Legislator Case Law & Legislation
695/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal on statute of limitations; case remanded for final judgment on merits.

Case Number 695/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding the statute of limitations but remanded the case for a final judgment. The lower court incorrectly rejected the defendants' limitation defense, ruling that the five-year period had not expired. The Court found the defendants' claims arose in 1999 and were properly interrupted by the 2005 lawsuit, making the five-year limitation period applicable. Consequently, the Court upheld the limitation defense while ordering the case to be retried on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 250(6), 251, 253, 261, 263 of the Civil Code; The statute of limitations period commences from the date the claim becomes enforceable and is interrupted by the filing of a lawsuit, thereby preventing the expiration of the five-year period.

Keywords

AI generated
statute of limitations Civil Code provisions interruption of limitation appeal procedure remand for judgment limitation period calculation civil liability

Cited Legislation

AI generated
Article 250(6) of the Civil Code
Article 251 of the Civil Code
Article 253 of the Civil Code
Article 261 of the Civil Code
Article 263 of the Civil Code
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 695 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 695/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Α. του Π., κατοίκου ..., 2) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ... 3) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Θ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 5) Ι. Μ. του Β., κατοίκου ... και 6) Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 967/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 6-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 14-6-2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 967/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την παραπάνω σημειούμενη δικάσιμο (5-11-2013), η αναιρεσείουσα εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη, που διορίσθηκε από εκείνη με αυτή την ιδιότητα με το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. .../5-4-2011 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φραγκίσκης Κτενά.

Οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. …/10-12-2012, …/13-12-2012, …/5-12-2012, …/28-12-2012, …/5-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών … και τις συνημμένες στις εκθέσεις αυτές Αποδείξεις Παραλαβής θυροκολληθέντος εγγράφου του Αξιωματικού Υπηρεσίας των αρμοδίων Αστυνομικών Τμημάτων και Βεβαιώσεις (ειδοποιήσεως) της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, τις οποίες έχει συνυπογράψει και ο αρμόδιος ταχυδρομικός υπάλληλος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθμ.

πρωτ. 441/22-11-2012 Βεβαιώσεως του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, περί νέας αναβολής της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως για την δικάσιμο της 5-3-2013, μετά κλήσεως προς εμφάνιση κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο, επιδόθηκαν, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομίμως και εμπροθέσμως, στους αναιρεσιβλήτους Σ.

Α. (1ο), Π. Κ. (2ο), Θ. Κ. (4ο), Ι. Μ. (5ο) και Ε. Σ. (6ο). Από δε την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../25-11-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας … προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον αναιρεσίβλητο Ν.

Κ. (3ο), στον οποίο, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...'/3-12-2012 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λαμίας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομίμως και εμπροθέσμως, και ακριβές αντίγραφο της ως άνω υπ' αριθμ. πρωτ. 441/22-11-2012 Βεβαιώσεως του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, περί νέας αναβολής της συζητήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως για την δικάσιμο της 5-3-2013, μετά κλήσεως προς εμφάνισή του κατά τη νέα αυτή μετ' αναβολή δικάσιμο.

Κατά τη δικάσιμο αυτή (5-3-2013), η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε, παρόντων και των αναιρεσιβλήτων, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο (5-11-2013), κατά την οποία, όπως προελέχθη, οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Υπό τα δεδομένα αυτά, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των υπηρετών και εργατών για την πληρωμή των μισθών τους ή άλλων αμοιβών, καθώς και οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, κατά δε τα άρθρα 251 και 253 ΑΚ, η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η επιδίωξή τους.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 261 εδ. α' και 263 του ΑΚ, η έγερση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή, κάθε δε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξη μήνες (από της γενομένης παραιτήσεως ή από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής), η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπή με την προηγούμενη αγωγή.

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη από 5-12-2005 αγωγή τους, ζητούν να υποχρεωθεί η εναγόμενη - αναιρεσείουσα, με την οποία συνδέονται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, που διέπεται από τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού αυτής, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, διότι κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν.Δ. 210/1974, να τους καταβάλει ως πρόσθετη αμοιβή, για την απασχόλησή τους στην Επιχείρησή της κατά το έτος 1999 τις αναφερόμενες ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, χωρίς να λαμβάνουν αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, το ποσό των 2.830,19 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών, το ποσό των 4.396,37 ευρώ στον δεύτερο, το ποσό των 5.684,83 ευρώ στον τρίτο, το ποσό των 1.852,62 ευρώ στον τέταρτο, το ποσό των 1.813,07 ευρώ στον πέμπτο και το ποσό των 2.396,55 ευρώ στον έκτο, που τους οφείλει από την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας και τον Κανονισμό Καταστάσεως του Προσωπικού της (ΚΚΠ - ΔΕΗ), άλλως λόγω παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως άλλως λόγω αδικοπραξίας, άλλως κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ότι με την ένδικη αυτή αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 21-2-2006 (βλ. την από 21-2-2006 σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κ. Δ. επί του επιδοθέντος στην εναγομένη ακριβούς επικυρωμένου αντιγράφου της ένδικης αγωγής), οι ενάγοντες παραιτήθηκαν ρητώς από το δικόγραφο της προηγούμενης από 4-1-2005 αγωγής τους, που είχε το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο και αίτημα με την ένδικη αγωγή, η οποία (προηγούμενη αγωγή) επιδόθηκε στην εναγομένη στις 27-4-2005, όπως τούτο προκύπτει από την σχετική επισημείωση του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή Κ.

Δ. επί του επιδοθέντος στην εναγομένη ακριβούς επικυρωμένου αντιγράφου της από 4-1-2005 αγωγής, και ότι έτσι - είπε το Εφετείο - η παραγραφή των επιδίκων μισθολογικών αξιώσεων των εναγόντων θεωρείται ότι διακόπηκε με την ως άνω προηγούμενη από 4-1-2005 αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 27-4-2005, εντός, δηλαδή, της πενταετίας από την λήξη του έτους 1999, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και έγιναν απαιτητές οι επίδικες αξιώσεις τους.

Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την παραδεκτώς προταθείσα ενώπιόν του από την εναγομένη ένσταση παραγραφής και επιδίκασε στους ενάγοντες τα αιτούμενα με την ένδικη αγωγή τους χρηματικά ποσά, γι' αυτό και ο σχετικός λόγος της εφέσεως αυτής (εναγομένης) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αριθμ. 6 και 17, 251, 253, 261 και 263 ΑΚ, γιατί η παραγραφή των επίδικων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη μέσα στο έτος 1999, άρχισε την 1-1-2000, μέχρι δε και την διακοπή αυτής (παραγραφής) με την άσκηση της πρώτης ως άνω αγωγής στις 27-4-2005, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών (2000, 2001, 2002, 2003 και 2004), που είχε ως συνέπεια την παραγραφή αυτών (επίδικων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων).

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που προσβάλλεται κατά την κύρια και μόνο βάση της. Περαιτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου (Αρείου Πάγου), η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Πρέπει, λοιπόν, σύμφωνα με το άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει. Μετά ταύτα πρέπει, κατά παραδοχή της ως άνω ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, να απορριφθεί η αγωγή (και) κατά την κύρια βάση της. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 967/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που προσβάλλεται. Κρατεί την υπόθεση.

Δικάζει την από 5-12-2005 αγωγή (αριθμ. καταθ. δικογρ. 5193/2005) των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της ήδη αναιρεσείουσας, κατά την κύρια βάση της.

Απορρίπτει την αγωγή αυτή κατά το πιο πάνω μέρος της. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ