Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal due to insufficient reasoning on mediation causality.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision dismissing the lawsuit. The appellate court had rejected the claim for a mediator's fee, citing insufficient evidence of causality between the appellant's actions and the property sale. The Supreme Court found the appellate court's reasoning vague and inadequate for reviewing the substantive law applied. Consequently, the Supreme Court declared the appeal admissible and remanded the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept appeal arguments regarding insufficient reasoning when the lower court fails to establish a causal link between alleged mediation activities and the contract conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 695 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 695/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2010 , με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος- καλούντος : Ε. Κ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου , με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ Πολ Δ.
Της αναιρεσίβλητης- καθ'ής η κλήση: Κ. συζ. Χ. Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ... . Δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 711/2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και η 843/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 9-7-2008 αίτησή του η συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 28-04-2009 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 24-11-2009 οπότε και ματαιώθηκε . Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 9-12-2009 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων , όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 14-4-2009 έκθεση του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι εκ του άρθρου 559 αριθμ 19 Κ Πολ Δ πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και τέταρτος λόγοι, όπως συμπληρώνονται με την παρούσα εισηγητική έκθεση και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι του αναιρετηρίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 9-12-2009 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά τη ματαίωση της συζήτησης κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 24-11-2009, από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28-4-2009. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσίβλητη, η οποία όμως, όπως προκύπτει από την 12246/7-10-2010 έκθεση επιδόσεως της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης ..., κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατά την παρούσα συζήτηση, αφού επιδόθηκε σ' αυτήν ακριβές αντίγραφο της ως άνω κλήσεως. Στην ίδια διάδικο έχει επιδοθεί και ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 9-7-2008 αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, όπως προκύπτει από την 11248/19-6-2009 έκθεση επιδόσεως της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης ... . Επομένως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 703 παρ. 1 Α.Κ. εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας, για τη σύναψη μιας συμβάσεως, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως ευκαιρίας. Από την εν λόγω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής είναι α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως και β) η κατάρτιση της συμβάσεως ως συνέπεια της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως του μεσίτη.
Επίσης, για να δικαιούται ο τελευταίος αμοιβή πρέπει, εκτός των ανωτέρω, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της πράξεως, για την οποία δόθηκε η εντολή. Η ύπαρξη τέτοιας αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν δηλαδή η μεσολάβηση ή η υπόδειξη ευκαιρίας βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, οπότε και μόνο δημιουργείται υποχρέωση για την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, είναι πραγματικό ζήτημα και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, η σύμβαση μεσιτείας λύεται, εκτός από τους γενικούς λόγους λύσεως των συμβάσεων, μονομερώς και με την ανάκληση της μεσιτικής εντολής από τον εντολέα κατ' άρθρο 724 ΑΚ. Η ανάκληση είναι κατά πάντα χρόνο ελεύθερη, δεν απαιτείται να αιτιολογηθεί και επιφέρει την ανατροπή της συμβάσεως για το μέλλον (ex nunc).
Έτσι, σε περίπτωση ανακλήσεως της μεσιτικής εντολής, ο εντολέας έχει υποχρέωση να πληρώσει τη μεσιτική αμοιβή μόνον σε περίπτωση που προγενέστερη της ανακλήσεως ενέργεια του μεσίτη υπήρξε η αιτία της μετά την ανάκληση πραγματώσεως της συμβάσεως. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Ο αναιρεσείων (ενάγων) ασκεί νομίμως μεσιτικές εργασίες για σύναψη αστικών συμβάσεων διατηρώντας γραφείο στην ... . Στα πλαίσια ασκήσεως του επαγγέλματός του αυτού έλαβε την εντολή από την (δεύτερη εναγομένη) Κ.
Κ., που αντιπροσωπεύετο από τον πρώτο εναγόμενο σύζυγο της Χ. Κ., να ενεργήσει προς υπόδειξη ευκαιρίας και να μεσολαβήσει στην πώληση ακινήτου της, ήτοι διαμερίσματος 136 τ.μ. κειμένου στην οδό ... και ... στην περιοχή ... . Η παραπάνω σύμβαση καταρτίσθηκε εγγράφως και προβλέπετο, μεταξύ άλλων, ότι το τίμημα πωλήσεως του ακινήτου θα ανήρχετο στο ποσό των 425.530 ευρώ (βλέπε το από 16-11-2002 σχετικό έγγραφο).
Ενεργώντας στα πλαίσια της ανωτέρω συμβάσεως ο αναιρεσείων προέβη σε κάποιες ενέργειες προς υλοποίηση της. Μεταξύ των ενεργειών αυτών ήτο να υποδείξει το προς πώληση στην ενδιαφερόμενη να αγοράσει ένα τέτοιο διαμέρισμα τρίτη εναγομένη Σ. Σ.. Ωστόσο η υπόδειξη αυτή, που έλαβε χώρα περί τα μέσα Μαΐου 2003, δεν έφθασε μέχρι του σημείου να φέρει σε επαφή την αναιρεσίβλητη με την τρίτη εναγομένη οι οποίες παρέμειναν άγνωστες μεταξύ τους.
Περί τα τέλη του αυτού μήνα (Μαΐου), όταν ο πατέρας της τρίτης εναγόμενης (αγοράστριας), ενεργώντας για λογαριασμό αυτής, επικοινώνησε με το γραφείο του αναιρεσείοντος, ζητώντας πληροφορίες για το εν λόγω ακίνητο, του ανακοινώθηκε από το εν λόγω γραφείο ότι αυτό επωλήθη. Τούτο ήτο αναληθές. Ο αληθής λόγος αυτής της δηλώσεως οφείλετο στο γεγονός ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στην αναιρεσίβλητη πωλήτρια να μειώσει το τίμημα πωλήσεως από το ποσό των 425.530 ευρώ, που κατά τα προαναφερθέντα του είχε υποδειχθεί να το διαπραγματευθεί προς πώληση, στο ποσό των 410.000 ευρώ, και αυτή αρνήθηκε να "υποχωρήσει" στις απαιτήσεις του.
Και όχι μόνο αυτό, προέβη και στην ανάκληση της σχετικής εντολής προς τον αναιρεσείοντα μεσίτη, που υποστήριζε ότι ήταν αδύνατη η πώληση στο αρχικώς υποδειχθέν ποσό. Έτσι η αναιρεσίβλητη πωλήτρια συνέχιζε να ενεργεί προς πώληση του ακινήτου της με άλλους μεσίτες, στους οποίους είχε, επίσης, αναθέσει την πώληση του.
Το ότι είχε ανακληθεί η παραπάνω εντολή προκύπτει όχι μόνο από την παραπάνω δήλωση των συνεργατών του γραφείου του αναιρεσείοντος προς τον ανωτέρω πατέρα της ενδιαφερόμενης αγοράστριας, αλλά, κυρίως, από τη σαφή κατάθεση αυτής ταύτης της μάρτυρος αποδείξεως, που εργάζεται στο γραφείο του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε εξεταζόμενη στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι "τον Ιούνιο 2003 είχαμε παύσει συνεργασία".
Τελικώς η παραπάνω αγοράστρια απευθύνθηκε σε έτερο μεσίτη (Κ. Α.), στον οποίο επίσης είχε αναθέσει την πώληση του ακινήτου της η αναιρεσίβλητη πωλήτρια και κατόπιν ενεργειών και μεσολαβήσεως αυτού αυτές ήλθαν σε διαπραγματεύσεις που κατέληξαν θετικώς, καταρτισθέντος του .../17-10-2003 πωλητηρίου συμβολαίου της Συμβ/φου Μαρίας Ανδρέογλου, βάσει του οποίου η πρώτη αγόρασε από τη δεύτερη το εν λόγω ακίνητο, αντικειμενικής μεν αξίας 243.526,80 ευρώ, αναγραφόμενου δε σ' αυτό τιμήματος 240.000 ευρώ.
Και ναι μεν στο συμβόλαιο αναφέρεται, κατά δήλωση των συμβληθέντων, ότι δεν μεσολάβησε στην πώληση μεσίτης, πλην όμως ανταποδεικνυομένου ότι μεσολάβησε σ' αυτή ο (μη διάδικος) ως άνω μεσίτης, αυτός έλαβε την από τις συμβληθείσες συμφωνηθείσα αμοιβή του (βλ. τις από 17-10-2003 αποδείξεις πληρωμής εκ 3.540 και 5.310 ευρώ, αντίστοιχα).
Σύμφωνα, λοιπόν, με όλα τα παραπάνω, ανακληθείσας της σχετικής εντολής από την αναιρεσίβλητη πωλήτρια προς τον αναιρεσείοντα μεσίτη προς μεσολάβησή του προς πώληση, και της προ της ανακλήσεως μεσολαβήσεως του μη συνδεόμενης αιτιωδώς με την επιγενόμενη σύναψη της παραπάνω πωλήσεως, η αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης πωλήτριας είναι ουσιαστικά αβάσιμη".
Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί στον αναιρεσείοντα για μεσιτική αμοιβή ποσό 8.217 ευρώ, και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη. Με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη των προπαρατεθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε.
Ειδικότερα, το Εφετείο: α) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων μέχρι τα μέσα Μαΐου 2003 προήλθε σε "κάποιες ενέργειες" προς υλοποίηση της μεσιτικής εντολής της αναιρεσίβλητης καθώς και σε "υπόδειξη" του προς πώληση ακινήτου της στην μετέπειτα αγοράστρια του τρίτη εναγόμενη Σ. Σ., δεν εξειδικεύει συγκεκριμένως το είδος, το χαρακτήρα και το περιεχόμενο των ενεργειών αυτών, ούτε τον ακριβή χρόνο και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν, για να κριθεί αν αυτές συνδέονται ή όχι αιτιωδώς, ως πρόσφορη δηλαδή αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, με την εν συνεχεία κατά την 17-10-2003 πώληση του ακινήτου στην ως άνω Σ.
Σ., β) δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η γενόμενη από τον αναιρεσείοντα ως άνω "υπόδειξη" δεν συνετέλεσε στη σύναψη της επίμαχης αγοραπωλησίας, γ) δεν αναφέρει το χρόνο της υποδείξεως και μεσολαβήσεως στην κατάρτιση της πωλήσεως από τον άλλο μεσίτη Κ. Α. και ποιες ενέργειες περιλάμβανε η υπόδειξη του και δ) δεν αναφέρει το χρόνο, τον τρόπο και τις λοιπές περιστάσεις υπό τις οποίες η αναιρεσίβλητη προήλθε σε ανάκληση της μεσιτικής εντολής προς τον αναιρεσείοντα.
Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ απορρέοντες πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου, όπως αυτοί συμπληρώθηκαν με την εισηγητική έκθεση, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων της αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 843/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ