, πλην όμως η ειδική αυτή μνεία σχετίζεται αποκλειστικά με ορισμένο ισχυρισμό, ενώ από το περιεχόμενο της αποφάσεως υπάρχουν αμφιβολίες αν το ίδιο αποδεικτικό μέσο έχει ληφθεί υπόψη για την απόδειξη άλλου ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 74/19940).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων και τα εξής: Κατά το έτος 1989 συνήψε με την εναγομένη - αναιρεσείουσα προφορικώς σύμβαση, με την οποία ανέλαβε αυτός την υποχρέωση να συνεχίσει τη δίκη επί της από 18-11-1985 αγωγής περί κλήρου, που είχε ασκήσει η δεύτερη δι' άλλου πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της μητέρας και των αδελφών της και επί της οποίας είχε ήδη εκδοθεί η υπ' αριθ. 51/1987 Πράξη του εν λόγω Δικαστηρίου.

Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε να καταβληθεί αμοιβή στον αναιρεσίβλητο, ανερχόμενη σε ποσοστό 15% επί της αξίας των αντικειμένων της κληρονομίας κατά την έκδοση τελεσίδικης αποφάσεως επί της αγωγής και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της δίκης, καθώς και τα έξοδα των παραστάσεών του. Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4371/1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και μετά από την άσκηση εφέσεως των εναγομένων, η υπ' αριθ.1868/1996 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με βάση δε την αξία των αντικειμένων της κληρονομίας (19.787.775 δρχ.) η αμοιβή του αναιρεσίβλητου για τη δίκη αυτή ανέρχεται στο ποσό των 2.968.166 δρχ., από το οποίο η αναιρεσείουσα του κατέβαλε 200.000 δρχ.

και του οφείλει ακόμη 2.768.166 δρχ. Περαιτέρω ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε στην αγωγή του ότι μετά την περάτωση της προαναφερόμενης δίκης συνέταξε και κατέθεσε κατ' εντολήν της αναιρεσείουσας κατά της μητέρας και των αδελφών της την υπ' αριθ. καταθέσεως 7367/1997 αγωγή διανομής, για την οποία συμφωνήθηκε να του καταβάλει αυτή ως αμοιβή ποσό 1.500.000 δρχ., ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της δίκης, και στην περίπτωση ακόμη συμβιβασμού και ότι η δίκη καταργήθηκε, αφού οι διάδικοι κατέληξαν σε συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, ύστερα από τις προσπάθειες του αναιρεσίβλητου, ο οποίος δικαιούται τη συμφωνηθείσα αμοιβή, μετ' αφαίρεση του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα ποσού των 150.000 δρχ., δηλαδή ποσό 1.350.000 δρχ.

Ακολούθως δε ζήτησε, μεταξύ άλλων, ο αναιρεσίβλητος να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει από τις ανωτέρω αιτίες συνολικό ποσό 4.118.166 δρχ. ( 2.768.166 + 1.350.000). Η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοδικείου, αρνήθηκε τη σύναψη των προαναφερομένων συμβάσεων, και αναφορικά με την πρώτη από αυτές, ισχυρίστηκε ότι για τη δίκη επί της περί κλήρου αγωγής είχε συμφωνήσει με τον αναιρεσίβλητο να του καταβάλει τη νόμιμη παράσταση, την οποία πλήρωνε κάθε φορά και κατά συνέπεια έχει εξοφλήσει την απαίτησή του.

Τον ισχυρισμό αυτό επανέφερε η αναιρεσείουσα νομίμως με τις προτάσεις που κατέθεσε και στο Εφετείο, επικαλέστηκε δε και προσκόμισε, προς απόδειξή του, την από 9-2-1999 επιστολή του αναιρεσίβλητου, ισχυριζόμενη ότι με την επιστολή αυτή ο τελευταίος δηλώνει προς αυτήν, ότι αδυνατεί να συνεχίσει τη δίκη επί της υπ' αριθ.

καταθέσεως 7367/1997 αγωγής διανομής και ότι θα πρέπει να αναθέσει την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο, αφού προηγουμένως καταβάλει στον ίδιο τη νόμιμη αμοιβή του για το μέχρι τότε χειρισμό της υποθέσεως αυτής. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι οι διάδικοι είχαν συνάψει μόνο την πρώτη από τις ανωτέρω συμβάσεις -για τη συνέχιση της δίκης επί της περί κλήρου αγωγής- και ότι κατά συνέπεια η αναιρεσείουσα όφειλε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο αμοιβή 2.768.166 δρχ., και ότι δεν είχε συναφθεί η δεύτερη σύμβαση που αφορούσε στην αγωγή διανομής για την πληρωμή του ποσού των 1.500.000 δρχ.

Στην κρίση για την έλλειψη συμφωνίας πληρωμής του τελευταίου αυτού ποσού κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση ύστερα από εκτίμηση και της ανωτέρω από 9-2-1999 επιστολής του αναιρεσίβλητου προς την αναιρεσείουσα, με την οποία, όπως δέχτηκε το Εφετείο, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε από την αυτήν να του καταβάλει τη νόμιμη και όχι τη συμφωνηθείσα αμοιβή για την αγωγή διανομής.

Όμως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, αναφορικά με την πρώτη σύμβαση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ανωτέρω επιστολή, από το περιεχόμενο της οποίας μπορεί να συναχθεί ισχυρό δικαστικό τεκμήριο προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, ότι κατά το χρόνο που τη συνέταξε και την απέστειλε ο αναιρεσίβλητος προς την αναιρεσείουσα, η τελευταία όφειλε να καταβάλει σ' αυτόν και το ποσό των 2.768.166 δραχμών δρχ.

από τη σύμβαση για την περί κλήρου αγωγή, ενόψει του γεγονότος ότι στην εν λόγω επιστολή, η οποία συντάχθηκε και παραδόθηκε στην αναιρεσίβλητη τρία περίπου έτη αφότου περατώθηκε τελεσιδίκως η δίκη επί της αγωγής εκείνης και κατέστη, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η σχετική αμοιβή του, δεν γίνεται μνεία για οποιαδήποτε άλλη προγενέστερη οφειλή της αναιρεσείουσας προς αυτόν.

Η αμφιβολία αυτή δεν αίρεται από τη ρητή μνεία της επιστολής στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η μνεία αυτή γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την απόκρουση του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου για τη συμφωνία περί καταβολής αμοιβής για την αγωγή διανομής. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, κατά το βάσιμο περί αυτού τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 147/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ