Appeal against labor contract renewal refusal upheld; court remands case for further trial on alleged unfair dismissal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor court decision regarding a journalist's contract renewal. The appellant argued that refusing to renew the exclusive employment contract constituted an unfair change of terms, while the respondent claimed the refusal was necessary for public broadcasting efficiency. The court found the lower court erred in applying the law to these specific facts and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) Civil Code; Art. 580(3) Code of Civil Procedure: When a labor contract renewal is refused based on public interest or administrative necessity, the employer must demonstrate that the refusal does not constitute an abuse of power or an unfair change of terms, and any dispute regarding the validity of such refusal requires a full retrial on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 695 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 695/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου της καταργηθείσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε. (ΕΡΤ-Α.Ε.) που είχε την έδρα στην Αθήνα, και το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και την Α. Γ., ως ειδική διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ Α.Ε., κατ' άρθρο 42 παρ.10 του Ν. 4262/2014 (ΦΕΚ 114, τεύχος Α') και η οποία αντικατέστησε τον Γ. Μ. του Γ., πρώην ειδικό διαχειριστή του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ Α.Ε., κατ' άρθρο 4Α της ΟΙΚ 03/12-6-2013 (ΦΕΚ τευχ.Β', 1423/12-6-2013) και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Κατσιρούμπα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 679/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1545/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-10-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 18-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του 1ου και 3ου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου 2ου λόγου αυτής.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον 8896Γ/30-9-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο της Αθήνας ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 2-12-2014 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, με θυροκόλληση κατ'άρθρο 128 περ.4α, αντίγραφο δε του επιδοθέντος εγγράφου, παρεδόθη, αυθημερόν, στα χέρια του αξιωματικού υπηρεσίας του Α.Τ. Παπάγου, Β. Ρ., λόγω απουσίας του Προϊσταμένου του Α.Τ., έγγραφη δε ειδοποίηση απεστάλη δια του ταχυδρομείου στον αναιρεσίβλητο, περί της γενομένης, κατά τα άνω, δια θυροκολήσεως επιδόσεως κατ'αρθρ.1284 γ ΚΠολΔ. Κατά την ως άνω, όμως ορισθείσα δικάσιμο της 2-12-2014, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την προκειμένη δικάσιμο της 5-5-2014, εκ του οικείου πινακίου, κατά την οποία αυτός απουσίασε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και συνεπώς, εφόσον κλήση του αναιρεσιβλήτου για τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται (αρθ. 226 αριθμ.4 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, σαν να ήταν και αυτός παρών (αρθρ. 576 αριθ.2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 666, 349, 351 ΑΚ και των άρθρων 7 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του ν.3198/1955 προκύπτει ότι σε περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας ο μισθωτός, εφόσον αποδέχεται τη μεταβολή, δικαιούται είτε να θεωρήσει αυτή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση, είτε εμμένοντας στη σύμβαση να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προαναφερόμενη εργασία αυτού με τους αρχικούς όρους (πριν τη μεταβολή).
Εάν η προσφορά αποκρουσθεί, ο εργοδότης περιέχεται σε υπερημερία, ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού, ο οποίος έχει τότε κατά του εργοδότη αξίωση για πραγματική απασχόληση υπό τους αρχικούς όρους εργασίας και για την καταβολή μισθών υπερημερίας (ΑΠ 15/1999). Εξάλλου, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αποτελεί κάθε τροποποίηση ουσιώδους εργασιακού όρου από τον εργοδότη, η οποία συνεπάγεται άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική βλάβη του μισθωτού και δεν επιτρέπεται σε αυτόν (εργοδότη) από τη σύμβαση ή το νόμο, ή διότι προσκρούει σε ειδική απαγορευτική διάταξη.
Περαιτέρω ο εργοδότης στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος έχει τη δυνατότητα να ρυθμίζει κάθε ζήτημα που αφορά στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησης, εξειδικεύοντας την υποχρέωση του μισθωτού για παροχή εργασίας και καθορίζοντας το χρόνο, τρόπο και τόπο παροχής αυτής τα συγκεκριμένα καθήκοντα και τη θέση απασχόλησής του μισθωτού εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επέρχεται κατ' αυτόν τρόπο μονομερής βλαπτική μεταβολή, για το μισθωτό ή το σχετικό εργοδοτικό δικαίωμα δεν αποκλείεται ή δεν περιορίζεται από την ατομική σύμβαση ή από διάταξη νόμου, ΣΣΕ ή ΔΑ.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση και ειδικότερα στην περίπτωση που η σύμβαση ή ο νόμος παρέχουν στον εργοδότη δικαίωμα μεταβολής των όρων παροχής της εργασίας του μισθωτού, το διευθυντικό δικαίωμα τούτου υπόκειται στους περιορισμούς που θέτουν τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281. Ειδικότερα ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας, που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης.
Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας, δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη, κατά την άσκησή του και το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.
Τούτο ιδίως, επιβάλλεται, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για τον προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής, από το μισθωτό, αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει, κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ (ΕΡΤ. ΑΕ), διάδοχος, ήδη, της οποίας, είναι, το, ήδη, αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, την από 18-5-2009 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 679/2011απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος αναγνώρισε ότι η καταβολή μειωμένων αποδοχών στον ενάγοντα από το μήνα Μάρτιο 2009 και εφεξής συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της εργασιακής του σχέσης και υποχρέωσε την ΕΡΤ Α.Ε.
να του καταβάλει νομιμοτόκως μέχρις εξοφλήσεως, 34197,36ευρώ ως μισθούς υπερημερίας με αντίστοιχες αποδοχές και επιδόματα αδείας. Κατά της ανωτέρω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εναγομένη αλλά και ο ενάγων ΕΡΤ ΑΕ, άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 1545/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απερρίφθησαν οι ως άνω εφέσεις και επικυρώθηκε έτσι η πρωτόδικη απόφαση.
Ειδικότερα την απόφαση αυτή προσβάλλουν με την κρινόμενη αναίρεση: 1) Το Ελληνικό δημόσιο ως διάδοχος της καταργηθείσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση ΑΕ ( ΕΡΤ ΑΕ) και 2) Ο Γ. Μ., ειδικός διαχειριστής του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ, κατ' άρθρο 4Α της οικ. 03/12-6-2013 (ΦΕΚ 1423/12-6-2013 τευχ.
Β'). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο (αρθρ.561 αριθμ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή (αγωγή), είναι ορισμένη (αρθρ.216 ΚΠολΔ) και δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της να διευκρινίσει ο ενάγων σ' αυτή, αν τα αιτούμενα κονδύλια αφορούσαν καθαρές ή μικτές αποδοχές και τούτο διότι, αν το δικαστήριο διαπιστώσει την ουσιαστική βασιμότητά τους επιδικάζει τις αιτούμενες αποδοχές τα ποσά δε που παρακρατούνται από τον εργοδότη και αποδίδονται στους οργανισμούς κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών χαρτόσημο κ.λπ., δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης, αλλ' αφαιρούνται και παρακρατούνται από τον εργοδότη, κατά την εκτέλεση της.
Συνεπώς το Εφετείο που απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό της εναγομένης, ουχί παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ... ο από τον αριθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ 2ος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με την προσβαλλομένη απόφασή του, το δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο) δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Την 1.1.1984, ο ενάγων προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την εταιρία ΕΡΤ 2, ως δημοσιογράφος. Με το Ν. 1730/1987, η ως άνω εργοδότρια του ενάγοντος συγχωνεύθηκε στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΤ Α.Ε.", η οποία, ως καθολικός διάδοχος της πρώτης και σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 του ως άνω νόμου, υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής.
Ο ίδιος νόμος 1730/1987, στην παράγραφο 23 του άρθρου 19 ορίζει ότι: "Οι δημοσιογράφοι μπορεί με αίτηση τους να μετατάσσονται στο καθεστώς αποκλειστικής απασχόλησης, μετά από πρόταση του προέδρου και απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΡΤ-Α.Ε. Για τις περιπτώσεις αποκλειστικής απασχόλησης η αμοιβή και οι λοιποί όροι εργασίας καθορίζονται με ειδική σύμβαση που οι όροι της δεν μπορεί να είναι δυσμενέστεροι από τις ρυθμίσεις συλλογικής σύμβασης εργασίας μεταξύ ΕΣΗΕΑ και ΕΡΤ-ΑΕ για τους αποκλειστικώς απασχολούμενους".
Ο ενάγων υπέβαλε τέτοια αίτηση και με την 307/15.2.1995 απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης μετατάχθηκε σε καθεστώς αποκλειστικής απασχόλησης, υπογράφοντας την από 16.3.1995 σύμβαση εργασίας δημοσιογράφου με αποκλειστική απασχόληση, με αυξημένες αποδοχές, η διάρκεια της οποίας ήταν ετήσια, αρχόμενη από 21.1.1995 και λήγουσα στις 20.1.1996.
Η ίδια σύμβαση περιλάμβανε ρητό όρο (σημείο 9 αυτής) σύμφωνα με τον οποίο, μετά τη λήξη της, ο δημοσιογράφος θα επανερχόταν αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διαδικασία στο προηγούμενο εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς της μη αποκλειστικής απασχόλησης, που είχε πριν από τη μετάταξη του, χωρίς αυτό να θεωρείται βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σχέσης.
Η ως άνω αρχική σύμβαση μετά τη λήξη της ανανεώθηκε διαδοχικά με δεκατρείς (13) ετήσιες συμβάσεις ομοίου περιεχομένου και με τους ίδιους όρους, κατόπιν ισάριθμων αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης. Η τελευταία σύμβαση ορισμένου χρόνου του ενάγοντος έληξε στις 31.12.2008, μετά δε τη λήξη της η εναγόμενη εξακολούθησε να καταβάλει στον ενάγοντα τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές, μέχρι και το Φεβρουάριο του έτους 2009, οπότε του ανακοίνωσε, ότι η μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής απασχόλησης δεν επρόκειτο να ανανεωθεί και ότι ο ίδιος θα επανερχόταν στο προηγούμενο εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς της μη αποκλειστικής απασχόλησης που είχε πριν από τη μετάταξη του, με αποδοχές οι οποίες θα καθορίζονταν πλέον στο ύψος των προβλεπόμενων από την οικεία ΣΣΕ κατωτάτων αποδοχών δημοσιογράφου, χωρίς αποκλειστική απασχόληση.
Συγχρόνως, η εναγόμενη ανακοίνωσε στον ενάγοντα, ότι θα προχωρούσε στο εξής στην παρακράτηση ποσού ίσου με τις υπέρτερες αποδοχές, που του είχε καταβάλλει αχρεωστήτως, κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο, επειδή είχε λήξει η σύμβαση του, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των 3.999,30 ευρώ (4.550 ευρώ καταβληθείσες αποδοχές - 2.550,95 ευρώ νόμιμες αποδοχές δημοσιογράφου χωρίς αποκλειστική απασχόληση = 1 .999 ευρώ Χ 2 μήνες).
Η εναγόμενη δεν αρνείται τα παραπάνω περιστατικά, αντίθετα μάλιστα αποδέχεται τις συνεχείς ανανεώσεις της αρχικής εργασιακής σύμβασης ορισμένου χρόνου του ενάγοντος αλλά και τη μετάταξη του ίδιου από 1.1.2009 στο προηγούμενο εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς. Εριστό σημείο μεταξύ των διαδίκων, αποτελεί μόνο το γεγονός, αν πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση περί βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του ενάγοντος.
Ως προς το ζήτημα αυτό, θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί, ότι και μόνο η σημαντική διαφορά μεταξύ των αποδοχών που λάμβανε ο ενάγων με βάση τις προαναφερόμενες διαδοχικές ετήσιες συμβάσεις εργασίας και εκείνων που λάμβανε μετά τη μετάταξη του στο προηγούμενο καθεστώς αμοιβής των δημοσιογράφων μη αποκλειστικής απασχόλησης, συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, η δε εναγόμενη ουδόλως αρνείται το γεγονός αυτό της μειώσεως των αποδοχών του, ούτε το ύψος.
Η εναγόμενη όμως αναφέρεται κυρίως στο γεγονός της γνώσης από τον ενάγοντα της ενδεχόμενης μελλοντικής μετάταξης του στο καθεστώς εργασίας και αμοιβής των δημοσιογράφων χωρίς αποκλειστική απασχόληση, και της αποδοχής του ίδιου, ότι στην παραπάνω περίπτωση δεν θα επρόκειτο περί βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του.
Είναι δε αναμφισβήτητο γεγονός, κατά τα προαναφερόμενα, ότι τα περιστατικά αυτά πράγματι αποτέλεσαν ρητό όρο της αρχικής συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος, που επαναλαμβάνονταν και στις επόμενες όμοιες συμβάσεις εργασίας τούτου, σε κάθε μια από τις οποίες, γινόταν μνεία ότι εφαρμόζονται οι ίδιοι όροι, όπως και σε κάθε προηγούμενη.
Επομένως, στην εναγόμενη - εργοδότρια παρεχόταν το δικαίωμα από την ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, να μεταβάλλει μονομερώς τους όρους εργασίας του, με τον υποβιβασμό του σε θέση μη πλήρους απασχόλησης, με μειωμένες αποδοχές, ενέργεια την οποία μάλιστα ο ίδιος δεσμεύθηκε να μην θεωρήσει ως βλαπτική μεταβολή της εργασιακής του σύμβασης. 'Όπως όμως ήδη εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, ακόμα και σ' αυτήν την περίπτωση, κατά την οποία αποδείχθηκε, ότι στην εναγόμενη παρεχόταν η δυνατότητα μονομερούς μεταβολής των όρων εργασίας του ενάγοντος, από τη σύμβαση εργασίας του τελευταίου, το διευθυντικό δικαίωμα αυτό της εναγομένης, υπόκειται στους περιορισμούς που θέτουν τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 Α.Κ., ζήτημα, που πρέπει να ελεγχθεί στη συνέχεια.
Ήδη δε αποδείχθηκε, ότι η εναγόμενη διατηρούσε τον ενάγοντα σε καθεστώς αποκλειστικής απασχόλησης δημοσιογράφου επί δεκατρία και πλέον έτη, με συνεχόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου και του κατέβαλε σταθερά τις συμφωνημένες αυξημένες αποδοχές του, ακόμα και κατά τα μικρά μεσοδιαστήματα που παρεμβάλλονταν μεταξύ της λήξης και της επόμενης ανανέωσης κάθε μιας από τις εν λόγω συμβάσεις.
Παράλληλα δε, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι ο ενάγων και μετά τη λήξη της τελευταίας ως άνω συμβάσεως εργασίας του, η οποία δεν ανανεώθηκε, εξακολούθησε να ασκεί τα ίδια υπεύθυνα καθήκοντα, που του είχαν ανατεθεί. Συγκεκριμένα, ο ενάγων, από το 1997 είχε αναλάβει, με απόφαση του αρμόδιου υπηρεσιακού συμβουλίου της εναγομένης, καθήκοντα Προϊσταμένου του Τμήματος Παραγωγής Δελτίων Ειδήσεων, ενώ από το έτος 2005 μετακινήθηκε, χωρίς να υποβιβαστεί υπηρεσιακά και μισθολογικά, στη Διεύθυνση Διεθνών Τηλεοπτικών Εκπομπών της Γενικής Διεύθυνσης Τηλεόρασης (δορυφορικό κανάλι της ΕΡΤ), με καθήκοντα υπεύθυνου όλων των ενημερωτικών εκπομπών της "ΕΡΤ - WORLD", τα οποία άσκησε συνεχώς μέχρι το έτος 2010, οπότε αποχώρησε από την υπηρεσία του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, δηλαδή τη συνεχή ανανέωση των συμβάσεων εργασίας του ενάγοντος για μεγάλο χρονικό διάστημα και την παροχή από τον τελευταίο, της ίδιας εργασίας σε καθεστώς αποκλειστικής απασχόλησης δημοσιογράφου, ακόμα και μετά τη λήξη της τελευταίας συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου τούτου και τη μη ανανέωσή της, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, συνάγεται, σαφώς, ότι ο προαναφερόμενος όρος των συμβάσεων ορισμένου χρόνου που καταρτίζονταν ,μεταξύ των διαδίκων, που παρείχε στην εναγόμενη τη δυνατότητα να επαναφέρει μονομερώς τον ενάγοντα σε καθεστώς εργασίας δημοσιογράφου χωρίς αποκλειστική απασχόληση, είχε ατονήσει εντελώς.
Η επανάληψη τούτου σε κάθε μια από τις επόμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος, υπό τη μορφή "κατά τα λοιπά ισχύουν οι όροι και οι συμφωνίες ..." κάθε προηγούμενης συμβάσεως, ήταν πλέον τυπική και έφθασε να αποτελεί "γράμμα κενό περιεχομένου", αφού ουσιαστικά η εναγόμενη απασχολούσε τον ενάγοντα, ακριβώς όπως θα συνέβαινε, αν η σύμβαση εργασία του ήταν αορίστου χρόνου.
Με τις συνθήκες αυτές, ήταν απολύτως εύλογο, ο ενάγων να υπολαμβάνει, ότι η βούληση της εναγομένης ήταν να τον απασχολεί με το ίδιο καθεστώς για αόριστο χρονικό διάστημα και ότι η τελευταία δεν επρόκειτο να προβεί στη μετάταξη του στο προηγούμενο καθεστώς εργασίας του, αφού δεν το έπραξε επί σειρά πολλών ετών, παρά το γεγονός, ότι για κάθε έτος υπέγραφε νέα σύμβαση εργασίας.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, αποδείχθηκε στην προκειμένη περίπτωση, ότι η εναγόμενη, άσκησε το δικαίωμα που της παρεχόταν από τις ως άνω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος και προέβη στη μετάταξή του σε καθεστώς εργασίας δημοσιογράφου χωρίς αποκλειστική απασχόληση, κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός τούτου.
Ειδικότερα, η εναγόμενη, φροντίζοντας να εξασφαλίσει κυρίως τα δικά στης συμφέροντα και προκειμένου να αποφύγει τις δεσμεύσεις, όπως άλλωστε και η ίδια υποστηρίζει στην ένδικη έφεση της, τις οποίες συνεπάγεται η κατάρτιση σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, προέβη στην κατάρτιση σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου με τον ενάγοντα, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό της το δικαίωμα να μεταβάλλει μονομερώς τους όρους εργασίας του, χωρίς ο τελευταίος να μπορεί να θεωρήσει την ενέργεια της αυτή ως βλαπτική μεταβολή της εργασιακής του σχέσης.
Ο ενάγων, ως το ασθενέστερο μέρος των συμβαλλομένων, αποδέχθηκε τους όρους αυτούς, χωρίς να έχει άλλη δυνατότητα. Και αν μεν η εναγομένη έκανε χρήση του όρου αυτού και προέβαινε στη μετάταξη του στο προηγούμενο εργασιακό καθεστώς, μετά τη λήξη της αρχικής συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου τούτου, ή σε εύλογο χρόνο, θα μπορούσε να γίνει λόγος περί μη καταχρηστικής ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματός της.
Εκείνη όμως, συνέχισε να καταρτίζει με τον ενάγοντα συμβάσεις ομοίου περιεχομένου, επί σειρά ετών, δημιουργώντας στον ίδιο, με τον τρόπο αυτό, την πεποίθηση jou θα συνεχίσει και στο μέλλον να τον απασχολεί ως δημοσιογράφο αποκλειστικής απασχόλησης, όταν δε, μετά από δεκατρία και πλέον έτη, προέβη τελικά στη μετάταξη του ενάγοντος στο προηγούμενο εργασιακό του καθεστώς, εξακολούθησε να απολαμβάνει τις υπηρεσίες του, όπως ακριβώς και προηγουμένως, χορηγώντας του όμως αρκετά μειωμένες αποδοχές.
Άλλωστε, η μετάταξη του ενάγοντος σε καθεστώς αποκλειστικής απασχόλησης και η κατάρτιση σχετικής συμβάσεως εργασίας, με την οποία συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, και η καταβολή αυξημένων αποδοχών, έχει τον χαρακτήρα μισθολογικής προαγωγής, με αποτέλεσμα, η επαναφορά τούτου στο προηγούμενο της μετάταξης εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς, μετά μάλιστα από μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε αντικειμενικού λόγου, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, να συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης, να επιφέρει με τον τρόπο αυτό μονομερή βλαπτική μεταβολή των εργασιακών όρων του ενάγοντος, παρά την ύπαρξη της αντίθετης συμφωνίας των διαδίκων περί του ζητήματος αυτού.
Τη βλαπτική αυτή μεταβολή απέκρουσε ρητά ο ενάγων με την από 24.3.2009 εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε νόμιμα στην εναγόμενη με την 8401 Δ/24.3. 2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., εμμένοντας στους όρους αμοιβής και εργασίας του, όπως είχαν συμφωνηθεί στην αρχική από 21.1.1995 σύμβαση αποκλειστικής απασχόλησης και είχαν διαμορφωθεί στην από 29.1.2008 τελευταία ανανεωτική σύμβαση.
Συνεπώς, έκτοτε η εναγόμενη, η οποία συνέχισε να καταβάλλει στον ενάγοντα μηνιαίες αποδοχές, που υπολείπονταν των συμβατικά καθορισμένων στο προηγούμενο εργασιακό καθεστώς τούτου, κατέστη υπερήμερη οφειλέτης, με συνέπεια να υποχρεούται να του καταβάλλει, τις διαφορές μεταξύ του μισθού που έπρεπε να του καταβάλλει και εκείνου, που πράγματι του κατέβαλε.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα παραπάνω και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα, για την ως άνω αιτία, το συνολικό ποσό των 34.197,36 ευρώ, για τους μαθηματικούς υπολογισμούς και το ύψος του οποίου, δεν υφίσταται λόγος εφέσεως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει ν' απορριφθεί ο σχετικός με το ζήτημα αυτό δεύτερος λόγος εφέσεως της εναγομένης.
Κατ' ορθή επίσης ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω σιωπηρά, χωρίς αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση (αρθρ. 534 Κ.Πολ.Δικ.), τον ισχυρισμό της εναγομένης, περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος, συνιστάμενο στη γνώση και αποδοχή εκ μέρους του τελευταίου ότι η σύμβαση εργασίας του ήταν ορισμένου χρόνου, μετά τη λήξη της οποίας ο ίδιος θα επανερχόταν στο προηγούμενο εργασιακό καθεστώς, αφού σύμφωνα με τα ίδια ως άνω περιστατικά που αποδείχθηκαν, η προαναφερόμενη συμπεριφορά της εναγομένης επί μακρό χρονικό διάστημα ευλόγως δημιούργησε στον ενάγοντα την πεποίθηση, ότι η εν λόγω συμφωνία είχε ατονήσει και δεν επρόκειτο να υλοποιηθεί εκ μέρους της εναγομένης, με αποτέλεσμα, το δικαίωμα του για την άσκηση της σχετικής αγωγής να μην υπερβαίνει τα αντικειμενικά όρια που καθορίζονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό τούτου.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος και ο τρίτος και τελευταίος λόγος της ένδικης εφέσεως της εναγομένης και η ένδικη έφεση αυτής στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 679/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία τούτο απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό της εναγόμενης, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και δέχθηκε όπως αναφέρθηκε εν μέρει την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 19 παρ 23 του ν. 1730/1987 3, 7 των ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 και 281ΑΚ, διότι κατά τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η μετάταξη του αναιρεσιβλήτου στο καθεστώς αποκλειστικής απασχόλησης, έγινε με πρωτοβουλία αυτού (αίτηση)μετά την οποία ακολούθησε σχετική εισήγηση του Προέδρου της ΕΡΤ και απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΡΤ ΑΕ και ακολούθησε η υπογραφείσα σύμβαση εργασίας δημοσιογράφου αποκλειστικής απασχόλησης μετά δε την ημερομηνία λήξης της ορισμένου χρόνου διάρκειας σύμβασης εργασίας αυτής του αναιρεσιβλήτου (αρχομένη από 21-1-1995 και λήγουσα την 20-1-1996, στην οποία (σύμβαση άρθρο 9) ορίσθηκε ρητά ο αναιρεσίβλητος δημοσιογράφος επανέρχεται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διαδικασία στο προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς της μη αποκλειστικής του απασχόλησης, που είχε πριν τη μετάταξή του, χωρίς αυτό να θεωρείται βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σχέσης και ότι ο ίδιος όρος επαναλήφθηκε στις δέκα τρεις ετήσιες ομοίου περιεχομένου συμβάσεις, μέχρι την 31-12-2008 οπότε η ΕΡΤ ΑΕ (νομίμως εκπροσωπούμενη) αποφάσισε όπως είχε νόμιμο και συμβατικό δικαίωμα και όχι κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που τάσσουν η καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος άρθρο 281ΑΚ) να μην αποδεχθεί το αίτημα του αναιρεσιβλήτου για περαιτέρω ανανέωση της σύμβασης του ως αποκλειστικής απασχόλησης.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, η θέσπιση από το νόμο του όλως εξαιρετικού και ειδικού καθεστώτος της αποκλειστικής απασχόλησης ορισμένων δημοσιογράφων της ΕΡΤ ΑΕ υπαγορεύτηκε από την ανάγκη της ΕΡΤ ΑΕ να ανανεώνει το προσωπικό της και να εκπληρώνει όσο γίνεται καλύτερα το σκοπό της που είναι η ενημέρωση, μόρφωση και ψυχαγωγία του Ελληνικού λαού και συνεπώς η μη ανανέωση της σύμβασης του αναιρεσιβλήτου, υπαγορεύτηκε από τον ανωτέρω σκοπό, προς αποφυγή δεσμεύσεων που θα οδηγούσαν σε μη αναγκαία διατήρηση θέσεων εργασίας, με αντίστοιχη αδικαιολόγητη δαπάνη του δημοσίου χρήματος και της δημόσιας περιουσίας της ΕΡΤ.
Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ότι, η επαναφορά του αναιρεσιβλήτου στο σύνηθες εργασιακό καθεστώς (μη ειδικής απασχόλησης), συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και ότι το διευθυντικό δικαίωμα της ΕΡΤ ΑΕ ασκήθηκε καταχρηστικά, εσφαλμένα εφάρμοσε και υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις που αναφέρθηκαν και ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθία τούτων, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας του παραπάνω κριθέντος ως βασίμου λόγου της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (αρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (αρθρ. 22 ν.3693/87).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1545/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ