Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of bank's claim regarding interest capitalization errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's order for payment, finding the appellate court erred in its legal reasoning. The bank argued that the defendant failed to specify exact amounts for illegal interest capitalization, making the debt calculation impossible to verify. The court held that the appellate court incorrectly rejected the appeal arguments and failed to declare the appeal inadmissible due to vagueness, necessitating a remand for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must examine substantive appeal arguments regarding the clarity of debt calculations and cannot simply reject them without declaring them inadmissible if the facts allow for verification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 695 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 695/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" (Τράπεζα Γιούρομπανκ Εργκαζίας Ανώνυμη Εταιρεία) και τον διακριτικό τίτλο "Εurobank Ergasias", (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ E.F.G. EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ",) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου - Αλμπανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Λαλούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-08-2014 ανακοπή και τους από 20-01-2015 προσθέτους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-03-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη, με την από 26.8.2014 ανακοπή της και για τους περιεχόμενους σ' αυτήν έξι (6) λόγους, καθώς και με τους από 20.1.2015 τέσσερις (4) πρόσθετους λόγους ανακοπής, που απευθύνονταν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, ζήτησε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 105/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του εν λόγω Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε βάρος της κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας, βάσει της αναφερόμενης συμβάσεως τοκοχρεωλυτικού δανείου, με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει στην τελευταία το ποσό των 584.160,04 ελβετικών φράγκων, με την επίσημη ισοτιμία ελβετικού φράγκου - ευρώ κατά το χρόνο καταβολής, εντόκως με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων από την επομένη της επίδοσης της καταγγελίας (από 14.5.2014), πλέον δικαστικών εξόδων.
Η ανακόπτουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, με τους λόγους της ανακοπής της, "κατ' ορθή εκτίμηση αυτών" από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 142/2015 οριστική απόφασή του, "μεταξύ άλλων, αμφισβητεί το ύψος της απαίτησης που υποχρεούται να καταβάλει στην καθ' ης (ήδη αναιρεσείουσα), ισχυριζόμενη ότι έχει γίνει μετακύλιση σε βάρος της, της εισφοράς του ν. 128/1975, με την οποία επιβαρύνεται η καθ' ης, και ότι το ποσό της εισφοράς αυτής κεφαλαιοποιούνταν και ανατοκίζονταν παράνομα, καθώς και ότι ο όρος της συμβάσεως που επιτρέπει τον ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, είναι άκυρος ως καταχρηστικός".
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του, αφού έκρινε ορισμένο, χωρίς αιτιολογία, τον εξετασθέντα αυτό λόγο ανακοπής, απορρίπτοντας, σιωπηρά, την προταθείσα από την αναιρεσείουσα-καθ' ης η ανακοπή ένσταση αοριστίας αυτού, ακολούθως τον έκρινε νόμιμο και κατ' ουσίαν βάσιμο και, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε στο σύνολό της την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, γιατί, όπως, ειδικότερα, δέχθηκε, "η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα, αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαιτήσεως, αφού στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων, που προσκομίστηκαν από την καθ' ης, δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους της εγγραφής αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης στο λογαριασμό των ποσών της εισφοράς στα ποσά των τόκων, με παραπέρα συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθ' ης", χωρίς, περαιτέρω, να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους της ανακοπής και τους πρόσθετους λόγους αυτής, καθώς έκρινε ότι είχε ήδη ικανοποιηθεί το αίτημά της για ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής.
Το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που δίκασε την από 29.9.2015 έφεση της καθ' ης η ανακοπή-αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 10/2019 απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους της έφεσης, με τους οποίους η ήδη αναιρεσείουσα, παραπονούνταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο α) απέρριψε (σιωπηρά), την προταθείσα ένστασή της περί αοριστίας της ανακοπής, που συνίστατο στο ότι η ανακόπτουσα/αναιρεσίβλητη αμφισβητούσε γενικώς την ορθότητα του λογαριασμού και το ύψος της απαίτησης, χωρίς να προσδιορίζει στο δικόγραφο της ανακοπής "ποιο θα ήταν κατ' αυτήν το νόμιμα επιτασσόμενο ποσό της οφειλής της και ποιο το μη νόμιμο ούτε γίνεται οποιοσδήποτε άλλος προσδιορισμός των ποσών των κατά την άποψή της παράνομων χρεώσεων του λογαριασμού της" και β) έκανε δεκτή την ανακοπή της αναιρεσίβλητης, δεχόμενο ότι η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 δεν ήταν νόμιμη και επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού, το οποίο δεν κατέστη εκκαθαρισμένο, επιπλέον δε έκρινε και ότι η συμφωνία ελευθερώσεως της τράπεζας από την υποχρέωσή της προς απόδοση της εν λόγω εισφοράς είναι αιτιώδης και απαιτείται να προβλέπεται από τη σχετική σύμβαση η αιτία απαλλαγής της τράπεζας, άλλως είναι άκυρη, συνακόλουθα δε, απέρριψε την έφεση στο σύνολό της, χωρίς να εξετάσει, μετά ταύτα, τους λοιπούς, μη ερευνηθέντες πρωτοδίκως, λόγους της ανακοπής και τους πρόσθετους λόγους αυτής, που επαναφέρθηκαν στην κατ' έφεση δίκη, επικουρικά, με τις από 17.9.2018 προτάσεις της ανακόπτουσας/αναιρεσίβλητης, για την περίπτωση, δηλαδή, παραδοχής της έφεσης της αναιρεσείουσας, για το λόγο ότι παρείλκε η έρευνα αυτών, ως άνευ αντικειμένου.
Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά το σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως.
Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του.
Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξεως σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.
Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.
Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγορεύσεως μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο διότι, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.
Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτάτο από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζόμενου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από το ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.
Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτόν. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.
Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τοιαύτης νοουμένης της θεσπίσεως ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου συμβάσεως πιστώσεως, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, διότι δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.
Εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό τους και λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020, ΑΠ 368/2019). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό και αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης έχουν ικανοποιηθεί και, κατά συνέπεια, η σχετική ρήτρα είναι έγκυρη (ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 368/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 217, 583, 585, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι λόγοι της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να είναι δυνατόν ο μεν καθ' ου η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας.
Οι πιο πάνω λόγοι μπορούν να αφορούν είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του ίδιου Κώδικα, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα αυτής (διαταγής πληρωμής), με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή ενστάσεις.
Γι' αυτό, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1071/2017).
Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και, συνεπώς, δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005).
Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Επίσης, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται δια του λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008).
Μέσω του παρόντος λόγου ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ένδικων μέσων (ΑΠ 371/2008), των πρόσθετων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των πρόσθετων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 374/2019, ΑΠ 2081/2018, ΑΠ 1078/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "...Η εκκαλούσα [ήδη αναιρεσίβλητη] με τους συναφείς λοιπούς λόγους της εφέσεως πλήττει την παραδοχή της εκκαλούμενης:
α) περί παράνομης μετακύλισης της εισφοράς του ν. 128/1975, β) λόγω μη αναφοράς στη σύμβαση της αιτίας επιδόσεως και γ) παράνομου εκτοκισμού και ανατοκισμού της άνω εισφοράς. [...] οι λόγοι αυτοί της εφέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθώς από τον συνδυασμό της συμβάσεως με τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίστηκαν κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης με την ανακοπή διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι στην επίδικη σύμβαση περιέχεται στον όρο 4.1 η επιβάρυνση της ανακόπτουσας με την εισφορά του ν. 128/1975.
Από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων, που τέθηκαν υπόψη της Δικαστή για την απόδειξη της απαιτήσεως από τη σύμβαση πιστώσεως, προκύπτει ότι η καθ' ης κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/1975 κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως και ανατόκιζε τα ποσά της (αφού στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους (εκτοκισμός) περιέχοντες και ποσά εισφοράς του ν. 128/1975, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο υπολόγιζε νέους τόκους περιέχοντες και εισφορά.
Ο παράνομος αυτός εκτοκισμός και ανατοκισμός των ποσών της εισφοράς γίνεται με την ενσωμάτωσή τους στο επιτόκιο υπολογισμού των πάσης φύσεως τόκων. Επομένως, ως προς το ποσό της απαίτησης για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν προκύπτει από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ' ης τράπεζας που προσκομίστηκαν, το σύνολο της οφειλής, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στο λογαριασμό ποσών της εισφοράς του ν. 128/1975 και του ανατοκισμού αυτών.
Η ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την αποδεικτικότητα με έγγραφα, αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαιτήσεως, αφού στο απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων που προσκομίστηκαν από την καθ' ης δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους ποσών, αφενός λόγω του είδους της εγγραφής αφετέρου λόγω της ενσωμάτωσης στον λογαριασμό των ποσών της εισφοράς στα ποσά των τόκων, με παραπέρα συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού του πραγματικού ποσού της οφειλής και αντίστοιχα της απαίτησης της καθ' ης.
Εξάλλου, τόσο με το προϊσχύον (άρθρ. 8 περ. 6 του ν. 1083/1980 και υπ' αριθμ. 289/1980 απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής) όσο και με το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (ν. 2601/1998, άρθρ. 12 ν. 2789/2000, άρθρ. 30, ν. 2912/2001, άρθρ. 42 και ν. 3259/2004, άρθρ. 39) ο ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι επί φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών.
Στην περίπτωση δε αυτή δεν αρκεί να αναγράφεται στη σύμβαση ότι ο καταναλωτής βαρύνεται με την εισφορά του ν. 128/1975, αλλά πρέπει να αναφέρεται επί ποιου ποσού υπολογίζεται το ποσοστό της εισφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως προκύπτει το ποσό επί του οποίου υπολογίζεται κάθε φορά η εισφορά και συνεπώς δεν αποδεικνύεται κατά ποιο ποσό επενήργησε ο παράνομος ανατοκισμός στο πληττόμενο με την παρούσα συνολικό ύψος της οφειλής, ούτε η ακριβής απαίτηση της καθής η ανακοπή.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη δέχθηκε τα ίδια ορθά το νόμο εφάρμοσε και συνεπώς οι τ' αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι της εφέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3 του ν. 128/1975 (σε συνδ. με άρθ. 174 ΑΚ), 293 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ και 12 του ν. 2601/1998, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, αφού η μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 ήταν νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.
α' του ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Περαιτέρω, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο ως άνω λόγος ανακοπής ήταν και αόριστος, διότι η ανακόπτουσα-αναιρεσίβλητη αμφισβήτησε γενικώς την ορθότητα του λογαριασμού και το ύψος της απαιτήσεως, χωρίς να προσβάλει συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού και χωρίς να προσδιορίζει είτε τα συγκεκριμένα ποσά, με τα οποία επιβαρύνθηκε από τον, παράνομο κατά την άποψή της, ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, ώστε με τον υπολογισμό και τη συνάθροιση των επιμέρους κονδυλίων να προκύπτει το συνολικό υπερβάλλον ποσό, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού της, του οποίου και φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής της, όπως αυτό θα ήταν αν δεν είχε λάβει χώρα ο εν λόγω ανατοκισμός, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του επιδικασθέντος με τη διαταγή πληρωμής ποσού και η ακύρωση, σε περίπτωση που ο λόγος ήθελε κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος, αφού, όπως εκτέθηκε, ακόμη και σε περίπτωση ενσωματώσεως στο κεφάλαιο της απαιτήσεως παράνομων ανατοκισμών δεν θίγεται η βεβαιότητα της απαιτήσεως ούτε καθίσταται ανεκκαθάριστη αυτή, αλλά συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττεται αυτή στο σύνολό της, όπως εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας, αφενός μεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφετέρου δε, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας του ανωτέρω λόγου ανακοπής, και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθώς και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον άνω λόγο της ανακοπής λόγω αοριστίας, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή από αυτόν που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ώστε να ερευνηθούν οι λοιποί, μη εξετασθέντες, λόγοι της από 26.8.2014 ανακοπής και οι από 20.1.2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί δε η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) στην καταθέσασα αυτό και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που έχει υποβάλει προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 10/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Μονομελές Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλο δικαστή, από αυτόν που δίκασε.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ