Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to cite specific substantive law or unexamined claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' final decision on June 13, 2019. The appellant raised general grounds for annulment under Article 559 of the Code of Civil Procedure without specifying which substantive laws were violated or which specific claims remained unexamined. The court ruled that such vague arguments are inadmissible because they fail to meet the statutory requirement for a precise legal error or unaddressed issue.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal request is inadmissible if it fails to specify the violated substantive law and the specific legal error, or if it does not identify the unexamined claim and its impact on the case outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 695 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 695 / 2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Μάριου Μπράμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ευρισκόμενης σε εκκαθάριση ενώσεως προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που είχε έδρα στην … και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Τσικρικά και Ιωάννη Νικολακόπουλου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1388/2008 μη οριστική και 235/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2782/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-2-2013 αίτησή του και τους 2-4-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 4-5-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999) Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αναλογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπηνται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Εν προκειμένω ο ενάγων, και ήδη αναιρεσείων με την από 5-12-2006 αγωγή, ισχυρίστηκε ότι απασχολήθηκε στην εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως ιπτάμενος χειρίστης αεροσκαφών, από 23-10-1972 έως 11-12-2003, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Ότι υπήχθη στην ασφάλιση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ταμείου.
Ότι κατά την αποχώρηση του από την υπηρεσία το εναγόμενο όφειλε να του αποδώσει εφάπαξ το κεφάλαιο (αξία) του ατομικού λογαριασμού (μερίδας) του, ως ασφαλισμένου μέλους, ο οποίος περιελάμβανε τις ατομικές εισφορές του ως μέλους, τις συνεισφορές του εργοδότη και την επενδυτική απόδοση του κεφαλαίου. Ότι το κεφάλαιο του ατομικού λογαριασμού του την 11-3-2003 ανερχόταν στο χρηματικό ποσό των 568.768 δολαρίων ΗΠΑ.
Ότι η ετήσια μέση επενδυτική απόδοση του κεφαλαίου του ανέρχεται σε 10,4%. Ότι το εναγόμενο του οφείλει τις επενδυτικές αποδόσεις Α) όλου του κεφαλαίου του για το έτος 2003, χρηματικού ποσού 55.910,70 δολαρίων ΗΠΑ και Β) τις αποδόσεις του χρηματικού ποσού των 41.738,10 δολαρίων ΗΠΑ (5% του κεφαλαίου των 568.758 δολαρίων, ήτοι 26.458 δολάρια και 13.280,10 δολάρια) που δεν του έχει αποδώσει, Βα) ποσού 4.340 δολαρίων ΗΠΑ για το έτος 2004, Ββ) ποσού 4,792, 20 δολαρίων ΗΠΑ για το έτος 2005" Βγ) ποσού 4.928,19 δολαρίων ΗΠΑ για το έτος 2006.
Κατόπιν αυτών, και μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος ζήτησε να αναγνωριστεί ό"το εναγόμενο οφείλει να του καταβάλει το ισάξιο σε ευρώ του χρηματικού ποσού των επενδυτικών αποδόσεων, ποσού 70,001,85 δολαρίων ΗΠΑ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη και ορισμένη ανέβαλε με την 1388/2008 απόφαση του την έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος και με την 235/2011απόφαση απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη 2782/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων απασχολήθηκε στην εταιρία "...
ΑΕ", ως ιπτάμενος χειριστής αεροσκαφών, από τις 23-10-1972 μέχρι 11-12-2003 οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως. Το ήδη ευρισκόμενο σε καθεστώς εκκαθάρισης εναγόμενο "Ταμείο Παροχών Χειριστών και Ιπταμένων Μηχανικών της ...", με το διακριτικό τίτλο "....", η σύσταση του οποίου προβλεπόταν από το 8Δ 701/1964, συστάθηκε δυνάμει του από 27-6-1970 πρακτικού συμφωνίας, μεταξύ αφενός της Ο.Α και αφετέρου α) της Ένωσης Χείριστων Πολιτικής Αεροπορίας (ΕΧΠΑ) και β) της Ένωσης Ιπτάμενων Μηχανικών (ΕΙΜ).
Αν και είχε οργανωθεί και λειτουργούσε ως σωματείο, δεν είχε τυπικά την ιδιότητα αυτή, επειδή δεν είχαν τηρηθεί για τη σύσταση του οι νόμιμες διατυπώσεις για να αποκτήσει νομική προσωπικότητα. Όμως ως ένωση προσώπων προς επιδίωξη σκοπού, είχε και εξακολουθεί να έχει μέχρι πέρας της εκκαθάρισης την ικανότητα να παρίσταται ως διάδικος (άρθρο 62 του ΚΠολΔ) και τα θέματα που αφορούν τα μέλη του ρυθμίζονται κατά πρώτο λόγο από το καταστατικό του και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί σωματείων και εταιριών ΑΚ (ΑΠ 203/2006, δημοσίευση Νόμος).
Κατά το άρθρο 3 του αρχικού Καταστατικού του εναγομένου, σκοπός του Φορέα είναι η παροχή περιοδικών παροχών στα ασφαλισμένα σ' αυτό μέλη (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι Ιπτάμενοι Χειριστές που υπηρετούν στην Ο.Α,)" σε περίπτωση απομάκρυνσής τους από την ενεργό υπηρεσία, λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας ή και προ της συμπληρώσεως του ορίου αυτού, λόγω απολύσεως ή απώλειας του πτυχίου τους.
Επίσης στο ίδιο καταστατικό, όπως τροποποιήθηκε και εγκρίθηκε από την έκτακτη Γενική Συνέλευση της 15-9-1998, ορίζονται, μεταξύ άλλων τα εξής: Οι πόροι του Φορέα προέρχονται από τις βασικές και προαιρετικές εισφορές των μελών, τις υποχρεωτικές εισφορές της OA, της πάσης φύσεως προσόδους από τη διαχείριση της περιουσίας του Φορέα και κάθε άλλη πρόσοδο προερχόμενη από χαριστική αιτία ή από την εφαρμογή των διατάξεων του Καταστατικού του Φορέα (άρθρο 2.1).
Κάθε μέλος υποχρεούται να εισφέρει στο Φορέα βασική εισφορά, σύμφωνα με το περιεχόμενο στο άρθρο 2.2.3. πίνακα (άρθρο 2.2.1). Η OA έχει την υποχρέωση να εισφέρει για λογαριασμό των μελών, ποσό ίσο με το διπλάσιο της βασικής εισφοράς τους και να παρακρατεί από τις αποδοχές τους και να αποδίδει στο Φορέα, τις εισφορές τους, μαζί με τις συνεισφορές που οφείλει να καταβάλλει η ίδια (άρθρο 2.4.3).
Κάθε ασφαλισμένο μέλος διατηρεί στο Φορέα έναν ατομικό λογαριασμό, ο οποίος διαμορφώνεται από τις βασικές και τις πρόσθετες προαιρετικές εισφορές του, τις συνεισφορές της OA και την επενδυτική απόδοση του διαμορφωμένου κεφαλαίου, αφαιρουμένων των τυχόν εξόδων και ζημιών (άρθρο 4,1), Κατά την αποχώρηση του από την ενεργό Υπηρεσία της OA, κάθε ασφαλισμένο μέλος δικαιούται να ζητήσει την εφάπαξ πληρωμή του συνόλου ή μέρους της αξίας του ατομικού του λογαριασμού, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά την ημέρα της αποχώρησης ή την περιοδική πληρωμή μέχρις εξαντλήσεως του υπολοίπου αυτού (άρθρο 5.2).
Ο Φορέας (ταμείο) διοικείται από εννεαμελή Εκτελεστική Επιτροπή (EE), η οποία έχε. την ευθύνη της διαχείρισης και διοίκησης του Φορέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού και είναι το μόνο αρμόδιο Σώμα να ενεργεί για όλες τις υποθέσεις που σχετίζονται με το σκοπό του Φορέα (άρθρα 11.1 και 13.1 & 2). Η Εκτελεστική Επιτροπή εγκρίνει τον προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων του Φορέα της επόμενης χρήσης, εγκρίνει τον απολογισμό και ισολογισμό του προηγούμενου έτους (άρθρο 13.7) και οφείλει να υποβάλει τον προϋπολογισμό, τον ισολογισμό, τους λογαριασμούς του Φορέα και τα πεπραγμένα της στη Γενική Συνέλευση των μελών (Γ.Σ.) προς έγκριση (άρθρο 13.8).
Ο Φορέας διαλύεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών και των συνταξιούχων παλαιού σχήματος (άρθρο 10.1). Με τη διάλυση του Φορέα αποπληρώνονται όλα τα έξοδα. Έξοδα για τα οποία δεν επαρκούν τα γενικά διαθέσιμα του Φορέα αποπληρώνονται αναλογικά από τους ατομικούς λογαριασμούς των μελών (άρθρο 10,2), Με τη πρόταση του 1/5 των μελών κα.
των συνταξιούχων Παλαιού Σχήματος προς την EE ή κατόπιν πρότασης της ίδιας της EE, η EE μπορεί οποτεδήποτε να τροποποιεί με οποιοδήποτε τρόπο το καταστατικό του Φορέα, εφόσον τούτο αποφασιστεί από τη Γ.Σ. των μελών, των δικαιούχων και των συνταξιούχων παλαιού σχήματος (άρθρο 15). Ενόψει της επικείμενης διάλυσης του εναγομένου και της θέσης του υπό εκκαθάριση, η Εκτελεστική Επιτροπή (EE) του εναγομένου, που έχει, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις του Καταστατικού του την ευθύνη της διοίκησης και διαχείρισης του Ταμείου και είναι το μόνο αρμόδιο σώμα να ενεργεί όλες τις υποθέσεις που σχετίζονται με το σκοπό του Ταμείου, κατά τις συνεδριάσεις της 9-2-2004 και 15-3-2004, αποφάσισε την παρακράτηση από τους λογαριασμούς των μελών του Ταμείου, του συνολικού ποσού 7.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 5% περίπου της μερίδας κάθε δικαιούχου και κατανεμήθηκε αναλογικά στα ασφαλισμένα ενεργά μέλη του, για την κάλυψη τυχόν απαιτήσεων των ασφαλισμένων του, για τις οποίες είχαν ασκηθεί εναντίον του εναγομένου αγωγές συνολικού ύψους 14.000.000 δολαρίων ΗΠΑ περίπου.
Οι αποφάσεις αυτές της Εκτελεστικής Επιτροπής οι οποίες λήφθηκαν στο πλαίσιο της επιμελούς και χρηστής διοίκησης, με γνώμονα τα συμφέροντα όλων των μελών του Ταμείου, εγκρίθηκαν στις 15-3-2004 από την Έκτακτη Γενική Συνέλευση των Μελών του εναγομένου, που αποτελούσε το ανώτατο καταστατικό όργανο αυτού. Κατά την ίδια Έκτακτη Γενική Συνέλευση αποφασίστηκε η διάλυση εναγομένου κατά τους όρους του άρθρου 10,1 του καταστατικού και με την αυξημένη απαρτία (80% των μελών) και πλειοψηφία (80% των παρόντων μελών και συνταξιούχων παλαιού σχήματος) που απαιτείτο από το εν λόγω άρθρο.
Το κύρος της απόφασης της Εκτελεστικής Επιτροπής και της (έκτακτης) Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγομένου, περί παρακράτησης του άνω ποσοστού (5%), δεν προσβλήθηκε έκτοτε, ούτε από τον ενάγοντα, ούτε από κανένα άλλο μέλος. Έτσι η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, για την οποία τηρήθηκαν και οι διατυπώσεις του άρθρου 15 του καταστατικού (απαρτία 50% των μελών και πλειοψηφία του 75% των παρόντων), ληφθείσα έγκυρα και νόμιμα, συνιστά τροποποίηση του άρθρου 5.2 του Καταστατικού (που αφορά την εφάπαξ πληρωμή του συνόλου της αξίας της μερίδας του μέλους, κατά την αποχώρηση του από την ενεργό υπηρεσία), τροποποίηση, που είναι επιτρεπτή κατά το Καταστατικό (άρθρο 15) και εφόσον δεν προσβλήθηκε ως άκυρη, δεσμεύει όλα τα μέλη του εναγομένου και τον ενάγοντα.
Κατά την αληθή βούληση των συμμετεχόντων στην έκτακτη αυτή γενική συνέλευση και ενόψει του ότι οι αξιώσεις οι εμπεριεχόμενες στις εναντίον του εναγομένου αγωγές συνολικού ποσού των 14.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, ήταν έντοκες, η απόφαση για παρακράτηση από τους λογαριασμούς των μελών του εναγομένου αγωγές συνολικού ποσού 7.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, αφορούσε και τις επενδυτικές αποδόσεις του χρηματικού ποσού αυτού.
Η απόδοση των κεφαλαίων του εναγομένου για το χρονικό διάστημα έως τις 15-9-1998 ήταν περίπου 10,4% ετησίως. Για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 31-12-2002 η μέση ετήσια απόδοση περιορίσθηκε σε 3,15%. όπως προκύπτει από την από 23-6-2009 βεβαίωση της εμπιστευματούχου εταιρείας με την επωνυμία "...". Να σημειωθεί ότι ο Β. Μ., γραμματέας της Εκτελεστικής Επιτροπής του εναγομένου, στην από 1-3-2004 ένορκη βεβαίωση, αναφέρεται στη μέση ετήσια απόδοση των κεφαλαίων του εναγομένου για το χρονικό διάστημα έως τις 15-9-1998, οπότε τροποποιήθηκε το αρχικό καταστατικό του εναγομένου.
Επομένως, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η απόδοση της μερίδας του για τα έτη 2003, 2004, 2005 και 2006 ήταν 10,4% ετησίως είναι αβάσιμος. Η αξία της μερίδας του ενάγοντος την 30-6-2003 ανήρχετο στο χρηματικό ποσό των 568.758 δολαρίων ΗΠΑ. Το εναγόμενο κατέβαλε στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 540.300 δολαρίων ΗΠΑ, στις 28-1-2004, που αντιστοιχούσε στο 95% περίπου της μερίδας του και παρακράτησε το ποσό των 28.458 δολαρίων ΗΠΑ, σύμφωνα με την προαναφερθείσα από 15-3-2004 απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσης του εναγομένου.
Με την καταβολή του ως άνω χρηματικού ποσού αποδόθηκαν οι αποδόσεις της μερίδας του ενάγοντος έως τις 30-6-2003. Περαιτέρω το εναγόμενο κατέβαλε στον ενάγοντα, α)5842 δολάρια ΗΠΑ, στις 18-1-2005, β)9.599 δολάρια ΗΠΑ, στις 9-8-2005 και γ)37.379,71 δολάρια ΗΠΑ, στις 16-8-2004 Για τις καταβολές αυτές (5.842 - 9.559 - 37.379,71 δολαρίων ΗΠΑ) υφίσταται δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων, από την αμετάκλητη απόφαση 3724/2008 του Εφετείου Αθηνών.
Στο ως άνω καταβληθέν χρηματικό ποσό των 37.379,71 δολαρίων ΗΠΑ, εμπεριέχεται και το χρηματικό ποσό των 13.280,10 δολαρίων ΗΠΑ. Με τις παραπάνω καταβολές αποδόθηκαν από το εναγόμενο στον ενάγοντα" αποδόσεις της μερίδας του για το χρονικό διάστημα από 1-5-2003 έως τη συνταξιοδότηση του στις 11-12-2003. Επομένως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το εναγόμενο παρακράτησε πέρα του, χρηματικού ποσού των 28.458 δολαρίων ΗΠΑ και το χρηματικό ποσό των 13.280,10 δολαρίων ΗΠΑ και ότι του οφείλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό για αποδόσεις της μερίδας του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 11-12-2003.
Ακολούθως, το εναγόμενο δεν οφείλει αποδόσεις α) για ολόκληρη τη μερίδα του ενάγοντος, ποσού 568.758 δολαρίων ΗΠΑ για το έτος 2003, β) για το χρηματικό ποσό των 13.280,10 δολαρίων ΗΠΑ για τα έτη 2004, 2005, 2005 και γ) για το χρηματικό ποσό των 28 458 δολαρίων ΗΠΑ για τα έτη 2004, 2005 και 2006, διότι όπως προαναφέρθηκε συμφωνήθηκε, το τελευταίο, να παρακρατηθεί με τις αποδόσεις του από το εναγόμενο, για την κάλυψη τυχόν απαιτήσεων των ασφαλισμένων του, για τις οποίες είχαν ασκηθεί εναντίον του εναγομένου αγωγές.
Οι δικαστικές εκκρεμότητες του εναγομένου δεν είχαν λήξει κατά την άσκηση της αγωγής του ενάγοντος. Τον Ιούνιο του έτους 2010 το εναγόμενο, ενόψει της άρσης της εκκρεμότητας ενός σημαντικού αριθμού διενέξεων, αποφάσισε να αποδεσμεύσει από το παρακρατηθέν χρηματικό ποσό των 7.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, το ποσό των 4.000.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Στο πλαίσιο της απόφασης αυτής κατέβαλε στις 23-10-2010 στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των 14.205,55 δολαρίων ΗΠΑ που αντιστοιχεί στη μερίδα του ενάγοντος. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.
Όσα λοιπόν για το αντίθετο ισχυρίζεται ο ενάγων με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα". Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο διέλαβε υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα των χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν τελικά στον ενάγοντα αναιρεσείοντα εν σχέσει με το αγωγικό αίτημα.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, τρίτος, έκτος, ένατος, δέκατος λόγοι της αναίρεσης και πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι των πρόσθετων λόγων αυτής με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Με τις διαλαμβανόμενες δε στον λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττονται απαραδέκτως οι ανεπίδεκτες αναιρετικού ελέγχου ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Ο εκ του άρθρον 559 αρ. 11 γ ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002,1351/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμοι οι 4ος και 5ος λόγοι του αναιρετηρίου και ο 5ος λόγος των πρόσθετων λόγων της αναίρεσης κατά το μέρος αυτών, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την υπ' αριθ. 15089/1-3-2004 ένορκη βεβαίωση του Β.
Μ., γραμματέα της Εκτελεστικής Επιτροπής του αναιρεσιβλήτου. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) την ρηθείσα ανωτέρω απόδειξη σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης και τις εκτεθείσες παραδοχές δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεων ιδρυόμενος "Αν το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη", απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1295/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτήν προκύπτε, αφού έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και οι αντίθετοι, από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ. 2ος, 7ος, 8ος, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, χωρίς απόδειξη, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, κατ•επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου τους, είναι, κατά το μέρος αυτό, αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 556 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α'Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Περαιτέρω, η εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετεί και δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να εξετάσει παραδεκτώς προβληθέντες αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 12/2000, ΑΠ 967/2012). Για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως είναι απαραίτητο να προσδιορίζει ο αναιρεσείων τον αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, ο οποίος παρέμεινε ανεξέταστος, καθώς και την ουσιώδη επιρροή του στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επί του διατακτικού της αποφάσεως (ΑΠ 44/2003).
Τέλος, η εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετείται , μεταξύ των άλλων, όταν το δικαστήριο αφήνει μία παραδεκτώς υποβληθείσα αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας αδίκαστη (ΑΠ 101/2008, απ 421/2007, ΑΠ 132/2004). Για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται ποια αίτηση έμεινε αδίκαστη, καθώς επίσης ότι αυτή υπεβλήθη παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 44/2003).
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως επικαλείται, μεταξύ άλλων, και τις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8 και 9 αναιρετικές πλημμέλειες χωρίς όμως να προσδιορίζει ποιες είναι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του (πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του), που ήταν οι αυτοτελείς πραγματικοί λογαριασμοί, οι οποίοι δεν ελήφθησαν υπ'όψιν από την προσβαλλόμενη απόφαση, εάν αυτοί προβλήθηκαν παραδεκτά και εάν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (έβδομος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του), καθώς επίσης χωρίς να εξειδικεύει ποιο από τα αιτήματα της ένδικης αγωγής του έμεινε αδίκαστο (έκτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του) ώστε να καταστεί δυνατή η θεμελιώση του σχετικού λόγου αναιρέσεως. Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτο. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθ. 176,183,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2013 αίτηση για αναίρεση της 2782/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1 800)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ