Legislator Case Law & Legislation
695/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal due to insufficient reasoning on possession duration for property ownership acquisition.

Case Number 695/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding property ownership via long-term possession. The court found the lower court's reasoning insufficient and contradictory regarding whether the appellant exercised possession with the intent of ownership. Consequently, the case was remitted to the Court of First Instance for a new trial with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974, 980, 986 of the Civil Code; Article 559, 580, 595 of the Code of Civil Procedure: Possession for ownership acquisition requires continuous, public, and intentional exercise of control; a judgment is void if it fails to clearly establish these elements or contains contradictory reasoning on the facts.

Keywords

AI generated
long-term possession acquisition of ownership insufficient reasoning remittal to court intent of ownership contradictory facts legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 974, 980, 986 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 595 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 695 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 695/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο-εισηγητή και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Μ. του Ν., 2. Ν. συζ. Ι. Μ., το γένος Π. Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Διώνη Σκάντζου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν. Μ. του Δ. και 2.Α. Μ. του Δ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Χάνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2009 αγωγή του Δ. Μ. του Ν., δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 81/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-9-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτησης αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Mε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 81/2006 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή [ΚΠολΔικ 577 παρ. 1] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [ΚΠολΔικ 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ].

Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτό πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο, διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη βούληση του νομέα να εξουσιάζει το πράγμα ως δικό του.

Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρησε σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του και εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφής της κ.α. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 980 ΑΚ, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 986 του ίδιου κώδικα βοηθός νομής είναι εκείνος που βοηθεί το νομέα στην άσκηση φυσικής εξουσίας επί του πράγματος, εφόσον βρίσκεται σε θέση υπηρεσιακής εξαρτήσεως προς το νομέα και οφείλει να ακολουθεί ως προς το πράγμα τις οδηγίες του.

Κατά τις διατάξεις αυτές αυτοπρόσωπη άσκηση της νομής υπάρχει όταν ο νομέας είναι συγχρόνως και κάτοχος, δεν έχει δηλαδή παραχωρήσει την κατοχή σε άλλον με βάση κάποια έννομη σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο κλπ) ή και όταν για την άσκηση της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος χρησιμοποιεί βοηθητικό πρόσωπο που βρίσκεται σε οικιακή ή υπηρεσιακή εξάρτηση με αυτόν (νομέα) και ακολουθεί τις οδηγίες του, το οποίο δεν έχει ούτε νομή, ούτε κατοχή.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 9/2016, Ολ. ΑΠ 9/2013 Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

« Ο πατέρας του αρχικώς ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου Ν. Μ. του Ι. είχε στην κυριότητά του, μεταξύ άλλων, ποσοστό εξ αδιαιρέτου και ειδικότερα τα πέντε όγδοα (5/8) μιας ισόγειας παλαιάς οικίας, κτισμένης σε οικόπεδο εμβαδού 172,48 τ.μ., η οποία βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης της ... του δήμου ..., πρώην δήμου ...

του νομού ..., στο οικοδομικό τετράγωνο ενενήντα (Ο.Τ. …), ενώ τα υπόλοιπα τα τρία όγδοα (3/8) εξ αδιαιρέτου ανήκαν κατά κυριότητα στη σύζυγό του Α. συζ. Ν. Μ., όπως αυτό (οικόπεδο) εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ... στο από Μάιο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα - μηχανικού Ι. Π. Κ.. Το ανωτέρω οικόπεδο συνορεύει, σύμφωνα με το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, δυτικά επί πλευράς Α-Β μήκους 10 μέτρων με ιδιοκτησία Κ., βόρεια επί προσώπου Β-Γ μήκους 18 μέτρων με δημοτική οδό, ανατολικά επί προσώπου ...

μήκους 12 μέτρων με δημοτική οδό και νότια επί πλευράς ... μήκους 15 μέτρων με ιδιοκτησία Γ.. Το έτος 1969 ο ανωτέρω Ν. Μ. του Ι. αποφάσισε να κατεδαφίσει την παλαιά οικία και να ανεγείρει με τη βοήθεια και των ως άνω τέκνων του νέα οικία. Δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε κατά το χρόνο εκείνο οποιαδήποτε συμφωνία περί άτυπης διανομής της οικίας που επρόκειτο να ανεγερθεί, με τον πρώτο εναγόμενο να λαμβάνει τον ισόγειο όροφο και τον αρχικώς ενάγοντα τον υπέρ του ισογείου ορόφου "αέρα" (δικαίωμα υψούν), διότι αφενός μεν τέτοια συμφωνία θα είχε περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο με τη μορφή της μεταβίβασης και της σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών ή έστω θα υπήρχε μία έγγραφη αποτύπωση της συμφωνίας, αφετέρου δε στις μεταγενέστερα συνταχθείσες δημόσιες διαθήκες, τόσο του Ν.

Μ. του Ι., όσο και της συζύγου του Α., οι παραπάνω συντάκτες - διαθέτες θεωρούν τους εαυτούς τους ως κυρίους των πέντε όγδοων (5/8) και τριών όγδοων (3/8) εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου, τα οποία καταλείπουν σύμφωνα με την εκεί καταγραφείσα και κατωτέρω αναφερόμενη δήλωση τελευταίας βουλήσεώς τους, χωρίς να συμπεριλάβουν και να καταγράψουν οποιαδήποτε συμφωνία περί διανομής του ακινήτου μεταξύ των τέκνων τους.

Στο σημείο αυτό, εξάλλου, η κατάθεση του μάρτυρα τα ανταπόδειξης κρίνεται μη πειστική, διότι αυτά που καταθέτει τα γνωρίζει από τον πρώτο εναγόμενο, χωρίς να έχει άμεση γνώση και ιδία αντίληψη ο ίδιος οποιασδήποτε συμφωνίας. Ακολούθως ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος κατά το διάστημα εκείνο βρισκόταν στη ..., φρόντισε ώστε να κατεδαφιστεί η παλαιά οικία και υπέβαλε αίτηση στην αρμόδια πολεοδομική αρχή (βλ.

αντίγραφο της από του μήνα Σεπτεμβρίου 1969 αίτηση και των συνημμένων σε αυτή εγγράφων του έτους 1969), βάσει της οποίας εκδόθηκε στο όνομά του, εφόσον ήταν ο αϊτών, η από 17.9.1969 άδεια ανέγερσης διώροφης οικοδομής (βλ. ακριβές αντίγραφο της από 17.6.1969 και με αριθμό πρωτοκόλλου και πράξης αντίστοιχα άδεια της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του νομού ...).

Επίσης μαζί με τον πατέρα του Ν. Μ. ανέθεσαν στον εργολάβο οικοδομών Ε. Σ. την κατασκευή της οικοδομής και με σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ του τελευταίου και του πρώτου εναγόμενου, καθώς ο πατέρας του δεν ήταν εγγράματος, ο Ε. Σ. ως εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση αποπεράτωσης της οικοδομής μέχρι την 2.5.1970, προϋπολογισμού 120.000 δραχμών (βλ.

προσκομιζόμενο και επικαλούμενο ιδιωτικό συμφωνητικό και σχετικές αποδείξεις του εργολάβου Ε. Σ. των ετών 1970 και 1971). Προσέτι ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε την αμοιβή του μηχανικού για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 12.000 δραχμών (βλ. τις από 15.8.1969 και 2.9.1969 αποδείξεις πληρωμής του μηχανικού Γ.

Κ.), τις νόμιμες εισφορές στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τη χρονική περίοδο από 1.2.1973 έως 31.7.1973 για τις εργασίες ανέγερσης της οικοδομής (βλ. την από 4.5.2004 και με αριθμό πρωτοκόλλου … βεβαίωση του ΙΚΑ - Τοπικό Υποκατάστημα ... - Γραφείο Οικοδόμων και την από 30-8-1969 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος του ...), τις νόμιμες εισφορές στο Τ.Ε.Α.Δ.Ξ.Ε.

για τις εκτελούμενες στην οικοδομή ξυλουργικές εργασίες και γύψινες διακοσμήσεις (βλ. την με Α.Μ. ... καρτέλα του Τ.Ε.Α.Δ.Ξ.Ε. για τον εργοδότη και την από 2.9.1969 απόδειξη είσπραξης), καθώς και κάθε άλλη αναγκαία δαπάνη για την αποπεράτωση της οικίας. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι την επίβλεψη της ανέγερσης της οικίας την είχε ο Ν.

Μ. μαζί με τον υιό του και πρώτο εναγόμενο, καθώς σε άλλες από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής για τα διάφορα έξοδα της οικοδομής εμφανίζεται ως καταβάλλων ο Ν. Μ. και σε άλλες ο πρώτος εναγόμενος. Ο τελευταίος είχε εργαστεί κατά το χρονικό διάστημα πριν την ανέγερση της οικίας και μέχρι αυτή ως πλήρωμα πλοίου από 21.4.1964 έως 16.4.1965 (12 μήνες), από 4.6.1967 έως 5.8.1967 (2 μήνες), από 31.3.1968 έως 23.9.1968 (6 μήνες), από 24.9.1968 έως 12.5.1969 (8 μήνες), από 13.5.1969 έως 17.7.1969 (2 μήνες) από 27.9.1969 έως 19.2.1970 (5 μήνες), από 3.9.1970 έως 10.12.1971.

Επίσης είχε εργαστεί ως βοηθός εφαρμοστής στα Ναυπηγεία ... από 21.6.1965 έως 10.5.1966 καθώς και στην ... (εργοστάσιο ...) από 27.5.1966 έως 11.5.1967. Τον Αύγουστο του έτους 1969 έλαβε δίπλωμα μηχανικού του εμπορικού ναυτικού από την τεχνική σχολή Χαλκίδος "..." και έκτοτε εργαζόταν σε πλοία με την ανωτέρω ιδιότητα, απέστειλε δε στους γονείς του συνεισφέροντας στην κατασκευή της οικίας οκτώ (8) μηνιαία εμβάσματα ποσού 130 λιρών Αγγλίας το καθένα από 1.10.1970 έως 1.5.1971, ενδιαφερόμενος για την κατασκευή της τόσο όταν βρισκόταν στη ..., όσο και όταν βρισκόταν εν πλω.

Προσέτι αποδείχθηκε ότι και ο αρχικώς ενάγων, ο οποίος εργαζόταν από το έτος 1961 ως θαλαμηπόλος, καθαριστής, θερμαστής και λιπαντής σε ποντοπόρα πλοία και από το 1973 έως 15.12.1981 ως μηχανικός, έστελνε τακτικά χρηματικά εμβάσματα στους γονείς του κατά το διάστημα της ανέγερσης της νέας οικίας από το έτος 1969 έως το 1970.

Από την αλληλογραφία που είχε με τους γονείς του κατά την περίοδο εκείνη (από 20-6-1969 έως 11.10.1970), η οποία είναι γνήσια πέραν πάσης αμφιβολίας, προκύπτει ότι απέστειλε τους γονείς του το συνολικό ποσό των 38.600 δραχμών με εμβάσματα σε λίρες Αγγλίας (10.000 δραχμές + 200 + 200 λίρες Αγγλίας), χωρίς πάντως να προκύπτει το σύνολο των εμβασμάτων που απεστάλησαν, όπως επίσης προκύπτει το έντονο ενδιαφέρον του για την ανεγειρόμενη οικοδομή, για τις εργασίες της οποίας δίνει και γραπτώς λεπτομερείς οδηγίες, χωρίς να παραμελεί να μαθαίνει νέα για τον αδελφό του Ι.

και πρώτο εναγόμενο. Μετά την αποπεράτωση της νέας ισόγειας οικοδομής κατοίκησαν εκεί ο Ν. Μ., η σύζυγός του Α. και ο πρώτος εναγόμενος υιός τους Ι., όσο διάστημα αυτός δεν βρισκόταν εργαζόμενος σε πλοίο. Ο τελευταίος διέμενε κατά περιόδους στην οικία αυτή μέχρι το γάμο του το έτος 1975 με τη δεύτερη εναγόμενη και ακολούθως μετά το γάμο μαζί με αυτήν (και τους γονείς του) για χρονικό διάστημα τεσσάρων έως πέντε ετών, οπότε το ζεύγος, μετά την απόκτηση τέκνων, αποχώρησε και μίσθωσε άλλη οικία πλησίον της προηγουμένης, ενώ οι επισκέψεις τους στην οικία του Ν.

Μ. και της συζύγου του Α. ήταν συχνές μέχρι το θάνατο του πρώτου στις 5.11.1993. Ο αρχικώς ενάγων εγκαταστάθηκε μόνιμα στη ... και επισκεπτόταν κάθε καλοκαίρι μαζί με τα τέκνα του (νυν εκκαλούντες) τους γονείς του, καθώς επίσης και μετά το θάνατο του πατέρα του επισκεπτόταν τη μητέρα του στην ανωτέρω οικία στη ..., διαμένοντας εκεί.

Όταν μετά το θάνατο του Ν. Μ. ο πρώτος εναγόμενος πληροφορήθηκε αφενός μεν ότι ο θανών πατέρας του κατέλειπε με δημόσια διαθήκη το ανήκον σε αυτόν ποσοστό εξ αδιαιρέτου (5/8) της παραπάνω οικίας στον αρχικώς ενάγοντα, αφετέρου δε το περιεχόμενο της διαθήκης της μητέρας του, οι σχέσεις του με την τελευταία διερράγησαν και έπαυσε αυτός και η σύζυγός του να την επισκέπτονται, αυτός δε που ανέλαβε την επιμέλειά της, παρότι κατοικούσε στη ..., ήταν ο αρχικώς ενάγων, ο οποίος ανέθεσε στην Κ.

Π., που έμενε σε γειτονική οικία, τη φροντίδα της μητέρας του και ανέλαβε την πληρωμή της μέσω κοινού τραπεζικού λογαριασμού, που διατηρούσε με τη μητέρα του, μέχρι το θάνατο αυτής στις 12.7.1999. Η τελευταία κατέλειπε, επίσης με δημόσια διαθήκη, στον αρχικώς ενάγοντα το ανήκον σε αυτήν ποσοστό εξ αδιαιρέτου (3/8) της παραπάνω οικίας.

Σύμφωνα με τη με αριθμό ...7.8.1993 δημόσια διαθήκη του Ν. Μ. του Ι. ενώπιον του συμβολαιογράφου Α. Ά. Ν. Π., η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 391/27.7.2000 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ο ανωτέρω κατέλειπε στον μεν πρώτο εναγόμενο αγροτική έκταση, στον δε αρχικώς ενάγοντα το ποσοστό πέντε όγδοων (5/8) εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω οικίας μετά του οικοπέδου της, διότι, όπως αναγράφεται στη διαθήκη, "αυτός το έχει εξοφλήσει και συντηρήσει, τον δε υιό μου Ι.

τον έχω σπουδάσει και του έχω δώσει και χρήματα και έτσι πιστεύω ότι έχουν πάρει και οι δύο ίσες μερίδες". Επίσης σύμφωνα με τη με αριθμό ...7.8.1993 δημόσια διαθήκη της Α. συζ. Ν. Μ. το γένος Ν. Τ. ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Αγίας Άννας, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 518/14.10.1999 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η ανωτέρω κατέλειπε στον αρχικώς ενάγοντα το ποσοστό τριών όγδοων (3/8) εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω οικίας μετά του οικοπέδου της, αναγράφοντας, περαιτέρω, ότι "στα παιδιά, μου Δ.

και Ι. αφήνω τα όσα μέχρι σήμερα τους έχω δώσει εκποιώντας την περιουσία μου. Θέλω τη διαθήκη μου αυτή να τη σεβαστούν τα παιδιά μου, διότι το μερίδιό μου που άφησα από το σπίτι στο γιο μου Δ. έπρεπε να το αφήσω, διότι αυτός το έχει επενδύσει και εξοφλήσει και ο Ι. έχει πάρει χρήματα από εμένα". Ως προς το τελευταίο, το οποίο αναφέρεται και από τους δύο διαθέτες, πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε λάβει από αυτούς οικονομική ενίσχυση για να λειτουργήσει επιχείρηση ενός μικρού σούπερ - μάρκετ στη ....

Στην από 21.1.1998 επιστολή του αρχικώς ενάγοντος προς τον αδελφό του πρώτο εναγόμενο, δηλαδή σε χρόνο πριν το θάνατο της μητέρας τους Α. και όταν πλέον το περιεχόμενο των διαθηκών ήταν γνωστό στον πρώτο εναγόμενο, αναφέρει ο συντάκτης αυτής ότι "... Και εγώ όπως και εσύ γενιθήκαμε και μεγαλόσαμε σε αυτή τη γειτονιά επί δέκα χρόνια κημόμαστε το ίδιο κρεβάτι δίπλα δίπλα.

Λοιπόν ούτε εγώ ούτε εσύ θα φίγεις από αυτή τη γειτονιά εσύ θα πάρεις το σπίτι και εγώ θα πάρω τον αέρα όστε όταν πάρω σύνταξη θα κτήσω δύο δωμάτια απάνω και ελπίζω να ζήσουμε πιο αγαπημένα αντί το ρεύμα του μήσους να μας απομακρύνη όλο και περισσότερο. Το ήπα και στη Ν. προχθές στο τηλέφωνο εγώ από εκβιασμούς δεν παίρνω επήσεις δεν μου αρέσουν και τα ψέματα, αγαπώ την αλήθεια και την ηληκρήνια μόνο έτσι θα κερδήσεις την εμπιστοσύνη μου ...".

Από το παραπάνω περιεχόμενο προκύπτει η σαφής βούληση του αρχικώς ενάγοντος, ενώ γνωρίζει ότι βάσει των διαθηκών περιέρχεται σε αυτόν η κυριότητα της οικίας και ενώ ήδη έχουν διαφανεί εξαιτίας αυτών σύννεφα στις σχέσεις των δύο αδελφών, να υπάρξει συμβιβασμός σε μελλοντικό χρόνο με τη μεταβίβαση από τον αρχικώς ενάγοντα του ισογείου ορόφου της οικίας στον πρώτο εναγόμενο και στη συνέχεια με την ανοικοδόμηση από τον αρχικώς ενάγοντα του πρώτου ορόφου, μετά από διανομή του ακινήτου (με σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας), συνεπώς ουδαμώς προέκυψε από την επιστολή αυτή αναγνώριση δικαιώματος κυριότητας του πρώτου εναγόμενου επί της οικίας ή απεμπόληση των δικαιωμάτων του αρχικώς ενάγοντος επί αυτής.

Ακολούθως οι εναγόμενοι εγκαταστάθηκαν στην παραπάνω οικία πέντε περίπου μήνες μετά το θάνατο της Α. χήρας Ν. Μ. (12.7.1999), εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό την πρόθεσή τους να νέμονται αυτή με διάνοια κυρίου. Ο αρχικώς ενάγων δεν εναντιώθηκε στην εγκατάσταση των εναγόμενων στην ως άνω οικία, διότι αφενός μεν μετά το θάνατο της μητέρας του η οικία αυτή θα έμενε ακατοίκητη για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθόσον ο ίδιος κατοικούσε μόνιμα στη ..., αφετέρου δε ο ίδιος θεωρούσε ότι θα μπορούσε να υπάρξει συμβιβαστική λύση στο θέμα της οικίας, καθόσον σκόπευε σε μεταγενέστερο χρόνο να ξεκινήσει τις εργασίες οικοδόμησης του πρώτου ορόφου.

Όμως, όταν ο αρχικώς ενάγων ζήτησε το έτος 2004 από τον πρώτο των εναγόμενων να του παραδώσει το επίδικο ακίνητο προκειμένου να προβεί στην ανέγερση του πρώτου ορόφου, ο τελευταίος άρχισε να προβάλλει αντιρρήσεις και δεν παρέδωσε το ακίνητο. Ο αρχικώς ενάγων, στη συνέχεια, αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτόν βάσει των ανωτέρω διαθηκών κληρονομιά με τις ...24.11.2005 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ...

Ε. Β., που μεταγράφηκαν νόμιμα, καθιστάμενος με παράγωγο τρόπο και δη κληρονομική διαδοχή κύριος ολοκλήρου του ακινήτου. Ακολούθως άσκησε την από 16.12.2005 (αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...21.12.2005) αγωγή με νομική βάση χρησιδάνειο επί της οικίας. Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν το ιδιοκτησιακό καθεστώς της οικίας, εκδόθηκε δε ακολούθως η 70/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία απέρριψε την αγωγή, ως μη αποδειχθείσας της κατάρτισης μεταξύ αυτού (ενάγοντος) και των εναγόμενων σύμβασης χρησιδανείου, η οποία (απόφαση) κατέστη τελεσίδικη με την 276/2008 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας).

Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι από το έτος 1969, μετά από συμφωνία άτυπης διανομής της επίδικης οικίας, άρχισαν να νέμονται αυτή με διάνοια κυρίου, ασκώντας από τότε και μέχρι το χρόνο μεταγραφής των δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς του αρχικώς ενάγοντα (24.11.2005) επί συνεχή χρόνο μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών, τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου διακατοχικές πράξεις.

Ο Ν. Μ. του Ι. και η σύζυγός του Α. συζ. Ν. Μ. είχαν εκτός από την κυριότητα και την φυσική εξουσίαση της οικίας μέχρι το χρόνο θανάτου τους, 1993 και 1999 αντίστοιχα, ενώ οι εναγόμενοι με την οίκησή τους σε αυτήν δεν απέκτησαν ποτέ δικό τους δικαίωμα νομής, αλλά συνοικούσαν με τους γονείς του πρώτου εξ αυτών ως φιλοξενούμενοι λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης (γονείς - υιός), επιπλέον δεν γνωστοποίησα:

σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο στους πραγματικούς κυρίους και νομείς της οικίας (γονείς) την όποια μεταστροφή της βούλησής τους και την αντιποίηση της νομής των δικαιούχων. Προσέτι ο πρώτος εναγόμενος, αν και γνώριζε μετά το θάνατο του πατέρα του Ν. Μ. (1993) το περιεχόμενο των διαθηκών αυτού και της μητέρας του Α., ουδέποτε αμφισβήτησε το περιεχόμενο αυτών ή τη διανοητική κατάσταση των διαθετών, ούτε πρόσβαλε με οποιοδήποτε μέσο αυτές, αναγνωρίζοντας έτσι και τη δικαιοπρακτική ικανότητα των διαθετών και την εγκυρότητα του περιεχομένου των ανωτέρω διαθηκών.

Επίσης ο εξετασθείς μάρτυς ανταπόδειξης ουδεμία διακατοχική πράξη αναφέρει από τους εναγόμενους επί της επιδίκου οικίας, αλλά αντίθετα καταθέτει ότι " ... οι γονείς είχαν την κυριότητα του σπιτιού .... μέχρι τον θάνατο των γονιών του το σπίτι δεν ήταν του Ι. .... Ο Ι. μου έλεγε ότι έμενε στο σπίτι, αλλά όχι ότι ήταν δικό του ".

Οι εναγόμενοι με την εγκατάστασή τους στην οικία το Δεκέμβριο του έτους 1999, ήτοι μετά το θάνατο της Α. (12.7.1999), άρχισαν να νέμονται με διάνοια κυρίου την επίδικη οικία, χωρίς, όμως, μέχρι το χρόνο μεταγραφής των ...24.11.2005 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Ε. Β., που μεταγράφηκαν στο υποθηκοφυλακείο ...

στις 24.11.2005, στον τόμο 143 με αριθμούς 65 και 66, να έχει συμπληρωθεί χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών. Το γεγονός της οίκησης στην επίδικη οικία μόνο της Α. χήρας Ν. Μ. από το έτος 1993 έως το θάνατό της στις 12.7.1999 και της εγκατάστασης εκεί των εναγόμενων μετά το θάνατο αυτής και δη από το Δεκέμβριο του έτους 1999, προκύπτει με σαφήνεια από τα εμβάσματα για την πληρωμή της οικιακής βοηθού της Κ.

Π., καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις της Α. Ρ. και Ε. Α., οι οποίες είναι συγγενείς των διαδίκων και βεβαιώνουν ότι θεία τους Α. ζούσε μετά το θάνατο του συζύγου της μόνη και δεν λάμβανε καμία βοήθεια από τον πρώτο εναγόμενο. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, σε συνδυασμό με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο αρχικώς ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και δη με κληρονομική διαδοχή βάσει των ...24.11.2005 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ...

Ε. Β., που μεταγράφηκαν νόμιμα στις 24.11.2005, δεκτών γενομένων των σχετικών λόγων εφέσεως, ενώ η προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί του ακινήτου είναι απορριπτέα, διότι, όπως προεκτέθηκε, δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής των εναγόμενων επί του επίδικου ακινήτου από το έτος 1969, μετά από συμφωνία άτυπης διανομής της επίδικης οικίας, αλλά μόλις από 12.7.1999, οπότε μετά το θάνατο της Α.

χήρας Ν. Μ. εγκαταστάθηκαν οι εναγόμενοι στην επίδικη οικία και άσκησαν πράξεις νομής διανοία κυρίου και μέχρι 24.11.2005, χωρίς, όμως, να συμπληρώνεται μέχρι τότε ο νόμιμος χρόνος έκτακτης χρησικτησίας. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος είναι καταχρηστική (ΑΚ 281), διότι η επίδικη οικία έχει κατασκευασθεί από εκείνους, οι οποίοι προέβησαν σε όλες τις νόμιμες διαδικασίες για την έκδοση οικοδομικής άδειας στο όνομα του πρώτου από αυτούς (εναγόμενους), κατέβαλλαν τις νόμιμες εισφορές και αμοιβές στον εργολάβο και όσους μετείχαν στη διαδικασία κατασκευής και κατοικούν σε αυτή από το έτος 1969 μέχρι και σήμερα, δηλαδή για χρονικό διάστημα σαράντα και πλέον ετών, γεγονός που ήταν γνωστό στον ενάγοντα και που ο ίδιος συνομολογεί στην μεταξύ τους αλληλογραφία κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στις προτάσεις τους και για το λόγο αυτό η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Προσέτι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόμενων, το επίδικο ακίνητο είχε κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής αξία 172.000 ευρώ και επομένως αρμόδιο ήταν το πολυμελές πρωτοδικείο (άρθρο 18 ΚΠολΔ). Ωστόσο, από το σύνολο των αποδείξεων, συμπεριλαμβανομένης και της 276/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), με την οποία κρίθηκε τελεσίδικα η από 16.12.2005 (...2005) αγωγή του αρχικώς ενάγοντος με αίτημα την απόδοση του επίδικου ακινήτου με νομική βάση το χρησιδάνειο και έγινε δεκτό ότι η αξία του ακινήτου ήταν 30.000 ευρώ, τις οποίες (αποδείξεις) το Δικαστήριο εκτιμά με ελεύθερη κρίση (άρθρο 8 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι - σε κάθε περίπτωση - η αξία του ακινήτου κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής στις 16.12.2009 (βλ.

την .../16.12.2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Η. Κ.) δεν υπερέβαινε το ποσό των 45.000 ευρώ. Ορθά επομένως η εκκαλούμενη απέρριψε την ένσταση των εναγόμενων περί υλικής αναρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου». Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσία τους λόγους της έφεσης και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε τους αναιρεσίβλητους, ειδικούς διαδόχους του αρχικού ενάγοντος, κυρίους του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο [κληρονομική διαδοχή] και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες-εναγομένους να τους το αποδώσουν, απέρριψε δε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένσταση ίδιας κυριότητας του πρώτου αναιρεσείοντος.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ’ αυτή ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του προσώπου που άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο. Ειδικότερα αν και δέχεται ότι «Δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία περί άτυπης διανομής της οικίας, που επρόκειτο να ανεγερθεί, με τον πρώτο εναγόμενο να λαμβάνει τον ισόγειο όροφο και τον αρχικώς ενάγοντα τον υπέρ του ισογείου ορόφου "αέρα" (δικαίωμα υψούν)», στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι ο πρώτος εναγόμενος άσκησε εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1969 μέχρι το χρόνο θανάτου των γονέων του αρχικού ενάγοντος και αυτού [πρώτου εναγομένου] στις 5-11-1993 [πατέρας] και 12-7-1999 [μητέρα], όπως η φροντίδα για την κατεδάφιση της παλαιάς οικίας, η υποβολή αίτησης και η έκδοση στο όνομά του της οικοδομικής άδειας, η πληρωμή της αμοιβής του πολιτικού μηχανικού, οι πληρωμές των εισφορών για τους απασχολούμενους στην οικοδομή στο ΙΚΑ και στο Τ.Ε.Α.Δ.Ξ.Ε., πληρωμές του εργολάβου και για αγορά υλικών, διαμονή στην νέα οικία μαζί με τη σύζυγό του και τους γονείς του έως το 1980, όταν εγκαταστάθηκε σε γειτονική οικία, η επίβλεψη οι επισκέψεις του και η επανεγκατάστασή του λίγους μήνες μετά το θάνατο της μητέρας του.

Ακόμη δεν διευκρινίζεται αν αυτές τις πράξεις νομής τις άσκησε με διάνοια κυρίου ή για λογαριασμό των γονέων του. Έτσι δημιουργείται σύγχυση και αμφιβολία, για το αν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος οι προϋποθέσεις εφαρμογής των περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεων και να καθίσταται έτσι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών Ενόψει τούτων ο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Κατ’ ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που δίκασε (ΚΠολΔικ 580 παρ. 3), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του δικαστικού παραβόλου που κατέθεσαν (ΚΠολΔικ 495 παρ. 4).

Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (ΚΠολΔικ 176, 180 παρ. 1 και 183), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 81/2016 απόφαση του Εφετείου [Μονομελούς] Ευβοίας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ευβοίας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, το οποίο αυτοί κατέθεσαν. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ