Legislator Case Law & Legislation
695/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive argument regarding contract termination delay.

Case Number 695/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment due to the defendant's failure to appear at the hearing. The appellant argued that the lower court ignored a claim regarding the unreasonable delay in terminating a fixed-term employment contract, which allegedly weakened the right to terminate. The court rejected this because the appellant failed to present additional facts proving the delay was unjustified beyond the mere passage of time.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 §2 KPolD; Art. 559 §1(b) KPolD; Art. 281 AC: The absence of the respondent at the hearing warrants the continuation of the proceedings; a claim based solely on the passage of time without other critical circumstances does not constitute a valid ground for appeal regarding the termination of a fixed-term contract.

Keywords

AI generated
appeal admissibility fixed term contract termination delay good faith principle procedural default employment law contract termination

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 §2 KPolD
Art. 559 §1(b) KPolD
Art. 562 §2 KPolD
Art. 281 AC
Art. 672 AC

Cited Case Law

AI generated
OLAP 3/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 695 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 695/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Αβραντίνη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "Emporiki Bank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 847/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3024/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-11-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 19-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις ....και ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιά ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης καθώς και της με αριθ. 111/2009 βεβαίωσης περί αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 10-3-2009 για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο μαζί με κλήση προς παράσταση κατά την δικάσιμο αυτήν επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του νομίμως παρισταμένου αναιρεσείοντος (με αριθ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδ. Σρογγύλη), στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, εφόσον αυτή δεν παρέστη καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να χωρήσει παρά την απουσία της (άρθ. 576§2 ΚΠολΔ).

II. Από την διάταξη του αριθ. 1 περ. β' του άρθ. 559 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση (μη λήψη υπόψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλ. των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, δημιουργεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή εσφαλμένα δεν χρησιμοποιεί τα διδάγματα της κοινής πείρας για ν' ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτόν.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του ιδίου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, τούτο δε συμβαίνει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε.

Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 648 και 669 ΑΚ προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν η διάρκεια αυτής συνομολογείται μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδίκαια.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε διότι συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε διότι προκύπτει από είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδίκαια, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργάς ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθ. 8§§1 και 3 ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και ερμηνευθεί αυθεντικά (ν. 4558/1920, άρθ. 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον

.......Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες από τότε επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με την σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει, ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από το είδος ή από την φύση ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθ. 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1,3,5 του β.δ.

της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19/2007). Καταστρατήγηση του νόμου δεν υπάρχει και επομένως δεν εφαρμόζονται οι προαναφερθείσες διατάξεις για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, όταν η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων είναι δικαιολογημένη από το είδος και τον σκοπό της εργασίας (άρθ. 669 ΑΚ), από τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, από το συμφέρον του μισθωτού ή άλλο αποχρώντα λόγο ή ακόμη και από το συνδυασμό των λόγων αυτών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 672 ΑΚ κάθε ένα από τα μέρη έχει το δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε την σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, το δικαίωμα δε αυτό δεν μπορεί ν' αποκλεισθεί με συμφωνία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής σπουδαίο λόγο για την καταγγελία σύμβασης ορισμένου χρόνου αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων αλλά και άλλα περιστατικά, ακόμη και μεμονωμένα, που κατ' αντικειμενική κρίση καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη καθώς και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, μη ανεκτή στην περίπτωση αυτή την συνέχιση της σύμβασης εργασίας μέχρι την κανονική λήξη της, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα στο πρόσωπο εκείνου, κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία, τα περιστατικά δε αυτά μπορεί να είναι τυχαία ή ακόμη να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στην σφαίρα ποίου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν (ΟλΑΠ 10/1995).

Ο νόμος δεν θέτει χρονικό περιορισμό για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, από την φύση της, όμως, η καταγγελία αυτή επιβάλλεται να γίνει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την εμφάνιση του σπουδαίου λόγου, διότι διαφορετικά αναιρείται η σπουδαιότητα του λόγου αυτού που καθιστά αδύνατη την εξακολούθηση της σύμβασης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος επί αγωγής αυτού κατά της αναιρεσίβλητης διωκούσης ν' αναγνωρισθεί ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας έχει στην πραγματικότητα χαρακτήρα αορίστου χρόνου και ότι ήταν άκυρη σε κάθε περίπτωση η καταγγελία της σύμβασης αυτής από την εναγομένη αναιρεσίβλητη ως καταχρηστική και χωρίς σπουδαίο λόγο γενομένη κλπ., δέχθηκε με την προσβαλλομένη 3024/2007 απόφαση του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι στα πλαίσια των αρχών λειτουργίας και κριτηρίων αξιολόγησης των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου των πιστωτικών ιδρυμάτων εισήχθησαν με την 2438/6-9-1999 Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) γενικές αρχές και κριτήρια που θα πρέπει να διέπουν τα Συστήματα Εσωτερικού Ελέγχου των πιστωτικών ιδρυμάτων και προσδιορίσθηκαν οι ενδεικνυόμενες αρμοδιότητες και υπευθυνότητες των οργάνων κάθε πιστωτικού ιδρύματος στον τομέα αυτόν, πέραν δε της διατύπωσης των ως άνω γενικών αρχών και κριτηρίων με την προαναφερθείσα ΠΔ/ΤΕ τα πιστωτικά ιδρύματα κλήθηκαν να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα με στόχο την αναβάθμιση της αποτελεσματικότητας των Συστημάτων Εσωτερικού Ελέγχου, μεταξύ των οποίων (1) κάθε πιστωτικό ίδρυμα, του οποίου το σύνολο του ενεργητικού, προσαυξημένο με το υπόλοιπο των λογαριασμών τάξης (με εξαίρεση τους λογαριασμούς πληροφοριών και δικαιούχων αλλότριων περιουσιακών στοιχείων), υπερέβαινε το ποσό των 300 δισεκατομμυρίων, όφειλε να έχει συστήσει μέχρι 31-12-1998 μια εξειδικευμένη υπηρεσιακή μονάδα, επιφορτισμένη με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των κινδύνων, η οποία θα είναι ανεξάρτητη από τις συναλλακτικές δραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματος, θα αναφερόταν απευθείας στην Διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος ή σε συλλογικό όργανο, στο οποίο θα συμμετείχε και μέλος της Διοίκησης και θα κάλυπτε όλες τις δραστηριότητες και όλα τα είδη των κινδύνων σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση και θα απασχολείτο με τον εντοπισμό, την ανάλυση, την μέτρηση (για τους ποσοτικοποιούμενους κινδύνους) και την εισήγηση μέτρων αντιμετώπισης των κινδύνων, ενώ (2) όσα πιστωτικά ιδρύματα είχαν ενεργητικό που υπερέβαινε το ποσό των 300 δις δρχ.

όφειλαν να έχουν συστήσει μέχρι 30-6-1999 Επιτροπή Ελέγχου για την υποβοήθηση του Διοικητικού Συμβουλίου στην άσκηση των καθηκόντων του στον τομέα του εσωτερικού ελέγχου, ότι με την από 28-9-2000 σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος ενάγοντος και της αναιρεσίβλητης εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας (με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ") ο πρώτος προσελήφθη από την δεύτερη προκειμένου να της προσφέρει τις υπηρεσίες του για το χρονικό διάστημα από 2-10-2000 (από πρόδηλη παραδρομή στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται ως χρόνος έναρξης της σύμβασης η 2-10-2002) έως 30-9-2002 ως Σύμβουλος Διεύθυνσης Επιθεώρησης με αντικείμενο εργασίας τον έλεγχο των θυγατρικών τραπεζών της εναγομένης στις βαλκανικές και ανατολικές χώρες, ο μηνιαίος δε μισθός του καθορίσθηκε στο ποσό των 1.100.000δρχ., ότι από το Νοέμβριο του 2001, όταν ολοκληρώθηκε ο έλεγχος των παραπάνω θυγατρικών τραπεζών της εναγομένης, ο ενάγων εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, ασχολούμενος με τον έλεγχο των θυγατρικών εταιρειών εσωτερικού που δράστηριοποιούντο στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα άσκησε τα καθήκοντά του με επιτυχία και η εναγομένη, ικανοποιημένη από την απόδοσή του και την ποιότητα του έργου του, αφενός προέβη στην αύξηση των αποδοχών του και αφετέρου, κρίνοντας ότι αυτός διέθετε τις απαιτούμενες γνώσεις και εμπειρία έτσι ώστε, πέραν του ελέγχου, να παράσχει και ουσιαστική βοήθεια στην οργάνωση της εσωτερικής επιθεώρησης των τραπεζών αυτών, όπως προβλεπόταν από την ως άνω ΠΔ/ΤΕ, κατάρτισε την 27-11-2002 νέα σύμβαση με τον ενάγοντα, με την οποία παρατάθηκε η διάρκεια της πρώτης για το χρονικό διάστημα από 1-10-2002 έως 30-9-2005, ότι κατά την σύναψη τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης από τις συμβάσεις αυτές η εναγομένη δεν διέθετε ακόμη θεσμοθετημένο και καταγεγραμμένο σύστημα εσωτερικού ελέγχου των θυγατρικών τραπεζών της, παρά την σχετική υποχρέωση που απέρρεε από την προαναφερομένη 2438/6-8-1998 ΠΔ/ΤΕ, ότι οι ως άνω δύο διαδοχικά συναφθείσες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου, καθόσον ο χαρακτήρας αυτών ως τέτοιων δικαιολογείται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας που είχε αναλάβει να εκτελέσει ο ενάγων για λογαριασμό της εναγομένης και υπαγορευόταν από ειδικό λόγο, που αναγόταν στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της, για τα συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, δεδομένου, ότι, όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη τραπεζική εταιρεία δεν διέθετε τότε σύστημα εσωτερικού ελέγχου των θυγατρικών τραπεζών της και ο ενάγων, παλιός υπάλληλος της εναγομένης και συνταξιούχος του Ταμείου της, προσελήφθη πρόσκαιρα και μέχρι την οργάνωση απ' αυτήν του αρμόδιου τομέα, ο οποίος έχει δημιουργηθεί από τα τέλη του 2004 και έκτοτε διενεργεί ελέγχους με επικεφαλής εν ενεργεία διευθυντικό στέλεχος της εναγομένης, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 19/2-15/4/2002 ο ενάγων επικεφαλής κλιμακίου επιθεώρησης πραγματοποίησε, στα πλαίσια της ως άνω ΠΔ/ΤΕ, έλεγχο της θυγατρικής εταιρείας της εναγομένης ΕΜΠΟΡΙΚΗ FACTORING ΑΕ, ο οποίος, εφόσον αφορούσε το σύνολο των αντικειμένων της δραστηριότητας της, έπρεπε να καλυφθεί με ικανά δείγματα, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εξαγωγή ασφαλών αποτελεσμάτων, ότι όσον αφορά στην αξιολόγηση του χαρτοφυλακίου πιστοδοτήσεων της εταιρείας αυτής λήφθηκαν υπόψη οι ταξινομήσεις, οι καθυστερήσεις και τα καλύμματα, όπως είχαν καθορισθεί και υπολογισθεί από την εταιρεία, και οι παρεμβάσεις του ενάγοντος πραγματοποιήθηκαν στις πιστοδοτήσεις που ήταν ταξινομημένες από "ΕΚ" έως "ΑΕ", οι οποίες ελέγχθηκαν σχεδόν στο σύνολο τους και ειδικότερα από τους 21 φακέλους συνολικού ποσού 2.942 χιλ.

€ ελέγχθηκαν οι 14 φάκελοι, συνολικού ποσού 2.810 χιλ. €, ενώ από τις λοιπές πιστοδοτήσεις (υπό στοιχεία "Κ" και "ΚΑ") συνολικού ποσού 103.477 χιλ. € ελέγχθηκαν 18 φάκελοι συνολικού ποσού 27.917 χιλ. €, ότι με βάση τα παραπάνω η πιθανή ζημία υπολογίσθηκε σε ποσοστό 1,3% επί του συνολικού χαρτοφυλακίου και η συνολική ποιότητα του χαρτοφυλακίου και το ποσοστό της πιθανής ζημίας χαρακτηρίσθηκαν ως "ικανοποιητικά" και η πιστοδοτική διαδικασία ως "αποδεκτή", το συνολικό, όμως, ποσό των πιστοδοτήσεων που ελέγχθηκαν και χαρακτηρίσθηκαν ως "Κ" και "ΚΑ" (κανονικές) δεν κάλυπτε, μεταξύ άλλων, τις πιστοδοτήσεις του Ομίλου συμφερόντων "...", οι οποίες στην περίοδο του παραπάνω ελέγχου ήταν ταξινομημένες στην κατηγορία των χαράκτηρισθεισών ως "Κ" πιστοδοτήσεων και είχαν πιστοδοτικά όρια 31. 605 χιλ.

€, ότι ειδικότερα η γενική οικονομική κατάσταση του Ομίλου ήταν ασαφής, καθόσον λόγω της νομικής μορφής (ΕΠΕ και ΟΕ) των εταιρειών του, δεν υπήρχαν επίσημες ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις ελεγμένες από εξωτερικούς ελεγκτές, ότι από τον Δεκέμβριο του 2000 μέχρι τον αντίστοιχο μήνα του 2001 τα όρια των πιστοδοτήσεων της Εμπορικής FACTORING προς τον Όμιλο ...

αυξήθηκαν διαδοχικά από 880 χιλ. € σε 31.605 χιλ. €, ότι η πιστοδοτική αυτή διαδικασία αποδείχθηκε επισφαλής τόσο για την ελεγχθείσα θυγατρική τράπεζα όσο και για την μητρική (εναγομένη), καθόσον οι πραγματοποιηθείσες πιστοδοτήσεις στην πραγματικότητα δεν κάλυπταν τα κριτήρια που η Εμπορική FACTORING είχε θέσει ως εταιρεία, ενώ ο πιστωτικός κίνδυνος δεν ήταν αποδεκτός και αναλήψιμος, αφού, πέραν του ότι οι περισσότερες χρηματοδοτούμενες εταιρείες του Ομίλου δεν διέθεταν αξιόπιστα ελεγμένα οικονομικά στοιχεία κατά την φάση της χρηματοδότησής τους, η χρηματοοικονομική τους κατάσταση (υπέρμετρος και συνεχώς αυξανόμενος δανεισμός, πολλαπλάσιος των ετήσιων πωλήσεων, υπερβολική επιβάρυνση του Ομίλου από χρηματοοικονομικά έξοδα λόγω της μεγάλης διάρκειας των ατόκων δόσεων που παρείχε, αδιευκρίνιστοι λογαριασμοί στις οικονομικές του καταστάσεις, ιδιαίτερα μεγάλου ύψους κλπ. ), καθώς και η εξέλιξη των πωλήσεών τους δεν δικαιολογούσαν την συνεχή πιστωτική επέκταση που ακολουθήθηκε κατά τα ανωτέρω, ότι ειδικότερα το μεγαλύτερο πρόβλημα, το οποίο ανέκυψε με τον Όμιλο ..., αφορούσε τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις από πιστωτικά δελτία της Εθνοκάρτας, ότι η εκχώρηση αυτή θεωρήθηκε ως "βεβαίας εισπραξιμότητας", χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι αυτή (εισπραξιμότητα) εξαρτιόταν από την υλοποίηση των συμφωνημένων προγραμμάτων των κατόχων τους με τον Όμιλο ..., καθόσον οι πωλήσεις με πιστωτικά δελτία από εταιρείες παροχής υπηρεσιών μέσω προγραμμάτων άτοκων δόσεων, διαφέρουν ουσιαστικά από τις αντίστοιχες πωλήσεις των εμπορικών επιχειρήσεων, διότι την στιγμή που ο πελάτης αποδέχεται την χρέωση της κάρτας του δεν έχει ξεκινήσει καν η παροχή των υπηρεσιών, η οποία ενδέχεται ν' ακυρωθεί ενόλω ή ενμέρει, οπότε οι εταιρείες του Ομίλου, με βάση τα ιδιωτικά συμφωνητικά που υπέγραφαν με τους πελάτες τους, ήταν υποχρεωμένες να επιστρέψουν στον πελάτη την αξία του τμήματος του προγράμματος, του οποίου τυχόν δεν θα γινόταν χρήση, στην ουσία δηλ.

δεν υπήρχαν γεγεννημένες απαιτήσεις για τον προμηθευτή, καθόσον μόνο αυτές εδικαιούτο να τιμολογήσει και εισπράξει, ακολούθως δε η πτώχευση ορισμένων και η παύση εργασιών των λοιπών εταιρειών του ως άνω Ομίλου προκάλεσε ζημιά στην εναγομένη ύψους άνω των 20.000.000€, ότι απόρροια των ως άνω συνεπειών σε διοικητικό επίπεδο ήταν η παραίτηση του Γενικού Διευθυντή και Διευθύνοντος Συμβούλου και η απόλυση του Νομικού Συμβούλου και των Διευθυντών Πιστωτικής Πολιτικής, Πελατείας και Μαrketing, όσον αφορά δε την πλευρά του Ομίλου ...κατατέθηκε μηνυτήρια αναφορά την 16-10-2003 κατά των διευθυντικών του στελεχών και ασκήθηκε από την Εισαγγελία Αθηνών ποινική δίωξη, ότι ο ενάγων, έμπειρο στέλεχος στον τομέα της επιθεώρησης των θυγατρικών τραπεζών της εναγομένης, ως προς την αξιολόγηση του χαρτοφυλακίου των πιστοδοτήσεων της Εμπορικής Factoring, στα πλαίσια του διενεργηθέντος από 19-2-2002 έως 15-4-2002 ως άνω ελέγχου, περιορίσθηκε σε δειγματοληπτικό έλεγχο συγκεκριμένου αριθμού φακέλων, ότι ο χαρακτήρας και ο τρόπος του ελέγχου αυτού από τον ενάγοντα δεν υπαγορευόταν από την τακτική ελέγχου της εναγομένης αναφορικά με τις θυγατρικές εταιρείες, καθόσον δεν διέθετε κατά τον χρόνο πραγματοποίησής του θεσμοθετημένο σύστημα εσωτερικού ελέγχου αυτών (θυγατρικών εταιρειών), και εξαίρεσε, από την άποψη της ουσιαστικής αξιολόγησης, τις πιστοδοτήσεις του Ομίλου ...., ενώ ουδέποτε υιοθετήθηκε κατά το παρελθόν ούτε από τον ενάγοντα, ότι αντίθετα μάλιστα ο ενάγων με την παραπάνω ιδιότητα, ως Σύμβουλος δηλ.

της Διεύθυνσης Επιθεώρησης , στα πλαίσια του προηγηθέντος ελέγχου των θυγατρικών εταιρειών της εναγομένης που ήταν εγκατεστημένες στις βαλκανικές και ανατολικές χώρες (που και αυτές δεν διέθεταν θεσμοθετημένο σύστημα εσωτερικού ελέγχου), προέβαινε σε ουσιαστικό διαχειριστικό έλεγχο, αξιολογώντας έναν προς έναν τους πιστούχους των ως άνω εταιρειών, με βάση τα στοιχεία των φακέλων που ετηρούντο, ότι δεν αποδείχθηκε, άλλωστε, ότι ο πραγματοποιηθείς δειγματοληπτικός έλεγχος αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής εντολής εκ μέρους του τομέα της Διεύθυνσης Επιθεώρησης της εναγομένης, ότι κατ' αυτόν τον τρόπο ο ενάγων εξαίρεσε αναιτιολόγητα από τον ουσιαστικό διαχειριστικό έλεγχο τις πιστοδοτήσεις του Ομίλου ..., ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, κατά τον διενεργηθέντα έλεγχο ήταν ο πιστούχος με το μεγαλύτερο πιστοδοτικό όριο, ενώ, ως έμπειρο περί την επιθεώρηση στέλεχος της εναγομένης, από τα στοιχεία των φακέλων των εταιρειών που αποτελούσαν τον ως άνω Όμιλο που ο ίδιος είχε στην διάθεσή του, όφειλε να προβληματισθεί σοβαρά για την αξιοπιστία και την φερεγγυότητα του συγκεκριμένου πιστούχου, να επισημάνει το πρόβλημα και να προσανατολισθεί σε περαιτέρω έρευνα για την περιστολή της ζημίας της μητρικής εταιρείας (εναγομένης), ότι ένας τέτοιος έλεγχος, του κατά πόσο δηλ.

ήταν αποδεκτό ο παραπάνω Όμιλος να έχει εκχωρήσει στην "Εμπορική Factoring" απαιτήσεις από πιστωτικά δελτία, οι οποίες να υπερβαίνουν κατά πολύ τις συνολικές αντίστοιχες πωλήσεις του, θα ήταν αρκετός για να προκαλέσει την σε βάθος έρευνα του θέματος και να περιορίσει στην συνέχεια το μέγεθος της ζημίας, ότι αντίθετα (αποδεικνύεται τόσο από τον έλεγχο που διενήργησε ο επιθεωρητής Ε1 και το πόρισμά του περιέχεται στο από 30-5-2003 ενημερωτικό σημείωμα προς την Δ/νση Επιθεώρησης της εναγομένης, όσο και από το με αριθ. ....

πόρισμα ελέγχου των επιθεωρητών της Διεύθυνσης της Τράπεζας της Ελλάδος μετά την εμφάνιση του προβλήματος με τις πιστοδοτήσεις του Ομίλου ....ότι) κατά την πιστοδότηση του ως άνω Ομίλου δεν είχε εκτιμηθεί ορθά ο πιστωτικός κίνδυνος, τα εισηγητικά και εγκριτικά κλιμάκια δεν είχαν αξιολογήσει επαρκώς τα στοιχεία του φακέλου και δεν είχαν εκτιμήσει σωστά την εισπραξιμότητα των εκχωρημένων απαιτήσεων, τις παραπάνω δε πλημμέλειες όφειλε να είχε επισημάνει ο ενάγων, ως επικεφαλής του κλιμακίου ελέγχου, κατά τον έλεγχο που διενήργησε στην θυγατρική εταιρεία της εναγομένης "Εμπορική Factoring ΑΕ", ότι στον ενάγοντα είχε ανατεθεί ο διαχειριστικός έλεγχος της παραπάνω θυγατρικής εταιρείας και όχι η διαπίστωση της ύπαρξης και η αξιολόγηση του Συστήματος Εσωτερικού Ελέγχου αυτής, ότι ο διαχειριστικός έλεγχος των θυγατρικών εταιρειών εσωτερικού της εναγομένης ήταν στα συμβατικά καθήκοντά του, ότι ειδικότερα ο ίδιος ο ενάγων στην από 18-4-2002 έκθεσή του με θέμα "Έκθεση Επιθεώρησης της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ FACTORING ΑΕ" αναφέρει ότι έγινε έλεγχος και αξιολόγηση του χαρτοφυλακίου πιστοδοτήσεων και από τις χαρακτηρισμένες πιστοδοτήσεις ως "Κ" (κανονικές) και "ΚΑ" (κανονικές με αδυναμίες) συνολικού ποσού 103.477 χιλ.

€ ελέγχθηκαν 18 φάκελοι συνολικού ποσού 27.917 χιλ. €, ότι, ενώ προέβη σε διαχειριστικό έλεγχο μέρους των ως άνω πιστοδοτήσεων, παρέλειψε να κάνει έλεγχο του υψηλότερον πιστοδοτουμένου πιστούχου, δηλ. του Ομίλου ..., και ότι με βάση τα παραπάνω γενόμενα δεκτά στοιχειοθετείται κατ' άρθ. 672 ΑΚ σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγομένη, αφού εύλογα κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη της προς αυτόν και δεν ήταν δυνατόν, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ν' αξιωθεί απ' αυτήν η συνέχιση της εργασιακής σχέσης τους μέχρι την λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου διάρκειάς της και κατά συνέπεια εγκύρως η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση αυτή την 2-9-2004.

Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απορρίπτοντας την έφεση του ενάγοντος και αναιρεσείοντος, ότι η ένδικη αγωγή ήταν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο κατά την κύρια βάση της (για την αναγνώριση της σύμβασης εργασίας του ως αορίστου χρόνου και της ακυρότητας της καταγγελίας αυτής λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης αλλά και ως καταχρηστικής, καθώς και την καταβολή των εντεύθεν οφειλομένων μισθών υπερημερίας συνολικού ποσού 72.769€), όσο και ως προς την επικουρική (για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας του, λόγω μη συνδρομής σπουδαίου λόγου δικαιολογούντος αυτήν, και την καταβολή του αυτού ως άνω ποσού για μισθούς υπερημερίας λόγω της ακυρότητας αυτής).

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο (Α) Διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες : (1) Ως προς τον χαρακτηρισμό της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης εργασίας ως ορισμένου και όχι αορίστου χρόνου, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της μη εφαρμογής του άρθ. 8 ν. 2112/1920, αφού δέχθηκε ειδικότερα ότι (α) με την από 28-9-2000 σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ο ενάγων προσελήφθη για το χρονικό διάστημα από 2-10-2000 έως 30-9-2002 ως Σύμβουλος Διεύθυνσης Επιθεώρησης με αντικείμενο εργασίας τον έλεγχο των θυγατρικών τραπεζών της εναγομένης στις βαλκανικές και ανατολικές χώρες (β) από το Νοέμβριο του 2001, μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου των ως άνω τραπεζών, ο ενάγων εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, ασχολούμενος με τον έλεγχο θυγατρικών εταιρειών αυτής του εσωτερικού που δραστηριοποιούντο στον χρηματοπιστωτικό τομέα (γ) η εναγομένη, κρίνοντας ότι ο ενάγων διαθέτει τις απαιτούμενες γνώσεις και εμπειρία, ούτως ώστε, πέραν του ελέγχου, να παράσχει και ουσιαστική βοήθεια στην οργάνωση της εσωτερικής επιθεώρησης των τραπεζών αυτών σύμφωνα με την 2438/6-8-1998 ΠΔ/ΤΕ, συνήψε για τον σκοπό αυτόν την 27-11-2002 νέα σύμβαση με τον ενάγοντα, με την οποία παρατάθηκε η διάρκεια της πρώτης από 1-10-2002 έως 30-9-2005 (δ) κατά την σύναψη των συμβάσεων αυτών και παρά την σχετική υποχρέωση από την ως άνω ΠΔ/ΤΕ η εναγομένη δεν διέθετε ακόμη θεσμοθετημένο και καταγεγραμμένο σύστημα εσωτερικού ελέγχου των θυγατρικών τραπεζών της και ότι κατά συνέπεια οι δύο αυτές διαδοχικές συμβάσεις ήσαν ορισμένου χρόνου, καθόσον ο χαρακτήρας τους αυτός εδικαιολογείτο από το είδος (την φύση) και τον σκοπό της εργασίας του ενάγοντος (δηλ.

τον έλεγχο των θυγατρικών τραπεζών της εναγομένης, ως προς την πρώτη σύμβαση) και υπαγορευόταν από ειδικό λόγο αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της εναγομένης για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, δεδομένου ότι η εναγομένη δεν διέθετε τότε σύστημα εσωτερικού ελέγχου των θυγατρικών τραπεζών της και ο ενάγων (παλαιός υπάλληλος αυτής και συνταξιούχος του ταμείου της) προσελήφθη πρόσκαιρα και μέχρι την οργάνωση απ' αυτήν του αρμόδιου τομέα (τούτο, αυτονοήτως, αναφέρεται ειδικά και μόνο στην δεύτερη σύμβαση), ο οποίος τελικά δημιουργήθηκε τα τέλη του 2005, ειδικότερα δε ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από την (πλεοναστική) αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά την κατάρτιση αμφοτέρων των επίμαχων συμβάσεων η εναγομένη δεν διέθετε ακόμη θεσμοθετημένο και καταγεγραμμένο σύστημα εσωτερικού ελέγχου των θυγατρικών τραπεζών της, αφού ρητά εκτίθεται και διευκρινίζεται ότι αντικείμενο της πρώτης σύμβασης ήταν ο έλεγχος των τραπεζών αυτών, ενώ η συνδρομή του ενάγοντος στην οργάνωση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου αυτών ήταν αντικείμενο (πέραν των σχετικών ελέγχων) μόνο της δεύτερης σύμβασης (2) Ως προς την πλημμελή εκτέλεση των εντολών που είχε λάβει από την εναγομένη, η οποία αποτέλεσε τον σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης του, καθόσον δέχθηκε ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι έπειτα από εντολή της Διεύθυνσης Επιθεώρησης της εναγομένης ο ενάγων επικεφαλής κλιμακίου επιθεώρησης κατά το χρονικό διάστημα από 19/2-15/4/2002 πραγματοποίησε έλεγχο της θυγατρικής εταιρείας της εναγομένης "Εμπορική Factoring ΑΕ", ότι ο έλεγχος αυτός έγινε στα πλαίσια της ως άνω ΠΔ/ΤΕ και εφόσον αφορούσε στο σύνολο των αντικειμένων της δραστηριότητας της, ήταν δηλ.

διαχειριστικός, έπρεπε να καλυφθεί με ικανά δείγματα προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, ότι όσον αφορά στην αξιολόγηση των χαρτοφυλακίων πιστοδοτήσεων της ως άνω εταιρείας το συνολικό ποσό των πιστοδοτήσεων που ελέγχθηκαν και χαρακτηρίσθηκαν ως "Κ" και "ΚΑ" δεν κάλυπτε, μεταξύ άλλων, τις πιστοδοτήσεις του ομίλου συμφερόντων "...", που ήταν ο πιστούχος με το μεγαλύτερο πιστοδοτικό όριο, η προς τον οποίο πιστοδοτική διαδικασία αποδείχθηκε επισφαλής τόσο ως προς την ελεγχθείσα θυγατρική τράπεζα όσο και για την εναγομένη, καθόσον οι πραγματοποιηθείσες πιστοδοτήσεις δεν κάλυπταν τα κριτήρια που είχε θέσει η "Εμπορική Factoring" και ο πιστωτικός κίνδυνος δεν ήταν αποδεκτός και αναλήψιμος, ότι ειδικότερα το μεγαλύτερο πρόβλημα που ανέκυψε με τον όμιλο αυτόν αφορούσε τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις από πιστωτικά δελτία της "Εθνοκάρτας" που θεωρήθηκαν ως "βεβαίας εισπραξιμότητας", ενώ στην ουσία δεν υπήρχαν γεγεννημένες απαιτήσεις, ότι ο ενάγων, έμπειρο στέλεχος στον τομέα της επιθεώρησης των θυγατρικών τραπεζών της εναγομένης, κατά την αξιολόγηση του χαρτοφυλακίου των πιστοδοτήσεων της "Εμπορικής Factoring" περιορίσθηκε σε δειγματοληπτικό έλεγχο συγκεκριμένου αριθμού φακέλων και εξαίρεσε αδικαιολόγητα από τον ουσιαστικό διαχειριστικό έλεγχο τις πιστοδοτήσεις του Ομίλου ..., ενώ από τα στοιχεία των φακέλων των εταιρειών του Ομίλου αυτού όφειλε να προβληματισθεί σοβαρά για την αξιοπιστία και την φερεγγυότητα του ως άνω πιστούχου, να επισημάνει το πρόβλημα και να προσανατολισθεί σε περαιτέρω έρευνα ικανή να περιορίσει την ζημία της εναγομένης.

Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης αμφότεροι από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (Β) Δεν παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που συνιστούν, κατά τα προαναφερθέντα, τον σπουδαίο λόγο καταγγελίας της ορισμένου χρόνου σύμβασης του ενάγοντος στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 672 ΑΚ, όπως προβάλλει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το α' σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (α) η εναγομένη πληροφορήθηκε το αργότερο την 30-5-2003, με το υπό την αυτή ημερομηνία σημείωμα προς την Διεύθυνση Επιθεώρησης αυτής, ότι είχαν γίνει σοβαρά σφάλματα κατά την πιστοδότηση και χρηματοδότηση του Ομίλου ...από την Εμπορική Factoring ΑΕ, ο δε μη εντοπισμός των σφαλμάτων αυτών κατά τον έλεγχο που διενήργησε ο ενάγων στην ως άνω εταιρεία θεωρήθηκε το γεγονός που κλόνισε την εμπιστοσύνη της αναγόμενης προς τον ενάγοντα (β) παρ' όλα αυτά η εναγομένη διατήρησε τον ενάγοντα στην υπεύθυνη και ευαίσθητη θέση εργασίας του μέχρι την 3-9-2004, με τον τρόπο, όμως, αυτό το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι ο κλονισμός της εμπιστοσύνης εργοδότη προς υπάλληλο του επέρχεται μόλις πληροφορηθεί ένα γεγονός που δικαιολογεί τον κλονισμό αυτό ή έστω μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα, σε κάθε δε περίπτωση μόλις κλονισθεί η εμπιστοσύνη προς έναν υπάλληλο του δεν τον διατηρεί στην θέση του, ιδίως εάν αυτή είναι υπεύθυνη, αλλά τον απομακρύνει το συντομότερο δυνατόν, ενώ αντίθετα η διατήρηση ενός εργαζομένου στην θέση εργασίας του για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την γνώση του εργοδότη για γεγονός που θα μπορούσε να είναι κλονιστικό της εμπιστοσύνης του προς αυτόν δείχνει (κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας) ότι ο εργοδότης δεν θεώρησε το γεγονός αυτό ικανό να κλονίσει την εμπιστοσύνη του προς τον εργαζόμενο.

Όμως, το Εφετείο δέχθηκε συναφώς, ότι απεδείχθη τόσο από τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τον επιθεωρητή Ε1, το πόρισμα του οποίου περιέχεται στο από 30-5-2003 ενημερωτικό σημείωμα προς την Δ/νση Επιθεώρησης της εναγομένης, όσο και από το με αριθ. ... πόρισμα ελέγχου των Επιθεωρητών της Διεύθυνσης της Τράπεζας της Ελλάδος, μετά την εμφάνιση του προβλήματος με τις πιστοδοτήσεις του Ομίλου ..., ότι κατά την πιστοδότηση του τελευταίου δεν είχε εκτιμηθεί σωστά ο πιστωτικός κίνδυνος, τα εισηγητικά και εγκριτικά κλιμάκια δεν είχαν αξιολογήσει επαρκώς τα στοιχεία του φακέλου και δεν είχαν εκτιμήσει την εισπραξιμότητα των εκχωρημένων απαιτήσεων, σύμφωνα δηλ.

με τις παραδοχές αυτές του δικαστηρίου της ουσίας η γνώση της εναγομένης κατά τον ως άνω χρόνο και τρόπο αφορούσε σφάλματα, παραλείψεις κλπ. άλλων υπαλλήλων και οργάνων της, χωρίς να γίνεται συγχρόνως δεκτό ότι τα πορίσματα αυτά αφορούσαν ειδικότερα και ευθύνη του ενάγοντος για μη εντοπισμό των παραπάνω κατά την διενέργεια της επιθεώρησης απ' αυτόν της θυγατρικής εταιρείας.

Επομένως, πρέπει ο λόγος αυτός ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το σκέλος αυτό, καθώς και κατά το β' σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προσάπτεται ότι στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιέχονται αντιφατικές αιτιολογίες για το ίδιο ζήτημα.

III. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο θεσπιζόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (προβαίνει σε εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ.

σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι, όμως, όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του προβαίνει σε εκτίμηση του περιερχομένου του, δηλ. σε αποδεικτική αξιολόγησή του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, και πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων, προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο συνάγοντας συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μη υποκείμενη κατ' άρθ. 561 §1 ΚΠολΔ στον έλεγχο του Αρείου Πάγου εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου.

Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι και οι δύο συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψε ο αναιρεσείων ενάγων με την αναιρεσίβλητη εναγομένη έγιναν με σκοπό την συμμόρφωσή της στις υποχρεώσεις από την 2438/1998 ΠΔ/ΤΕ, τούτο, όμως, είναι αντίθετο με το περιεχόμενο της (αρχικής) από 28-9-2000 σύμβασης εργασίας, στην οποία αναφέρεται ότι ο ενάγων προσελήφθη ως "Σύμβουλος Διεύθυνσης Επιθεώρησης με αντικείμενο εργασίας τον έλεγχο των Θυγατρικών Τραπεζών στις Βαλκανικές και Ανατολικές Χώρες", αποτέλεσμα δε της παραμόρφωσης του περιεχομένου της ως άνω σύμβασης ήταν να οδηγηθεί το Εφετείο στην εσφαλμένη κρίση ότι η πρόσληψη του ενάγοντος έγινε για να καλύψει μια πρόσκαιρη ανάγκη, και ειδικότερα την έλλειψη συγκροτημένου οργάνου της εναγομένης που θα είχε τις αρμοδιότητες που προβλέπει η 2438/1998 ΠΔ/ΤΕ, και ως εκ τούτου εδικαιολογείτο η ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης του.

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει στην πραγματικότητα την εκτίμηση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, ως προς το οποίο, πάντως, το Εφετείο, ορθά αναγιγνώσκοντας αυτό, δέχθηκε, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του, ότι έχει ακριβώς το περιεχόμενο που αναφέρει ο αναιρεσείων.

IV. Από τις διατάξεις των άρθ. 118 αριθ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιόν λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθ. 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 20/2005).

Εάν από τον αναιρεσείοντα έγινε εσφαλμένος χαρακτηρισμός του προτεινομένου σφάλματος, που συνιστά λόγο αναίρεσης από τους προβλεπόμενους στο ως άνω άρθρο διαφορετικό από εκείνον που πραγματικά θεμελιώνει, ο Άρειος Πάγος κάνει τον ορθό χαρακτηρισμό και εξετάζει τον λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων (ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων) ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 3/1997).

Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθ. 562§2 ΚΠολΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και ν' ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, η παράλειψη άσκησης του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου κατ' άρθ. 672 ΑΚ για σπουδαίο λόγο μέσα σε εύλογο, κατά τις περιστάσεις, χρονικό διάστημα από την συνδρομή του σπουδαίου λόγου είναι δυνατόν να οδηγήσει στην απόσβεση του δικαιώματος αυτού λόγω αποδυνάμωσής του (άρθ. 281 ΑΚ), στην περίπτωση, όμως, αυτή εκτός από την αδράνεια του δικαιούχου, όσο μακρά και εάν είναι, απαιτείται να συντρέχουν και άλλα κρίσιμα περιστατικά, τα οποία σε συνδυασμό με την πάροδο του χρόνου καθιστούν αδικαιολόγητη την άσκηση του δικαιώματος, ώστε αυτή να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη.

Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, φερόμενο από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά (δηλ. ουσιαστικά δεν έλαβε υπόψη) τον επικουρικά προταθέντα με την αγωγή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ενάγοντος και λόγο ακυρότητας της πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης λόγω καταχρηστικότητας, οφειλομένης σε αποδυνάμωση του σχετικού δικαιώματος, καθόσον, αν και η εναγομένη είχε πληροφορηθεί το γεγονός που αργότερα επικαλέσθηκε προς θεμελίωση σπουδαίου λόγου από τον Μάϊο του 2002, τον διατήρησε στην θέση του για χρονικό διάστημα 16 μηνών, προέβη δηλ.

στην καταγγελία μετά την πάροδο του ευλόγου χρόνου για την άσκησή της, η καθυστέρηση δε αυτή της αναιρεσίβλητης εναγομένης επέφερε αποδυνάμωση του σχετικού δικαιώματος της και κατέστησε την μετά ταύτα άσκησή του καταχρηστική. Ο λόγος αυτός, αληθώς από τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο από το άρθ. 281 ΑΚ ισχυρισμός (ως στοιχείο αντίστοιχης βάσης της ένδικης αγωγής) ούτω διατυπούμένος, όπως άλλωστε και ενώπιον του Εφετείου με τον σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ), δεν ήταν νόμιμος, εφόσον πέραν της παρόδου του ευλόγου χρόνου δεν εκτίθενται και άλλα περιστατικά που σε συνδυασμό με αυτήν θα μπορούσαν να επιφέρουν αποδυνάμωση του δικαιώματος καταγγελίας και να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του και επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο ν' απαντήσει σε έναν τέτοιο ισχυρισμό.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μη τεθεί, όμως, διάταξη περί δικαστικών εξόδων λόγω της απουσίας της αναιρεσίβλητης που νικά και της συνακόλουθης μη υποβολής σχετικού αιτήματος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 3024/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ