Supreme Court dismisses appeal on easement creation, ruling vague grounds and factual assessment are inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the plaintiffs' claim for a right of way. The plaintiffs argued the court erred in interpreting the deed and failed to consider their long-standing public use of the path. The court held that the appeal's grounds were too vague and that the First Instance Court's evaluation of facts and evidence was beyond judicial review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1118, 1120, 1121, 1033, 560, 561 of the Civil Code; Articles 173, 200 of the Civil Code; Article 495 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify violated substantive law or interpretive rules, and the factual assessment remains within the discretion of the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 695 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 695/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ρ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2. Ι. Κ. του Α. και 3. Γ. Κ. του Α. κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Τσαλκάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. συζ. Χ. Κ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νομική Θ. Κυπραίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 564/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 17- 6 -2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την 10-10-2016 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1120 και 1121 ΑΚ συνάγεται ότι οι πραγματικές δουλείες, με βάση τις οποίες αποκτάται εμπράγματο δικαίωμα εις βάρος ακινήτου υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, όπως είναι και η δουλεία οδού, συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία και ότι για την πρωτότυπη ή την παράγωγη σύσταση δουλείας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία ακινήτων και για τη συμβατική μεταβίβασή τους.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η συμφωνία δε αυτή γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκύπτει ότι η βούληση των συμβαλλομένων για τη σύσταση πραγματικής δουλείας και ειδικότερα της δουλείας διέλευσης μέσα από το δουλεύον ακίνητο, μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από την ερμηνεία της σύμβασης, εφόσον συντρέχουν οι λοιποί νόμιμοι όροι.
Η προσφυγή όμως στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες γίνεται από το δικαστήριο της ουσίας μόνο όταν αυτό διαπιστώνει κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία (ΟλΑΠ 19/1988). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Οι αναφερόμενοι στη διάταξη αυτή λόγοι είναι, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο", περιοριστικοί και συνεπώς οι λοιποί λόγοι που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, προβαλλόμενοι σε αίτηση αναίρεσης που στρέφεται κατά απόφασης που αφορά το άρθρο 560 ΚΠολΔ (απόφαση του ειρηνοδικείου ή του πολυμελούς πρωτοδικείου, σε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου), είναι απαράδεκτοι.
Τέλος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 18/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης εκτίθεται ότι επί της από 12-3-2009 αγωγής των αναιρεσειόντων, με την οποία οι τελευταίοι ιστορούσαν ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους, το έτος 1993, με δήλωσή της που περιέχεται σε νομίμως μεταγραφείσα συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζοντίων (καθέτων) ιδιοκτησιών επί εδαφικής έκτασης τεμαχισθείσας σε τέσσερα μέρη, εκ των οποίων έκαστο αυτή μεταβίβασε αιτία δωρεάς σ' εκείνους (αναιρεσείοντες) και στην αναιρεσίβλητη αδελφή τους δυνάμει νομίμως μεταγραφέντων συμβολαίων, δίνοντας νομική μορφή στην υπάρχουσα πραγματική κατάσταση, καθιέρωσε δουλεία διόδου αυτών εις βάρος του εδαφικού τεμαχίου της αναιρεσίβλητης, με ορισμένη διάρκεια, ήτοι μέχρι την τακτοποίηση του αδιαμόρφωτου δημοτικού δρόμου.
Ότι έκτοτε και επί 15 συνεχή έτη όλοι οι διάδικοι (αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητη) ανεγνώριζαν τη δίοδο αυτή στη μορφή που ήδη είχε κατά την προαναφερόμενη μεταβίβαση των ιδιοκτησιών τους από τη μητέρα τους, την οποία οι αναιρεσείοντες χρησιμοποιούσαν δημόσια, ειρηνικά και αδιαμφισβήτητα, διανοία οιονεί νομέως, μέχρι το έτος 2008, οπότε η αναιρεσίβλητη κατήργησε το τμήμα της διόδου που περνά μέσα από την ιδιοκτησία της και τους απέβαλε παράνομα και παρά τη θέλησή τους από το τμήμα της επίδικης διόδου, την επί του οποίου αναγνώριση της οιονεί νομής τους ζητούσαν μαζί με την άρση του αποκλεισμού της και την απόδοση αυτής ελεύθερης στη χρήση εκείνων.
Ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατ' έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανωτέρω αγωγή τους και στη συνέχεια την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με τον μοναδικό δε αναιρετικό λόγο της από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο αφενός δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς και αφετέρου εσφαλμένα ερμήνευσε τον αναφερόμενο στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας όρο, ως απλή έκφραση της βούλησης της μητέρας των διαδίκων, χωρίς την έννοια της σύστασης πραγματικής δουλείας διόδου εκ μέρους της.
Σύμφωνα όμως με όσα προεκτίθενται στη μείζονα σκέψη, με αυτό το περιεχόμενο ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος καθόσον δεν γίνεται παντάπασι μνεία των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου ή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που παραβιάστηκαν και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την εφαρμογή τούτων.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα είναι απαράδεκτος διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της παρισταμένης αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-6-2015 αίτηση των Ρ. Κ. του Α., Ι. Κ. του Α. και Γ. Κ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 564/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ