Supreme Court dismisses appeal against commercial agency contract judgment regarding improper set-off claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Third Instance Court of Larissa's decision regarding a commercial agency contract dispute. The appellants argued that the lower court erred by failing to consider a counter-claim for set-off based on a 20% commission agreement, which they claimed constituted a legal fee rather than an agency commission. The court ruled that the underlying obligation was an agency commission, not a legal fee, rendering the set-off claim inadmissible and the appeal baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 and 573(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal is inadmissible when the lower court correctly refused to examine an improper counter-claim for set-off because the underlying obligation does not constitute a legal fee.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 695 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 695/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Τ. του Μ..., κατοίκου Λάρισας, 2) Θ... Κ... του Ν..., κατοίκου Λ.... και 3) Μ... Τ... του Ν..., κατοίκου Λ...ς. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 29-1-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Λ... - Β. Κ... ΑΒΕΕ" και τον διακριτικό τίτλο "S... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τέλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 10-10-2013 ανταγωγή - προτάσεις της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 203/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-1-2018 αίτησή τους και τους από 17-7-2018 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αίτηση αναιρέσεως και το από 17.7.2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αυτής ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτά και πρέπει να συνεκδικαστούν (άρθρο 246 σε συνδυασμό με άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω.
Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και με την οποία ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη μέριμνα των υποθέσεών του για ορισμένη εδαφική περιοχή, η οποία (μέριμνα) συνίσταται στη διαπραγμάτευση και στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενού.
Περαιτέρω, στο άρθρο 6 παρ.1 και 2α του π.δ/τος 219/1991, όπως οι παρ. αυτές αντικαταστάθηκαν με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 4 του π.δ/τος 312/1995, ορίζονται τα εξής: "Για την εμπορική πράξη, που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια:
α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβασή του ή β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη ή γ) αν είναι αρμόδιος για ένα καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μία καθορισμένη ομάδα προσώπων και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτόν τον τομέα ή σε αυτήν την ομάδα" (παρ.1) και "Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός "αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθειας εάν η πράξη οφείλεται κυρίως στη δραστηριότητα που αυτός ανέπτυξε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και έχει συναφθεί μέσα σε εύλογη προθεσμία από τη λύση αυτής της σύμβασης" (παρ. 2α).
Για το ορισμένο της αξιώσεως του οφείλει ο εμπορικός αντιπρόσωπος να εκθέτει στο δικόγραφο της αγωγής τα στοιχεία της δραστηριότητάς του που οδήγησαν στη σύναψη της εμπορικής πράξεως μεταξύ του αντιπροσωπευόμενου και του τρίτου και να περιγράφει τα στοιχεία της εν λόγω πράξεως. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται η αναιρετική από το άρθρο 559 αριθ. 14 (κατ' ορθή εκτίμηση και όχι από τον αριθμό 1) αιτίαση, με την έννοια ότι το Εφετείο εσφαλμένα (απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα αγωγικά κονδύλια για την καταβολή οφειλόμενων προμηθειών για επιβεβαιωθείσες πωλήσεις που εκτελέστηκαν την περίοδο Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011, ποσού 18.708,30 ευρώ, 6.568,20 ευρώ και 6.494,40 ευρώ, αντίστοιχα, που αυτοί παραδεκτά είχαν προτείνει πρωτοδίκως και κατ' έφεση, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, που υπόκειται σε επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προς θεμελίωση του αιτήματος των, προς καταβολή αμοιβής από προμήθειες, κατά το άρθρο 6 παρ.1 και 2α του π.δ/τος 219/1991,ισχυρίστηκαν ότι"... εκτέλεσαν κανονικά τα καθήκοντά τους και τις υποχρεώσεις τους και πήραν τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2010 όλες τις παραγγελίες από τους πελάτες και τις διαβίβασαν στην εναγόμενη προς εκτέλεση.
Οι παραγγελίες αυτές επιβεβαιώθηκαν από την εναγόμενη και εκτελέστηκαν μέχρι την άσκηση της παρούσας αγωγής δια της αγοράστριας του σήματος εταιρείας. Δηλαδή η εναγόμενη κατασκεύασε τα ενδύματα, τα οποία στη συνέχεια παρέδωσε στη Φράγκος Α.Ε., η οποία και τα πώλησε δυνάμει εσωτερικής μεταξύ τους συμφωνίας.
Αν δεν χωρούσε η ξαφνική καταγγελία της σύμβασης, η εναγόμενη θα εισέπραττε το τίμημα πώλησης και οι ενάγοντες θα εισέπρατταν τη συμφωνηθείσα προμήθεια, που τώρα απώλεσαν. Οι προμήθειες, που οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν για τη διαμεσολαβητική τους δραστηριότητα, αφού τίποτε άλλο για την ολοκλήρωση των συναλλαγών αυτών δεν απέμεινε από την εκτέλεσή τους, προκύπτουν από την περιλαμβανόμενη στην αγωγή κατάσταση, διαλαμβάνουσα τις παραγγελίες ανά πελάτη από την οποία προκύπτει η οφειλομενη προμήθεια για κάθε ενάγοντα".
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως προς το εν λόγω κεφάλαιο της αγωγής τα ακόλουθα: "...Πρέπει να απορριφθεί ως αόριστο, καθώς οι ενάγοντες περιορίζονται στην παράθεση ενός πίνακα με ονοματεπώνυμα πελατών και τα συνολικά (στρογγυλοποιημένα) ποσά των παραγγελιών ανά πελάτη, χωρίς να εξειδικεύουν περαιτέρω τις πωλήσεις συγκεκριμένων προϊόντων σε συγκεκριμένους πελάτες και τις αξίες των εμπορευμάτων που παραγγέλθηκαν από τον κάθε πελάτη και τους χρόνους παραγγελίας τούτων, από τις οποίες να προκύπτουν οι αιτούμενες προμήθειες, στοιχεία που είναι αναγκαία για την πληρότητα του αγωγικού δικογράφου ως προς το παραπάνω κονδύλιο".
Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο όχι παρά το νόμο απέρριψε τα ως άνω κονδύλια ως αόριστα, εφόσον μόνη η παράθεση του πίνακα με τα ονοματεπώνυμα των πελατών τους και τα στρογγυλοποιημένα ποσά των παραγγελιών ανά πελάτη χωρίς εξειδίκευση των πωλήσεων συγκεκριμένων προϊόντων με τις αντίστοιχες τιμές των, ανά πελάτη, δεν καθιστά ορισμένη την αξίωσή τους για την επιδίκαση της αιτούμενης προμήθειας.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Για να είναι η αίτηση αυτή ορισμένη πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ειδικώς τα έγγραφα των οποίων ζητείται η επίδειξη. Πρέπει να προσδιορίζεται το έγγραφο του οποίου ζητείται η επίδειξη και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του, το οποίο πρέπει να είναι πρόσφορο για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού, να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, η εντεύθεν δε αοριστία δεν μπορεί να αναπληρωθεί από το λόγο ότι κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ο διάδικος μπορεί ή πρέπει να κατέχει το έγγραφο αυτό και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος(ΑΠ414/2016,ΑΠ 808/2015).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η αναιρετική από το άρθρο 559 αριθ. 14 αιτίαση, με την έννοια ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το αίτημα περί της επιδείξεως εγγράφων που αυτοί παραδεκτά είχαν προτείνει πρωτοδίκως και κατ' έφεση, ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας.
Από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το αίτημα επιδείξεως εγγράφων, προβλήθηκε με το δικόγραφο της αγωγής, το οποίο είχε το εξής κατά λέξη περιεχόμενο: "Επειδή καθένας από τους ενάγοντες για την απόδειξη και επιβεβαίωση των αγωγικών του αιτημάτων και ισχυρισμών δικαιούται να ζητήσει από την εναγομένη να επιδείξει, άλλως να προσκομίσει: 1) Αντίγραφα εκκαθαριστικών προμηθειών των ετών 2006 έως 2008 και των ετών 2008 έως 2010 όσον αφορά τον τρίτο ενάγοντα και 2) Αντίγραφο των παραγγελιών (συμπεριλαμβανομένων και των επαναληπτικών) που εκτελέστηκαν το 2011 είτε από την ίδια είτε από την εταιρεία Φράγκος Α.Ε.".
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν με σαφήνεια τα έγγραφα- αντίγραφα παραγγελιών των οποίων ζητείται η επίδειξη και το περιεχόμενο τους, ούτε αναφέρουν, ποιος συγκεκριμένα τα κατέχει. Κατά το μέρος του λόγου αναίρεσης, που επιχειρείται στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη σε παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 450 § 2 και 451 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι οι διατάξεις αυτές δεν φέρουν το χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου αλλά αμιγώς δικονομικού και δεν ελέγχονται αναιρετικά (ΟλΑΠ21/1994, ΑΠ370/2014, ΑΠ30/1996).
Κατά τα λοιπά, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, δεχθείσα τα ίδια, απέρριψε το λόγο έφεσης με τον οποίο υποβάλλονταν παράπονο για την απόρριψη του αιτήματος επίδειξης εγγράφων, δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο. Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι η ικανοποίηση του αιτήματος των για την επίδειξη των ως άνω εγγράφων ήταν αναγκαία, προκειμένου να είναι σε θέση αυτοί να καταστήσουν ορισμένο το αίτημά τους για τις οφειλόμενες προμήθειες που εκτελέστηκαν την άνοιξη-καλοκαίρι 2011, είναι αβάσιμος, εφόσον οι ίδιοι, ως εμπορικοί αντιπρόσωποι της αναιρεσίβλητης, είχαν ή όφειλαν να έχουν στην κατοχή τους όλα τα απαιτούμενα έγγραφα για τη θεμελίωση της σχετικής αξιώσεώς τους.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, πλέον του ότι το αίτημα αυτό κατέστη αλυσιτελές μετά την απόρριψη των ως άνω αγωγικών κονδυλίων ως αορίστων.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού απέρριψε την από 30.6.2014 έφεση των δευτέρου και τρίτου των εναγόντων-εκκαλούντων, δέχθηκε από ουσιαστική άποψη την έφεση του πρώτου ενάγοντος-εκκαλούντος ως προς το κεφάλαιο της από 1-7-2011 αγωγής και την από 14.10.2014 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας, ως προς τα κεφάλαια της ανταγωγής ως προς τον πρώτο αντεναγόμενο, την οποία απέρριψε στη συνέχεια ως αόριστη και της ένστασης συμψηφισμού, που πρότεινε η εναγομένη^ ως προς όλους τους ενάγοντες, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την ένδικη αγωγή εν μέρει ως αόριστη και εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατ' αποδοχή της ένστασης συμψηφισμού που πρόβαλε η εναγομένη ως προς τον πρώτο ενάγοντα, ενώ την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τις απαιτήσεις των δεύτερου και τρίτου των εναγόντων, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη- εναγομένη να καταβάλει στο δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 47.945,98 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 46.232,33 ευρώ, τα ποσά δε αυτά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Τα άρθρα 440 και 441 Α.Κ., που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι "Συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.
Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν.
Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.
Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.
Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 Α.Κ.) (ΑΠ 486/2016). Η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεώς τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής.
Όπως συνάγεται δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεώς τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 1057/2019,ΑΠ 84/2019).
Με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αναιρετική από το άρθρο 559 αριθ. 14 (κατ' ορθή εκτίμηση και όχι από τον αριθμό 8) αιτίαση, με την έννοια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκανε δεκτή την ένσταση συμψηφισμού που πρόβαλε η αναιρεσίβλητη ως ορισμένη, ενώ ήταν αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των από 20-12-2016 και των προηγούμενων από 18-11-2015 εγγράφων προτάσεων της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή προς θεμελίωση της ένστασης συμψηφισμού ανταπαιτήσεως της κατά του πρώτου ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος από διαδοχικές πωλήσεις παιδικών ενδυμάτων συνολικού ποσού 262.474,54 ευρώ, την οποία (αυτός) δεν αρνείται ολοσχερώς, αμφισβητώντας αορίστως το ύψος του ποσού, χωρίς να προσδιορίζει το κατά την άποψή του λιγότερο οφειλόμενο ποσό, παραθέτει με λεπτομέρεια τα είδη των προϊόντων, ποσότητες, τιμή για κάθε τιμολόγιο, ημερομηνία έκδοσης και το συνολικό ποσό. Κατά συνέπεια, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια και έκρινε ορισμένη την ένσταση συμψηφισμού, όχι παρά το νόμο την εκτίμησε ως ορισμένη, όσα δε υποστηρίζει ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων με τον ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμα.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη την ως άνω ένσταση απαραδέκτου, είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο την έλαβε υπόψη και την απέρριψε εκ των πραγμάτων, με το να δεχθεί τα αντίθετα, ότι δηλαδή η ένδικη ένσταση συμψηφισμού ήταν ορισμένη.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 12/2016, Ολ.Α.Π.7/2006).
Κατά την έννοια, δε, του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ,με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε, (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006). Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 1180/2017).
Ελλείψεις, όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 326/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το υπό στοιχ. Β' σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών ουσιαστικών διατάξεων και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ένσταση συμψηφισμού, και κατόπιν της παραδοχής αυτής, απορριπτέα την ένδικη αγωγή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχτηκε ότι ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει στην εναγομένη - αναιρεσίβλητη το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσό των 262.474,54 ευρώ, προερχόμενο από τίμημα διαδοχικών συμβάσεων πώλησης σ' αυτόν των προϊόντων της (παιδικών ενδυμάτων). Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την αγωγική αξίωση του πρώτου ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και την υποβληθείσα από την εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ένσταση συμψηφισμού, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Σχετικά με την ως άνω ένσταση (συμψηφισμού) αποδείχθηκε ότι η εναγομένη με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως που έγιναν μεταξύ αυτής και του πρώτου ενάγοντος παρέδωσε σ' αυτόν παιδικά ρούχα, προς τούτο (δε) εξέδωσε τα κάτωθι επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εναγομένη τιμολόγια συνολικού ύψους 262.474,54 ευρώ, τα οποία δεν έχουν εξοφληθεί και στα οποία αναφέρονται η ημερομηνία έκδοσής τους, η αιτία, το συνολικό τους ποσό και το ποσό το οποίο παραμένει ανεξόφλητο και η ακριβής ημερομηνία εκάστου κατά την οποία κατέστη ληξιπρόθεσμο έκαστο εξ αυτών, ήτοι 40 ημέρες από την έκδοσή του.
Ειδικότερα, εξέδωσε τα κάτωθι τιμολόγια... (αναφέρονται τα σχετικά παραστατικά, η αιτία έκδοσης, η χρέωση και η ημερομηνία ληξιπροθέσμου). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο πρώτος ενάγων οφείλει στην εναγομένη το συνολικό ποσό των 262.474,54 ευρώ. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω η ένσταση συμψηφισμού που πρότεινε η εναγομένη κατά του πρώτου ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη...
Συνεπώς κατά τα ανωτέρω η αγωγή του πρώτου ενάγοντος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, γενομένης δεκτής της ένστασης συμψηφισμού που πρόβαλλε η εναγομένη...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο έκανε δεκτή την ένσταση συμψηφισμού και απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ, ούτε στις πραγματικές παραδοχές του όφειλε να διαλάβει όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, περιστατικά περί εργολαβικής αμοιβής και εκχώρησης αυτής από τον εντολέα, πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα προς την εντολοδόχο δικηγορική εταιρεία " Δ.
Κ.... και Συνεργάτες", ώστε να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης εφαρμογής των ίδιων παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων. Άλλωστε δεν προκύπτει ούτε ευθέως παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, διά της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, ούτε εκ πλαγίου παράβαση αυτών, διά της ατελούς περιγραφής κρίσιμων πραγματικών περιστατικών περί εκχώρησης του εργολαβικού ανταλλάγματος.
Ακολούθως διέλαβε σαφείς, πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, καθόσον διαλαμβάνει με πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η προταθείσα σε συμψηφισμό ανταπαίτηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και ότι είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, κατά το χρόνο που προτάθηκε σε συμψηφισμό.
Δεν συνιστά δε έλλειψη αιτιολογίας, όπως διατείνεται ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων, το ότι το Εφετείο δεν διέλαβε σκέψη για την τύχη του υπολοίπου της ανταπαίτησης, που δεν αντιστοιχεί στην απαίτηση που αποσβέννυται με το συμψηφισμό. Τούτο δε διότι οι έννομες συνέπειες της ένστασης συμψηφισμού που ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 441 ΑΚ είναι η απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων κατά το μέρος που καλύπτονται..
Η τύχη δε του μέρους του υπολοίπου της ανταπαίτησης που δεν καλύπτεται από την ανταπαίτηση, δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής δίκης. Επομένως ο υπό στοιχ. Β' σκέλος του, λόγος, με τον οποίο αποδίδονται αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110§2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997,ΑΠ1225/2004, ΑΠ 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005,ΑΠ 864/2003), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001,12/2000), και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988).
Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006, ΑΠ 1446/2003, ΑΠ 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο ( ΑΠ760/2004,ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1972/2007, ΑΠ 1274/1994) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (ΑΠ 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1995/2017, ΑΠ 1545/2017).
Από την επισκόπηση του δικογράφου των από 16.11.2015 εγγράφων προτάσεων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε ο πρώτος αναιρεσείων στο Εφετείο καθώς και με την από 25-11-2015 προσθήκη- αντίκρουση και όπως συμπληρώθηκε με την από 27-12-2016 συμπληρωματική προσθήκη αντίκρουση, προκύπτει ότι προς αντίκρουση της ένστασης συμψηφισμού που είχε προτείνει με τις έγγραφες προτάσεις της η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, πρότεινε ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσείων την αντένσταση ότι δεν είναι επιδεκτική συμψηφισμού η απαίτηση του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που απορρέει από το από 7-6-2011 εργολαβικό δίκης.
Ειδικότερα αναφέρει "Πριν από όλα πρέπει να επισημανθεί ότι είναι ανεπίδεκτη συμψηφισμού η απαίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου Δ. Κουτσούκη που ανέλαβε εργολαβικά με το από 7-6-11 εργολαβικό δίκης τη διεξαγωγή της δίκης και συμφωνήθηκε ως αμοιβή το ποσοστό οιοδήποτε συμψηφισμό..." Με βάση το ιστορικό αυτό η αντένσταση του πρώτου αναιρεσείοντος ήταν μη νόμιμη, διότι η εκχωρηθείσα από αυτόν απαίτηση δεν συνιστούσε δικηγορική αμοιβή έτσι ώστε να ισχύει το επικαλούμενο από τον ίδιο ακατάσχετο, αλλά αμοιβή αυτού από την παροχή των υπηρεσιών αντιπροσωπείας.
Η τελευταία ως άνω απαίτηση (από αντιπροσωπεία) εκχωρήθηκε μεν προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη κατά το επικαλούμενο ποσοστό του 20% χάριν εξοφλήσεως της οφειλής του από την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, πλην όμως η αιτία της ως άνω επαχθούς συμβάσεως εκχωρήσεως δεν μεταβάλει τη φύση της εκχωρηθείσας απαίτησης από απαίτηση δικαιωμάτων αντιπροσωπείας σε δικηγορική αμοιβή.
Εφ' όσον η προταθείσα ως άνω αντένσταση δεν ήταν νόμιμη, το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση, κατά τα προαναφερόμενα να απαντήσει επ' αυτής.. . Επομένως, ο δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος του κυρίως δικογράφου και οι πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη την ως άνω αντένσταση, την οποία με το δικόγραφο της αναίρεσης προσδιορίζει στο ποσό των 32.933,75 ευρώ, και με τους επικαλούμενους τόκους στο ποσό των 63.531,46 ευρώ, το οποίο απορρέει από τη σύμβαση εκχώρησης, που συνομολογήθηκε με το από 7-6-2011 εργολαβικό δίκης και αφορά την αμοιβή σε ποσοστό 20% επί του ποσού που θα επιδικαζόταν στον εντολέα του από την ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής, είναι αβάσιμος.
Συνακόλουθα τούτων, προερχόντως απαράδεκτοι είναι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου αποβαίνουν και αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απορριπτέοι, εφόσον επιχειρούν να στηρίξουν την αντένσταση ανεπίτρεπτου συμψηφισμού, την οποία πρόβαλε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατά της ένστασης συμψηφισμού, της εναγομένης αναιρεσίβλητης, η οποία ωστόσο, όπως προεκτέθηκε, ήταν μη νόμιμη.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η από 15.1.2018 αίτηση αναιρέσεως και οι από 17.7.2018 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθ. 203/2017 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταταθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176μ 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.1.2018 αίτηση και τους από 17.7.2018 πρόσθετους λόγους του Ν..... Τ.... του Μ...., Θ.... Κ.... του Ν....υ και Μ... Τ,,,,α του Ν...., για αναίρεση της υπ' αριθ. 203/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Σελίδα 14 της 695/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου