Supreme Court dismisses appeal due to defendant's absence and procedural defects in the appeal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision regarding overtime pay. The appellant failed to appear in court or submit a lawyer's declaration, while the Public Power Corporation presented evidence proving the summons was legally served. The court rejected the appeal as inadmissible because the appellant's absence prevented a proper hearing and the substantive arguments were deemed to challenge the court's unreviewable factual findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal request is inadmissible if the appellant fails to appear in court or submit a lawyer's declaration, and the substantive arguments challenge the court's unreviewable factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 695 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 695/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2050/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7241/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 18-3-2010 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 3-5-2011 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 18-10-2011, οπότε και ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 20-10-2011 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη - καλούσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 20-4-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την με επίκληση προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η.) Α.Ε." υπ' αριθμ. 9515Β'/7-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 3-5-2011, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της επισπεύδουσας την συζήτηση αναιρεσίβλητης, στον αναιρεσείοντα Κ. Σ.. Κατά την δικάσιμο αυτή, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 18-10-2011, οπότε και ματαιώθηκε. Από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 11027Β'/6-12-2011 έκθεση επιδόσεως του παραπάνω δικαστικού επιμελητή ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 20-10-2011 κλήσεως της αναιρεσίβλητης προς εμφάνιση και συζήτηση κατά την σημερινή δικάσιμο (20-3-2012) της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα. Αυτός, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, ούτε πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, σαν να ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 515/1970 "Περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 264/1973 (έχει ήδη αντικατασταθεί με την παράγραφο 11 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010), "Δι' αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως (Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης), εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να χορηγείται κατά περίπτωσιν άδεια υπερωριακής απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει, ως και του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
επί πλέον των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχολήσεως, εις περιπτώσεις: α) επειγούσης φύσεως εργασίας, η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλομένη ως μη επιδεχομένη αναβολήν, β) εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.
Διά την κατά τα ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιον των μισθωτών καταβάλλεται ηυξημένον κατά 75%". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο διάρκειας της ημερησίας εργασίας, η απασχόληση του μισθωτού γίνεται νόμιμη σε όλη την χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη της επιδόσεως εγγράφου αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.
Οι αποφάσεις αυτές του Υπουργού Εργασίας είναι ατομικές και αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και ορισμένους περιοριστικώς αναφερομένους λόγους (επείγουσας φύσεως εργασία, εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.), εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν την συγκεκριμένη επιχείρηση ή την συγκεκριμένη υπηρεσία του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ., τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η, πέραν του ανωτάτου νομίμου ημερησίου ωραρίου απασχολήσεως, εργασία, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως και το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού.
Δεν απαιτείται δε να προσδιορίζονται ονομαστικώς στην απόφαση οι εργαζόμενοι, που θα εργασθούν υπερωριακώς, καθόσον ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της απόφασης ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχολήσεως, ποιοι από τους μισθωτούς αυτού θα εργασθούν νομίμως υπερωριακά.
Εξάλλου, η διαπίστωση του γεγονότος ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη και δεν επιδέχεται αναβολή, ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., ανήκει αποκλειστικώς στην αρμόδια Διοικητική Αρχή, ήτοι στον Υπουργό Εργασίας, και η κρίση του περί της συνδρομής της ουσιαστικής αυτής προϋποθέσεως δεν ελέγχεται από τα Πολιτικά Δικαστήρια.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού - Α.Ε." (ΔΕΗ ) και κατά το επίδικο από 1-1-1999 έως 30-4-2003 χρονικό διάστημα εργαζόταν, με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό που διατηρεί η αναιρεσίβλητη στο Λαύριο.
Κατά το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα, για επειγούσης φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίθηκε απολύτως επιβαλλόμενη και μη επιδεχόμενη αναβολή, ο αναιρεσείων απασχολήθηκε και υπερωριακώς, πραγματοποιώντας 2013 ώρες υπερωριακής εργασίας συνολικά. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι, για την υπερωριακή αυτή απασχόληση του αναιρεσείοντος, κατά τα έτη 1999, 2000, 2001, 2002 και 2003 (έως 30-4-2003), είχε χορηγηθεί σχετική άδεια από τον Υπουργό Εργασίας, με τις υπ' αριθμ. 2336/20-5-1999, 2876/14-12-1999, 3216/29-12-2000, 2795/28-6-2001, 3185/26-10-2001, 3478/18-12-2001, 2731/26-6-2002, 2629/8-7-2002, 2912/27-8-2002, 2975/25-11-2002 και 3057/21-3-2003 αποφάσεις αυτού, οι οποίες εκδόθηκαν μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και καλύπτουν όλο το επίδικο χρονικό διάστημα.
Γίνεται επίσης δεκτό από το Εφετείο, ότι οι ως άνω αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας αφορούν ειδικά την επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, ότι αναφέρεται σ' αυτές (αποφάσεις) ότι η άδεια για την υπερωριακή απασχόληση μισθωτών της αναιρεσίβλητης χορηγείται λόγω υπάρξεως εργασίας επειγούσης φύσεως, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη και μη επιδεχόμενη αναβολή και ακόμη ότι αναφέρεται στις εν λόγω αποφάσεις ο αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης, για τους οποίους επιτρέπεται η υπερωριακή απασχόληση, μεταξύ των οποίων είναι και οι εργαζόμενοι με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη, καθώς και ο αριθμός των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως αυτών.
Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι η κρίση του Υπουργού Εργασίας, περί της συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας επιβάλλεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή, δεν ελέγχεται από το πολιτικό δικαστήριο. Βάσει των ως άνω παραδοχών το Εφετείο κατέληξε, ότι η υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος κατά τα έτη 1999, 2000‚ 2001, 2002 και 2003 (έως 30-4-2003) κατέστη νόμιμη, σε όλη την χρονική έκτασή της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια της επιδόσεως έγγραφης αναγγελίας περί της υπερωριακής απασχολήσεως των μισθωτών της στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και ότι κατά συνέπεια δεν υπάρχει παράνομη υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος κατά το επίδικο από 1-1-1999 έως 30-4-2003 χρονικό διάστημα.
Έτσι το Εφετείο, μετά παραδοχή της εφέσεως της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (που είχε δεχθεί, εν μέρει, την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε την καταβολή αμοιβής για παράνομη υπερωριακή απασχόληση) και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη. Με τις ανωτέρω παραδοχές και με την βασισθείσα σ' αυτές κρίση του, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 515/1970, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 264/1973, και ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τις σχετικές του αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, πλήττει την ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2010 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7241/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 3η Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ