Supreme Court dismisses State's appeal on property rights, ruling procedural errors were waived and arguments not raised before.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a First Instance Court decision regarding property rights. The State argued the lower court erred by accepting evidence without summoning the State, but the Court found this procedural defect waived because the State did not raise the issue at the appellate level. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 176 of the Code of Civil Procedure; The State cannot challenge a lower court's acceptance of evidence for which it failed to provide a report, as such defects are waived if not raised in the appeal, and arguments not presented to the appellate court are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 695 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 695/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σταυρούλα Ρουσουνέλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 388ΕΜ/2011 του ιδίου Δικαστηρίου, 35/2013 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-4-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος ανέγνωσε την από 7-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τον Οθωμανικό νόμο της 7ης Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονταν σε πέντε κατηγορίες : α) στις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), ήτοι οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες, των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), ήτοι τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), ήτοι δημόσιοι δρόμοι, πλατείες, οι οποίες ήταν προορισμένες στην κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), ήτοι βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3-2-1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα τα οποία, κατά το χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνον από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο ''Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών, σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα, οι γαίες των νήσων αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1, 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα από τους μέχρι τότε κυρίους αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από το σουλτάνο, ούτε κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως.
Τούτο όμως συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Μύκονος, σύμφωνα με τα ως άνω πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανέναν, μετά τον αγώνα της ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους με τα προαναφερόμενα πρωτόκολλα και τη συνθήκη, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο Ελληνικό κράτος χωρίς καμία αποζημίωση (Ολ.
Α.Π. 1/2013). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 του ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητος επί των κληρονομιαίων ακινήτων, η επί των οποίων κυριότητα μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον αυτός (ο κληρονόμος) αποδεχθεί, με δημόσιο έγγραφο, την κληρονομία και μεταγράψει την περί της αποδοχής δήλωσή του ή εκδοθεί κληρονομητήριο και αυτό μεταγραφεί (Α.Π.1197/2012).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 12-13/1995).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται και όταν στην απόφαση δεν γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση ενός εκάστου των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους, διότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την επιταγή του άρθρου 340 του ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π.24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγρός, έχει επιφάνεια, σύμφωνα με το κτηματολόγιο, 3.011 τ.μ.
και βρίσκεται στη θέση "..." της ευρύτερης περιοχής του ... της κτηματικής περιφέρειας της νήσου ..., είναι σήμερα περίφρακτο με ξηρολιθιά (όπως προκύπτει από την από Μάρτιος 2011 έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ΕΜΠ Α. Τ.) και συνορεύει από βόρεια με την επαρχιακή οδό ... - …, φέρουσα ειδικό ΚΑΕΚ δρόμου 29085ΕΚ00050, νοτιοανατολικά με έκταση του δημοσίου, φέρουσα ΚΑΕΚ 29085ΕΚ0089 και δυτικά με ιδιοκτησία φέρουσα ΚΑΕΚ 290850116003.
Το επίδικο αυτό ακίνητο αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου ακινήτου, διαιρουμένου σε δύο τμήματα χωριζόμενα από την μέσω αυτού διερχόμενη ως άνω επαρχιακή οδό ... - …. πλάτους 7,5 μέτρων, εκ των οποίων το μεγαλύτερο τμήμα έχει έκταση, κατά το κτηματολόγιο, 18.648 τ.μ. με ΚΑΕΚ 290850101117/0/0 και το μικρότερο (το επίδικο) έχει έκταση, κατά το κτηματολόγιο, 3.011 τ.μ.
με ΚΑΕΚ 290850116004, συνορευομένου του μεν πρώτου (μεγαλύτερου τμήματος) γύρωθεν με ιδιοκτησίες με ΚΑΕΚ 290850101116, 290850101115, 290850101119, 290850101120, με την παραπάνω επαρχιακή οδό ... - …. με ΚΑΕΚ 29085ΕΚ00050 και με δημόσιο δρόμο με ΚΑΕΚ 29085ΕΚ00012 και του μικροτέρου (επιδίκου) όπως προαναφέρθηκε. Το επίδικο ακίνητο, επιφανείας 3.011 τ.μ. , όπως και ολόκληρο το ως άνω ακίνητο σε μείζονα έκταση, ο εφεσίβλητος - αιτών - καθού η κυρία παρέμβαση Γ.
Μ., έχει αποκτήσει με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα από κληρονομία του αποβιώσαντος στις 12.06.1967 παππού του εκ μητρικής γραμμής, Δ. Δ. του Γ., σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της από 5 Φεβρουαρίου 1965 μυστικής διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Ειρηνοδικείο Μυκόνου στις 28.07.1967 με το υπ' αριθμ. ….9/1967 πρακτικό του, την οποία (κληρονομία) αποδέχθηκε, δυνάμει της νομίμως μεταγραμμένης (τόμος …4, αύξων αριθμός …2 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυκόνου) υπ' αριθμ.
….1/20.09.1970 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Δ. Μ.. Του λοιπού ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του εν λόγω ακινήτου , ο θανών κατέλειπε με την ίδια ως άνω μυστική του διαθήκη, στην αδερφή του εφεσίβλητου - αιτούντος, Μ. Μ., η οποία αποδέχθηκε αυτό, δυνάμει της νομίμως μεταγραμμένης - τόμος ..4, αύξων αριθμός …3 - υπ' αριθμ.
….2/20.09.1970 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Δ. Μ.. Στον δικαιοπάροχο του εφεσιβλήτου - αιτούντος, Δ. Δ. του Γ., είχε περιέλθει ο εν λόγω αγρός με το υπ' αριθμ. ….9/06.04.1963 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ν. Γ., νόμιμα μεταγραμμένο στα οικεία βιβλία μεταγραφών, στον τόμο …1 με αύξοντα αριθμό …2, λόγω αγοράς από τον Γ.
Κ. του Β., που είχε την ιδιότητα του συνδίκου της ενώσεως των πιστωτών της πτώχευσης του Ι. Ζ. του Κ., κυρίου του επιδίκου, δυνάμει της υπ' αριθμ. 5138/1962 απόφασης του Δικαστηρίου Πρωτοδικών Πειραιώς, με την οποία επιτράπηκε στον προαναφερόμενο σύνδικο να εκποιήσει ελεύθερα και άνευ των διατυπώσεων δημοσίου πλειστηριασμού τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο σε μείζονα έκταση.
Στον δε Ι. Ζ. είχε περιέλθει το επίδικο σε μείζονα έκταση, λόγω κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα του, Κ. Ζ. του Δ., επιλεγόμενου ..., δυνάμει της υπ' αριθμ. ….0/1921 δημόσιας διαθήκης του τελευταίου, συνταχθείσας ενώπιον του συμβολαιογράφου Μ. Π. και δημοσιευθείσας στις 16.03.1922 από το Πρωτοδικείου Σύρου με το υπ' αριθμ. 18/1922 πρακτικό του Πρωτοδικείου Σύρου, ο οποίος (Ι.
Ζ.) υπεισήλθε στην εν λόγω κληρονομία δια αναμείξεως με πρόθεση κληρονόμου. Στον Κ. Ζ. του Δ. είχε περιέλθει το επίδικο σε μείζονα έκταση, λόγω κληρονομίας του θανόντος πατέρα του Δ. Ζ., ο οποίος (Κ. Ζ.) υπεισήλθε στην εν λόγω κληρονομία δια αναμείξεως με πρόθεση κληρονόμου. Ο δε Δ. Ζ. είχε αποκτήσει αυτό από το έτος 1811.
Το έτος 2005, κατά το στάδιο των πρώτων εγγραφών κτηματογράφησης, ο εφεσίβλητος και η αδελφή του Μ. Μ., προέβησαν κανονικά στην δήλωση στο κτηματολόγιο του μεγαλύτερου ως άνω τμήματος της μείζονος έκτασης, επιφανείας 18.648 τ.μ. κατά ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, καταχωρούμενη αυτή στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του κτηματολογικού γραφείου …., με ΚΑΕΚ 290850101117/0/0, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η εν λόγω συγκυριότητα αυτών και η εγγραφή αυτή από το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο.
Η συγκυρία κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου αδελφή του αιτούντος- εφεσιβλήτου Μ. Μ., προέβη επίσης κανονικά στην δήλωση και καταχώρηση κατά το ως άνω ποσοστό της και της επίδικης ως άνω έκτασης των 3.011 τ.μ. (που, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούσε το μικρό τμήμα της μείζονος ως άνω έκτασης) καταχωρούμενη στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του κτηματολογικού γραφείου … , με ΚΑΕΚ 290850116004/0/0, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η εν λόγω συγκυριότητα αυτής κατά το εν λόγω ποσοστό της (50%), πλην όμως, επειδή ο αιτών - εφεσίβλητος Γ.
Μ. , παρέλειψε, εκ παραδρομής, να υποβάλλει την αναγκαία δήλωση ιδιοκτησίας κατά το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και επί της επίδικης ως άνω έκτασης, όπως έπραξε η αδελφή του - συγκυρία κατά το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαρέτου, να καταχωρηθεί στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, στην ένδειξη << κυριότητα >> αυτού , για το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ως << αγνώστου κυρίου >>, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη (άρθρο 9§1 Ν 2664/1998), μόλις έγινε οριστική η πρώτη εγγραφή, να θεωρείται ότι το επίδικο ακίνητο, κατά το εν λόγω ποσοστό (50%) συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου, ανήκει στο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο.
H επίδικη όμως αυτή έκταση ανήκε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης στον εφεσίβλητο - αιτούντα, κατά κυριότητα στους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους του, όπως προκύπτει από τους προαναφερθέντες τίτλους κτήσης. Μάλιστα, στους ανωτέρω τίτλους κτήσης, δεν υπάρχουν αποκλίσεις ως προς τη θέση και την έκταση του ακινήτου σε μείζονα έκταση, που διαχωρίστηκε, όπως παραπάνω το έτος 1968, με την διάνοιξη της επαρχιακής οδού ... - …..
Με βάση, λοιπόν, την παραπάνω ακολουθία τίτλων αποδεικνύεται ότι το επίδικο τμήμα των 3.011 τ.μ. , αποτελεί ιδιωτική ιδιοκτησία και ο εφεσίβλητος - αιτών έχει νόμιμα καταστεί συγκύριος του επίδικου αυτού ακινήτου με παράγωγο τρόπο, χωρίς ποτέ το ως άνω δικαίωμά του (αλλά και των δικαιοπαρόχων του) να αμφισβητηθεί από το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του αιτούντος - εφεσιβλήτου, νεμήθηκαν διαδοχικά το επίδικο, με τη θέληση να το εξουσιάζουν ως κύριοι και με την εδραία πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής τους δεν προσβάλλεται κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητος τρίτων και ιδίως του εκκαλούντος - κυρίως παρεμβαίνοντος, με βάση τους τίτλους που προαναφέρθηκαν, ασκώντας σ' αυτό όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και τη μορφολογία του, συνεχώς και αδιαλείπτως τουλάχιστον από το έτος 1885 μέχρι το έτος 1965, οπότε το επίδικο κληρονομήθηκε κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από τον αιτούντα - εφεσίβλητο , ο οποίος συνέχισε και αυτός μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής να ασκεί σ' αυτό όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και τη μορφολογία του.
Ειδικότερα, οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του Δ. και Κ. Ζ., ήταν γαιοκτήμονες και ασκούσαν στον επίδικο αγρό, που αποτελούσε, όπως προαναφέρθηκε, τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, τουλάχιστον από το έτος 1885, πράξεις νομής και συγκεκριμένα το εκμεταλλεύονταν για τις αγροτικές και κτηνοτροφικές τους ανάγκες, καλλιεργώντας αυτό με κριθάρι και σιτάρι, φρόντιζαν για την περίφραξη του κι έκαναν χρήση αυτού ως βοσκοτόπου για τα ζώα τους, τα οποία έπιναν νερό σε μία λάκα ύδατος, που υπήρχε στο επίδικο τμήμα του ακινήτου, ενώ από το έτος 1903 το ενοικίαζαν στο Ν.
Ξ.. Μετά τον θάνατο του Κ. Ζ., ο υιός του Ι. Ζ., συνέχισε να ενοικιάζει όλη την ως άνω έκταση στο Ν. Ξ., που ήταν γαιοκτήμονας, ο οποίος το έσπερνε και έβοσκε τα ζώα του , δίνοντας σε αντάλλαγμα ένα κατσίκι ή ένα πρόβατο στους ιδιοκτήτες, μέχρι το έτος 1963, που το μεταβίβασε στον δικαιοπάροχο του αιτούντος Δ. Δ., ο οποίος και αυτός με την σειρά του συνέχιζε να μισθώνει με τους ίδιους όρους τον ανωτέρω αγρό, σε ολόκληρη την έκτασή του στον παραπάνω αγρότη Ν.
Ξ.. Μετά τον θάνατο του παππού του αιτούντος Δ. Δ. στις 12-6-1967, η μητέρα του αιτούντος συνέχιζε να μισθώνει, για λογαριασμό του αιτούντος και της αδελφής του (συγκύριοι του επιδίκου), με τους ίδιους όρους στο Ν. Ξ. τον παραπάνω αγρό, που είχε περιέλθει, δυνάμει της παραπάνω μυστικής διαθήκης, στον αιτούντα και στην αδελφή του κατά ποσοστό 50% στο καθένα εξ αδιαιρέτου, όπως προαναφέρθηκε και μετά τον θάνατο αυτού (Ν.
Ξ.) το έτος 1973, την μίσθωση του παραπάνω αγρού συνέχισε με την ίδια γεωργική εκμετάλλευση, ο υιός του Δ. Ξ. έως και το έτος 2006, ο οποίος το έσπερνε και έβοσκε τα ζώα του. Μάλιστα ο αιτών δήλωνε την επίδικη έκταση κατά το ποσοστό συγκυριότητας του, ως μισθωμένη έκταση στον Δ. Ξ., στην εφορία, όπως προκύπτει από τις φορολογικές δηλώσεις φόρου εισοδήματος των οικονομικών ετών 1991-2007, στις οποίες και στο Ε2 φαίνεται η δήλωση του επιδίκου και σε ολόκληρη την έκταση στον Δ.
Ξ.. Εντός του επιδίκου υπήρχε λάκκα ύδατος από την οποία έπιναν νερό τα ζώα καθώς και μια αγριοσυκιά, που καταστράφηκαν με την κατασκευή του νέου λιμανιού της … (σχετ. 23323/2011 ένορκη βεβαίωση). Κατά το χρονικό αυτό διάστημα κανένας δεν ενόχλησε τον αιτούντα ή τους δικαιοπαρόχους του αμφισβητώντας τα εμπράγματα δικαιώματά τους επί του επιδίκου (σχετ.
ένορκες βεβαιώσεις). Αποδεικνύεται ακόμη ότι το επίδικο, που αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου αγρού, φέρει αγροτικό χαρακτήρα, γεγονός που καταθέτουν οι τρεις μάρτυρες, με τις ως άνω ένορκες καταθέσεις τους, άπαντες κάτοικοι Μυκόνου, οι οποίοι αναφέρουν, έχοντας έκαστος ιδία γνώση, ότι ο όλος αγρός ανήκε στους δικαιοπαρόχους του αιτούντος για 200 τουλάχιστον έτη, ήταν περιμανδρωμένος με ξηρολιθιά σε όλες τις πλευρές του, πλην της πλευράς του προς τη θάλασσα (σχετ.
η 23324/2011 ένορκη βεβαίωση) και γινόταν χρήση αυτού τόσο ως βοσκοτόπου όσο και ως καλλιεργήσιμης έκτασης. Συγκεκριμένα, άπαντες οι μάρτυρες καταθέτουν ότι "το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου αγρού, ο οποίος χωρίστηκε το έτος 1968 από τον επαρχιακό δρόμο ….. Έως το έτος αυτό το επίδικο καλλιεργείτο με κριθάρι και σιτάρι, ενώ γινόταν χρήση του και ως βοσκότοπου, μετά τη διάνοιξη ωστόσο της προαναφερόμενης επαρχιακής οδού κι επειδή τοποθετήθηκαν όλα τα μπάζα στο επίδικο κατέστη αυτό ιδιαίτερα επικλινές με αποτέλεσμα να μη μπορεί να καλλιεργηθεί, πλην όμως εξακολουθούσε να είναι δυνατή η χρήση του ως βοσκοτόπου.
Το πετρώδες έδαφος του επιδίκου δεν αναιρεί το χαρακτήρα του ως αγροτικού, δεδομένου ότι ακόμη και με αυτή τη μορφή ήταν καλλιεργήσιμο, όπως προκύπτει τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων όσο και από την προσκομιζόμενη από Μαρτίου 2011 έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ΕΜΠ Α. Τ., ο οποίος μετά από μελέτη των αεροφωτογραφιών των ετών 1945 και 1960 καταλήγει ότι τα όρια και το σχήμα του αγροτεμαχίου είναι διακριτά διαχρονικά από το 1945 έως και το 1960, ενώ στις παρατηρήσεις του έτους 1945 αναφέρει ότι στα επίπεδα τμήματα του αγροτεμαχίου διακρίνονται σημάδια χαμηλής περιοδικής βλάστησης.
Η κρίση αυτού του Δικαστηρίου αναφορικά με τον αγροτικό χαρακτήρα του ακινήτου επιβεβαιώνεται και από την περιγραφή του ακινήτου στους τίτλους κτήσης που το αναφέρουν ως αγρό βοσκότοπο, βραχώδη και απόκρημνο, διευκρινίζοντας κατ' αυτό τον τρόπο τόσο το χαρακτήρα του όσο και τη μορφολογία του μη καταλείποντας αμφιβολία ως προς την ταυτοποίηση του.
Εξάλλου, από το έτος 1963 που ο δικαιοπάροχος του αιτούντος - εφεσιβλήτου Δ. Δ., αγόρασε το εν λόγω ακίνητο, αυτός συνέχισε να ασκεί τις πράξεις νομής επί του επιδίκου (επίβλεψη, συγκομιδή των καρπών, μίσθωση αυτού) χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από όργανα ή υπηρεσίες του εκκαλούντος - κυρίως παρεμβαίνοντος, και από τον θάνατο του Δ.
Δ. στις 12-6-1967 και την αποδοχή της κληρονομίας από τον αιτούντα και την αδελφή του, ο αιτών ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου (επίβλεψη, συγκομιδή καρπών, αποδοχή κληρονομίας, μίσθωση του επιδίκου και υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος για το επίδικο), συνεχίζοντας έτσι, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, δηλαδή πιστεύοντας χωρίς βαριά αμέλεια ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα, την ανεπίληπτη νομή των ως άνω δικαιοπαρόχων του, επιβλέποντας το ακίνητο και ασκώντας την κρινόμενη αίτηση.
Όλες αυτές τις διακατοχικές πράξεις ο αιτών - εφεσίβλητος και προηγουμένως οι δικαιοπάροχοί του τις ασκούσαν δημόσια και φανερά, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και ιδίως από το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο εφεσίβλητος - αιτών κατέστη συγκύριος του επιδίκου κατά ποσοστό 50 % εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο και πάντως με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής του νομής το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του.
Αντίθετα, το εναγόμενο δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι αυτό (επίδικο) ετύγχανε κτήμα Οθωμανών, το οποίο εγκαταλείφθηκε από αυτούς ή ότι καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο - Κράτος κατά την Ελληνική επανάσταση εναντίον των Οθωμανών (1821-1830), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον.
Σημειώνεται ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, σύμφωνα με τα άρθρα 62 παρ. 1 εδ. α' και β' και 74 του Ν. 998/1979, στις νήσους των Κυκλάδων, που είναι και η Μύκονος, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών ή των χορτολιβαδικών εκτάσεων. Εξάλλου, μόνη η κυριαρχία του οθωμανικού κράτους στα νησιά των Κυκλάδων κατά τους πριν τον απελευθερωτικό αγώνα χρόνους, δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας εκ μέρους του κράτους αυτού στην κατακτημένη γη, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, οι γαίες των νησιών των Κυκλάδων χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των <<καθαράς ιδιοκτησίας>> ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου και επομένως τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Τούτο, όμως, συμβαίνει καθόσον πρόκειται στην εν λόγω περίπτωση, περί γης καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Μύκονος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις, που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου ( Ολ.
Α.Π. 1/2013 ), το οποίο όμως δεν συμβαίνει κατά τα παραπάνω στην προκειμένη περίπτωση. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο <εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας>, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν - κυρίως παρεμβαίνον, ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο. Κατά συνέπεια, τα ως άνω ακίνητα των Κυκλάδων μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του κυρίως παρεμβαίνοντος - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, που επαναλαμβάνεται και ως λόγος εφέσεως, περί ιδίας αυτού κυριότητος επί του επιδίκου, που βρίσκεται στη νήσο Μύκονο των Κυκλάδων, κτηθείσης (εκτός των επικαλουμένων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κυρίως παρεμβαίνοντος ότι το επίδικο συνιστά χορτολιβαδική έκταση, χωρίς να διαπιστώνονται ποτέ ίχνη καλλιέργειας, δεν αποδεικνύεται, αφού, όπως προαναφέρθηκε, άπαντες οι μάρτυρες του αιτούντος κατέθεσαν στις ένορκες βεβαιώσεις το ακριβώς αντίθετο, ενώ και η ίδια η μάρτυρας του κυρίως παρεμβαίνοντος, Ε.
Γ. - δασολόγος, αναφέρει ότι το επίδικο δεν έχει χαρακτηρισμό, αλλά ορίστηκε ως χορτολιβαδικό στα πλαίσια του Κτηματολογίου και σε άλλο σημείο της κατάθεσης της αναφέρει ότι "Δε νομίζω ότι ήταν κατάλληλο για βοσκή. Θα μπορούσαν να υπάρχουν πρόβατα, αλλά επειδή δεν οριοθετείται μάλλον δεν χρησιμοποιούνταν για βοσκή...Δεν έχω εξετάσει την ευρύτερη έκταση" δημιουργώντας εύλογη αμφιβολία στο παρόν Δικαστήριο για τα συμπεράσματα της μελέτης της, καθώς καταλήγει στις διαπιστώσεις της "πιθανολογώντας".
Αλλά και με την εκδοχή ακόμη ότι το επίδικο είναι χορτολιβαδική έκταση, βοσκότοπος πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτά δεν θεωρούνται ως εκ τούτου δημόσια κτήματα, αφού το άρθρο 1 του ΒΔ 12-12-1833 δεν καθιστά τα δημόσια λιβάδια και τους βοσκότοπους ανεπίδεκτους νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη , καθόσον είναι δυνατή σ' αυτούς η κτήση κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία κατά το Βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο, εφόσον ο χρόνος νομής τους ( 30ετία ) έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 (ΑΠ 956/1990 Ελλ.
Δνη 31,325), όπως στην προκειμένη περίπτωση, που το επίδικο νεμόταν ο Κ. Ζ. (διαδεχόμενος στη νομή του τον Δ. Ζ. ) τουλάχιστον από το έτος 1885 , με συνέπεια να συμπληρώνεται στο πρόσωπό του τριακονταετής καλόπιστη νομή μέχρι τις 11-9-1915.
Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο με το σχετικό λόγο εφέσεως είναι μη νόμιμα και απορριπτέα. Επίσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο ακίνητο, δηλαδή ως κτήμα επί του οποίου δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητος πριν, κατά και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του Ν. 21-6/10-7-1837.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιου ιδιοκτήτη) το επίδικο κατέστη αδέσποτο και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά την θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο (Α.Π. 1135/1975 ΝοΒ. 24,419), σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 περί γαιών), αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ' ευθείας ή δι' εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος (Α.Π. 701/1955 ΕΕΝ 23.240 και Πανδέκτης νομολογίας Αστικού Δικαίου, έκδ. 1957, τόμος 30ς, άρθρο 972) και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως της κυριότητος και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) απαιτείται προς το σκοπό αυτό, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, πέραν του ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ αδέσποτο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ανέκαθεν εδεσπόζετο από τους δικαιοπαρόχους (απώτερους και απώτατους) του αιτούντος - εφεσιβλήτου.
Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο με το σχετικό λόγο εφέσεως είναι μη νόμιμα και απορριπτέα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη την ένδικη αίτηση του αναιρεσίβλητου, αναγνώρισε ότι αυτός είναι συγκύριος σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου με αριθμό ΚΑΕΚ 290850116004/0/0, διατάσσοντας τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μυκόνου, και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εκκαλούντος - κυρίως παρεμβάντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα ότι ο αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοί του νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 18.648 τ.μ., ασκήσαντες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τη μορφολογία του πράξεις νομής (επίβλεψη, επίσκεψη, περιτοίχιση με ξερολιθιά, καλλιέργεια με δημητριακά, εκμίσθωση σε τρίτους, χρησιμοποίησή του ως βοσκότοπου, κλπ) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ειδικότερα νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου το επίδικο με καλή πίστη διαδοχικά ο Δ.
Ζ. από το έτος 1811 μέχρι του θανάτου του, ακολούθως ο Κ. Ζ. του Δ., μέχρι το θάνατό του το έτος 1921, ο οποίος, διαδεχόμενος στη νομή του τον θανόντα πατέρα του Δ. Ζ., υπεισήλθε στην κληρονομία του, δι' αναμείξεως με πρόθεση κληρονόμου, τουλάχιστον από το έτος 1885, με συνέπεια να συμπληρώνεται στο πρόσωπό του τριακονταετής καλόπιστη νομή μέχρι τις 11-9-1915, στη συνέχεια ο Ι.
Ζ. του Κ., λόγω κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα του, μέχρι το έτος 1963, που το μεταβίβασε στο δικαιοπάροχο του αναιρεσίβλητου Δ. Δ. του Γ. δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ….9/6-4-1963 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ν. Γ. και μετά το θάνατο αυτού στις 12-6-1967 ο αναιρεσίβλητος και η αδελφή του Μ.
Μ., κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, ως κληρονόμοι αυτού δυνάμει της νομίμως δημοσιευθείσας από 5-2-1965 μυστικής διαθήκης αυτού, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκε δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας υπ' αριθμ. …1/20-9-1970 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Μυκόνου Δ. Μ., δηλαδή συνεχώς και αδιαλείπτως τουλάχιστον από το έτος 1885 μέχρι την άσκηση της ένδικης αίτησης (2009) με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλαν κατ' ουσίαν δικαίωμα κυριότητας τρίτου και ότι έτσι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε κυριότητα στο επίδικο ακίνητο (αγρό), κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, τόσο με παράγωγο τρόπο διά κληρονομικής διαδοχής, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), αφού ο απώτερος δικαιοπάροχός του, Κ.
Ζ. του Δ., άσκησε τις ως άνω εμφανείς πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη σ' αυτό τουλάχιστον για μία τριακονταετία πριν από τις 11-9-1915, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε ποτέ στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, οι διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης, ότι με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης υφίσταται πλημμελής αιτιολογία ως προς το χρόνο νομής στο πρόσωπο του Δ.
Ζ. και δεν καθίσταται σαφές το έτος λήξης της νομής στο επίδικο απ' αυτόν και αντίστοιχα έναρξης νομής του Κ. Ζ. του Δ. και συνεπώς δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου οι προϋποθέσεις εκείνες που απαιτούνται για την κτήση κυριότητας αυτού επί του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προτείνονται αλυσιτελώς, καθόσον η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ότι ο πιο πάνω δικαιοπάροχος του αναιρεσίβλητου Κ.
Ζ., διαδεχόμενος στη νομή του επιδίκου το Δ. Ζ., νεμήθηκε με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο τουλάχιστον από το έτος 1885 με συνέπεια να συμπληρώνεται στο πρόσωπό του τριακονταετής καλόπιστη νομή μέχρι τις 11-9-1915, στηρίζει επαρκώς το διατακτικό.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π.24/2015).
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος περί της βασιμότητας του ισχυρισμού του ότι το επίδικο συνιστά χορτολιβαδική έκταση, χωρίς να διαπιστώνονται ποτέ ίχνη καλλιέργειας σε αυτό, το προσκομισθέν απ' αυτό μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ.
…0 οικ./22-3-2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κυκλάδων, για την απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού του περί της μορφολογίας του επίδικου ακινήτου και της δυνατότητας καλλιέργειας αυτού και διενέργειας πράξεων νομής σε αυτό, δηλαδή ζήτημα το οποίο τείνει στη θεμελίωση του συμπεράσματος περί μη διενέργειας πράξεων νομής σε αυτό και συνδέεται με τη χορτολιβαδική μορφή του και την κυριότητα του αναιρεσείοντος σε αυτό.
Όμως, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι ένορκες βεβαιώσεις των αναφερόμενων προσώπων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής αλλά και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για τον αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το ως άνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, το οποίο και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τον ως άνω κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, και για να συναχθεί αυτό (πόρισμα), όπως τα άρθρα 339, 340 εδ.
α' και 346 ΚΠολΔ., συνδυαζόμενα, επέβαλαν, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το αποδεικτικό αυτό μέσο προς απόδειξη, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού και καθενός εγγράφου. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 744 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος.
Κατά το άρθρο 759 παρ. 3 δε του ίδιου Κώδικα το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει το σύστημα της ελεύθερης απόδειξης και το δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
Ακόμη και οι περιορισμοί που ισχύουν κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζονται αναλόγως στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας (Α.Π.769/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται :
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
Α.Π. 15/2000). Το γεγονός, τέλος, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ (Α.Π. 1377/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δίκασε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 388/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, το οποίο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 16-4-2009 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η συγκυριότητά του σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός ακινήτου και να διορθωθεί σχετικά η ανακριβής πρώτη εγγραφή, που καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο και είχε απορρίψει τη συνεκδικασθείσα με την εν λόγω αίτηση κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου με την οποία ισχυρίστηκε ότι το ως άνω ακίνητο ανήκει στη δική του κυριότητα.
Το Εφετείο αφού δίκασε κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για το βάσιμο ή όχι του ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου ότι οι δικαιοπάροχοί του και ο ίδιος ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο έλαβε υπόψη τις με αριθμούς 23323, 23324 και 23327/17-3-2011 ένορκες βεβαιώσεις των σ' αυτές αναφερόμενων προσώπων, χωρίς να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη την έλλειψη κλήτευσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά τη λήψη αυτών, δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκαν οι σχετικές εκθέσεις επίδοσεις.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι "δεν προσκομίζονται οι σχετικές εκθέσεις επίδοσης, αλλά το κυρίως παρεμβαίνον και ήδη εκκαλούν δεν αμφισβητεί το σύννομο της λήψεως αυτών". Με το να λάβει το Εφετείο υπόψη του τις νομίμως προσκομισθείσες και επικληθείσες ανωτέρω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη του κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου, άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττει την απόφαση του Εφετείου για την ανωτέρω πλημμέλεια είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι το αναιρεσείον τον άνω (στηρίζοντα το λόγο αυτόν αναίρεσης) ισχυρισμό δεν πρόβαλε πρωτοδίκως, αλλά ούτε και στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση με λόγο έφεσης ως σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, που στηρίζει το σχετικό αναιρετικό λόγο, προτάθηκε στο Εφετείο, από το αναιρεσείον - εκκαλούν με λόγο έφεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-4-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 35/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.-
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ