Supreme Court dismisses appeal against dismissal of equal pay claim due to lack of voluntary employer provision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for equal pay. The appellant argued that he should have been included in a higher salary category alongside colleagues with similar qualifications, while the employer contended that the classification was based on specific educational requirements. The court ruled that the salary structure was not a voluntary benefit but a statutory obligation, meaning the principle of equal treatment does not apply to enforce identical classifications regardless of actual job performance or specific educational credentials.
Legislator headnote
AI generatedArticles 288 of the Civil Code; Article 22(1)(b) of the Constitution; Article 119 of the EEC Treaty; Articles 14-3-1985 and 10-5-1985 Collective Agreements: The principle of equal treatment applies only to voluntary employer benefits, not to statutory obligations where differentiation is justified by objective criteria such as specific educational qualifications.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 695 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 695/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λυκοκάπη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΕ ΑΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8348/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 16-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθμ. 8348/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ. 1 εδάφ. β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, απορρέει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία, αν ο εργοδότης προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς του, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτήν άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν, κάτω υπό τις αυτές συνθήκες και με τα ίδια προσόντα, την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και είναι, συνεπώς, δίκαιη και εύλογη κατά αντικειμενική κρίση.
Η παραπάνω αρχή της ίσης μεταχειρίσεως έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ. 1, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1β' του Συντάγματος. Περαιτέρω, με τις από 14-3-1985 και 10-5-1985 (τροποποίηση της πρώτης) Ειδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΕΣΣΕ), που καταρτίσθηκαν μεταξύ ΟΤΕ - ΑΕ και ΟΜΕ - ΟΤΕ, κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμ.
καταθ. 41/1985 και 66/1985, αντίστοιχα, και ισχύουν από 1-1-1985, θεσμοθετήθηκε και ισχύει για το τακτικό προσωπικό της ΟΤΕ - ΑΕ (αναιρεσίβλητης) ενιαίο μισθολόγιο, με το οποίο το προσωπικό, ανεξάρτητα από τον βαθμό που κατέχει, διακρίνεται από τη στάθμη της εκπαίδευσής του σε κατηγορίες, με βάση τις οποίες εντάσσεται και εξελίσσεται στα καθοριζόμενα μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ.).
Ο όρος 8 της παραπάνω Ε.Σ.Σ.Ε., που περιλαμβάνει τους πάγιους κανόνες ένταξης του προσωπικού στα μ.κ., ορίζει, στην παρ. 1, ότι η ένταξη σ' αυτά γίνεται με βάση την στάθμη εκπαίδευσής του και τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας του στον ΟΤΕ ως μόνιμου, δόκιμου ή έκτακτου, ενώ με τον όρο 2 παρ. 1 αυτής (Ε.Σ.Σ.Ε.) το προσωπικό διακρίνεται με βάση την στάθμη εκπαίδευσής του στις μισθολογικές κατηγορίες:
ΣΕ (στοιχειώδους εκπαίδευσης), ΓΕ (γυμνασιακής εννεαετούς εκπαίδευσης), ΜΕ (μέσης δωδεκαετούς εκπαίδευσης), ΑΡ2 (ανωτέρας διετούς εκπαίδευσης), ΑΡ3 (ανωτέρας τριετούς εκπαίδευσης), ΑΡ4 (ανωτέρας τετραετούς εκπαίδευσης), ΑΤ4 (ανωτάτης τετραετούς εκπαίδευσης) και ΑΤ5 (ανωτάτης πενταετούς εκπαίδευσης). Με τον όρο 3 του μισθολογίου καθορίσθηκε η ένταξη του προσωπικού στα μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ.) και η εξέλιξή του.
Ο όρος 11 τούτου (μισθολογίου) περιέχει διατάξεις μεταβατικής ισχύος, για το προσωπικό που υπηρετούσε ήδη στον ΟΤΕ κατά την εισαγωγή του μισθολογίου (1-1-1985). Ειδικότερα, ο όρος αυτός (11) προβλέπει στην παρ. 1 ότι στα μ.κ. εντάσσεται μόνο το δόκιμο και μόνιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985, ενώ, κατά τον ίδιο όρο, το προσωπικό των κλάδων Ι, ΙΙ και
ΙΙΙ του ΓΚΠ - ΟΤΕ (Διοικητικό, Οικονομικό, Τεχνικό) εντάσσεται στο μισθολόγιο με βάση τα τυπικά του προσόντα, ανεξάρτητα από τους περιορισμούς του άρθρου 7 του ΓΚΠ - ΟΤΕ στους τίτλους σπουδών. Ακολούθως, με την από 21-3-1989 Ε.Σ.Σ.Ε. μεταξύ ΟΤΕ Α.Ε. και ΟΜΕ - ΟΤΕ (δημοσιεύθηκε με την Α.Υ.Ε. 13468/1989), που τροποποίησε και συμπλήρωσε το μισθολόγιο του 1985, ορίσθηκε ότι το προσωπικό των ΑΡ2, ΑΡ3, ΑΡ4, ΑΤ4, ΑΤ5 κατηγοριών εξελίσσεται, για τις πρώτες τρεις κατηγορίες σε 15 μισθολογικά κλιμάκια, με εισαγωγικό και καταληκτικό για την πρώτη (ΑΡ2) το ενδέκατο και εικοστό πέμπτο, για την δεύτερη (ΑΡ3) το δωδέκατο και εικοστό έκτο και για την τρίτη (ΑΡ4) το δέκατο τρίτο και εικοστό έβδομο, για την τέταρτη κατηγορία (ΑΤ4) σε 16 μισθολογικά κλιμάκια, με εισαγωγικό το δέκατο τρίτο και καταληκτικό το εικοστό όγδοο και για την πέμπτη κατηγορία (ΑΤ5) σε 14 μισθολογικά κλιμάκια, με εισαγωγικό το δέκατο πέμπτο και καταληκτικό το εικοστό όγδοο, ορίσθηκε επίσης ότι όλα τα μισθολογικά κλιμάκια διανύονται ανά διετία.
Βάσει των παραπάνω ρυθμίσεων, το προσωπικό με τίτλο σπουδών Ανωτέρας ή Ανωτάτης εκπαίδευσης, που υπηρετούσε την 1-1-1985 είτε ως μόνιμο, είτε ως δόκιμο, εντάχθηκε στο μισθολόγιο βάσει της στάθμης εκπαίδευσης και των ετών σπουδών, ανεξάρτητα αν οι τίτλοι σπουδών τους αναγνωρίζονται ή όχι από το άρθρο 7 του ΓΚΠ - ΟΤΕ.
Η ως άνω ρύθμιση δεν ίσχυε για το προσωπικό που υπηρετούσε ως έκτακτο την 1-1-1985, καθώς και για το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985, αλλά απέκτησε μετά την ημερομηνία αυτή τίτλους σπουδών, που δεν προβλέπονται για την ειδικότητά του, αφού για την κατηγορία αυτή των υπαλλήλων ίσχυε η διάταξη του 2ου όρου του μισθολογίου, σύμφωνα με την οποία οι τίτλοι σπουδών, που λαμβάνονται υπόψη για την διάκριση κάθε κατηγορίας, είναι αυτοί που για κάθε κλάδο του προσωπικού προσδιορίζονται στο ΓΚΠ - ΟΤΕ.
Ειδικά, όμως, για το προσωπικό που είχε πτυχίο της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής του ΟΤΕ (ΑΤΣ - ΟΤΕ), αν και ο χρόνος απόκτησης του πτυχίου ήταν 18 μήνες και, κατ' αρχήν, δικαιολογούσε κατάταξη στην κατηγορία ΑΡ2, ορίσθηκε με τον όρο 3 παρ. 7 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ ότι εξελίσσεται όπως το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ3.
Με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ (όρος 4 παράγραφοι δ', ε' και στ' αυτής) αναμορφώθηκαν οι ως άνω κατηγορίες του προσωπικού και ορίσθηκε ότι από 1-4-1999 το προσωπικό με πτυχίο διετούς Ανωτέρας Εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΤΕ2 (τεχνολογικής διετούς εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΡ2), το προσωπικό με πτυχίο τριετούς ή τετραετούς Ανωτέρας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΤΕ (τεχνολογικής εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΡ3) και το προσωπικό με πτυχίο τετραετούς Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΠΕ4 (πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΤ4).
Όπως γίνεται δεκτό και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η εναγομένη - αναιρεσίβλητη, με τις παραπάνω ρυθμίσεις του όρου 4 παρ. δ', ε' και στ' της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, επανέλαβε την θεσμοθετημένη ήδη με τον άνω όρο 3 παρ. 7 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, όπως τροποποιήθηκε με την από 10-5-1985 όμοια Σύμβαση, διάκριση υπέρ του προσωπικού της, που κατείχε πτυχίο της Ανωτέρας Τηλεπικοινωνιακής Σχολής του ΟΤΕ (ΑΤΣ - ΟΤΕ), το οποίο (προσωπικό) έτσι εντάχθηκε στη κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), δηλαδή σε κατηγορία που περιελάμβανε προσωπικό με πτυχίο τριετούς ή τετραετούς Ανωτέρας Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, ενώ διέθετε πτυχίο μόλις 18μηνης εκπαίδευσης, καθώς και τη θεσμοθετημένη με την απόφαση του ΔΣ του ΟΤΕ, που λήφθηκε στην υπ' αριθμ. 2143/16-10-1999 Συνεδρίασή του, διάκριση υπέρ του προσωπικού της, που κατείχε πτυχίο Παιδαγωγικών Ακαδημιών, το οποίο (προσωπικό) έτσι εντάχθηκε στη κατηγορία ΠΕ4, δηλαδή σε κατηγορία που περιελάμβανε πτυχιούχους ανώτατης τετραετούς εκπαίδευσης, μολονότι κατείχε πτυχίο διετούς εκπαίδευσης.
Όσον αφορά την πρώτη από τις ως άνω ρυθμίσεις, αυτήν δηλαδή της ένταξης των πτυχιούχων της Ανωτέρας Τηλεπικοινωνιακής Σχολής του ΟΤΕ (ΑΤΣ - ΟΤΕ) στη κατηγορία ΤΕ, είναι φανερό ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη εκπλήρωσε νομική υποχρέωσή της, επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες από 14-3-1985 και 10-5-1985 ΕΣΣΕ (όρος 3 παρ. 7), καθώς και από την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ και δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή.
Συνακόλουθα, η μη ένταξη στην ίδια κατηγορία και των λοιπών πτυχιούχων άλλων σχολών, με τα ίδια έτη φοιτήσεως, δεν συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος τους. Αλλά και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι πρόκειται για οικειοθελή εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσίβλητης παροχή, η ένταξη των πτυχιούχων της σχολής ΑΤΣ - ΟΤΕ στην ανώτερη σε σχέση με τα έτη σπουδών τους κατηγορία ΤΕ και η εξαίρεση των πτυχιούχων άλλων, με τα ίδια έτη φοιτήσεως, σχολών από τη ρύθμιση αυτή, δικαιολογείται από ειδικούς και σοβαρούς, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγους, δεδομένου ότι οι πτυχιούχοι της Ανωτέρας Τηλεπικοινωνιακής Σχολής του ΟΤΕ, έχοντας εκπαιδευθεί ειδικά προς τούτο επί τέσσερα εξάμηνα και σύμφωνα με τις ανάγκες και το αντικείμενο της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, με διδακτέα μαθήματα τηλεπικοινωνιακού περιεχομένου (όπως Τηλεφωνική Εκμετάλλευση, Τηλεπικοινωνιακές Εγκαταστάσεις κ.λπ.), όσο και γενικής παιδείας (Marketimg, Management, Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές κ.λπ.), και με εξαμηνιαίες εξετάσεις και πτυχιακή εξέταση, απέδιδαν ποσοτικά και ποιοτικά καλύτερη εργασία από τους πτυχιούχους άλλων σχολών τεχνολογικής εκπαίδευσης διετούς φοιτήσεως, γι' αυτό και ήταν δίκαιο και εύλογο να αμειφθεί η εργασία τους αυτή με την κατάταξή τους στη κατηγορία ΤΕ, όπου κατατάσσονταν οι πτυχιούχοι τεχνολογικών σχολών τριετούς φοιτήσεως, χωρίς να παραβιάζεται με την διάκριση αυτή η συνταγματική αρχή της ισότητας, αλλά ούτε και η αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος). Όσον αφορά δε την ένταξη των πτυχιούχων Παιδαγωγικών Ακαδημιών στη μισθολογική κατηγορία της τετραετούς Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ4), η ρύθμιση αυτή υπαγορεύθηκε από το γεγονός, ότι οι Παιδαγωγικές Ακαδημίες είχαν ήδη, δια νόμου, αναβαθμισθεί σε ανώτατες σχολές τετραετούς φοιτήσεως, η δε ένταξη, με την εν λόγω ρύθμιση, στην ανώτερη κατηγορία ΠΕ4 και των πτυχιούχων των σχολών αυτών που είχαν φοιτήσει μόνο δύο έτη, έγινε, ευλόγως, για να μην υφίστανται βαθμολογικές και μισθολογικές διαφοροποιήσεις μεταξύ πτυχιούχων της ίδιας σχολής, ενόψει και της αναβαθμίσεως, με το νόμο, του πτυχίου τους.
Περαιτέρω, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχθηκε ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, και τα ακόλουθα: Ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, προσλήφθηκε από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη), στις 13-12-1974, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με τον εισαγωγικό βαθμό ΔΕΠ6, προσέφερε δε έκτοτε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως διοικητικός υπάλληλος μέχρι τις 20-3-2001, οπότε απολύθηκε με τον βαθμό Δ/Α.
Σε υλοποίηση της από 14-3- 1985 ΕΣΣΕ (όρος 3 παρ. 8) η εναγομένη κατέταξε τον ενάγοντα στην ΑΡ2 κατηγορία (ανώτερης διετούς εκπαίδευσης), δεδομένου ότι κατείχε από της προσλήψεώς του πτυχίο ραδιοτηλεγραφητή διετούς φοίτησης και από 1-4-1999, βάσει της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, τον κατέταξε στην αντίστοιχη ΤΕ2 κατηγορία. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή ΕΣΣΕ, που επανέλαβε την προγενέστερη όμοια ρύθμιση των από 14-3- 1985 και 10-5-1985 ΕΣΣΕ (όρος 3 παρ. 7), η εναγομένη κατέταξε στην κατηγορία ΤΕ (τριετούς ή τετραετούς ανώτερης τεχνολογικής εκπαίδευσης) τους υπαλλήλους της που διέθεταν πτυχίο της σχολής ΑΤΣ - ΟΤΕ, μεταξύ των οποίων και τους Ν.
Μ. και Α. Α., οι οποίοι υπηρετούσαν σ' αυτή την 1-1-1985 και είχαν παρόμοια με τον ενάγοντα διοικητικά καθήκοντα. Με την κατάταξη των υπαλλήλων αυτών στην προαναφερθείσα ανώτερη κατηγορία, που έγινε σε υλοποίηση της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, και τον αποκλεισμό του ενάγοντος από αυτή, δεν παραβιάζεται, όπως δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, η αρχή της ίσης μεταχείρισης, καθόσον δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή, ούτε εισάγεται δυσμενής διάκριση σε βάρος του (ενάγοντος), ώστε να θεμελιώνεται δικαίωμα αυτού, με βάση την αρχή της ισότητας, για ένταξή του στην ίδια ανώτερη κατηγορία, καθώς η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από την προσφερόμενη από τους παραπάνω συναδέλφους του, πτυχιούχους της σχολής ΑΤΣ - ΟΤΕ, ποιοτικά ανώτερη εργασία, λόγω της εξειδικευμένης εκπαίδευσης των τελευταίων.
Εξάλλου - δέχθηκε ακόμη το Πολυμελές Πρωτοδικείο - και η κατάταξη των πτυχιούχων Παιδαγωγικής Ακαδημίας, συναδέλφων του ενάγοντος, Γ. Ψ. Σ. Κ. και Ε. Α. στην ΑΤ4 κατηγορία από 1-1-1999, που έγινε σε υλοποίηση της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ και ο αντίστοιχος αποκλεισμός του ενάγοντος από την κατηγορία αυτή, δεν συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και έκδηλη άνιση μεταχείριση του ενάγοντος, καθόσον δεν είχε αυτός τα ίδια με εκείνους προσόντα.
Άλλωστε, και ο ίδιος ο ενάγων δεν ζητά την εξομοίωσή του και την κατάταξή του στην ίδια με τους εν λόγω συναδέλφους του κατηγορία, αλλά μόνο στην κατώτερη αυτής κατηγορία ΤΕ. Βάσει των ως άνω παραδοχών και κρίσεων, το Πολυμελές Πρωτοδικείο εξαφάνισε, μετά παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης, την πρωτόδικη απόφαση (4/2007 του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου), που είχε αποφανθεί αντιθέτως, δηλαδή ότι ο ενάγων έπρεπε να είχε ενταχθεί από 1-1-1999 στη κατηγορία ΑΡ3 και από 1-4-1999 στη κατηγορία ΤΕ και είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή του, επιδικάζοντας σ' αυτόν τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές (εκ 3.412,38 ευρώ), και απέρριψε (το Πολυμελές Πρωτοδικείο) την αγωγή αυτή.
Κρίνοντας έτσι το Δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ και των Ειδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, που προαναφέρθηκαν και, επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-7-2010 αίτηση του Α. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8348/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ