Supreme Court partially allows appeal against employer termination, ruling written notice and severance payment are mandatory for validity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially overturned the Court of Appeal's dismissal of the employee's appeal regarding her employer's termination. The employer argued the dismissal was valid due to the employee's misconduct, while the employee claimed the termination was invalid because it lacked the mandatory written form and severance payment required by law. The Court ruled that the dismissal was indeed valid in substance but procedurally flawed, as the employer failed to provide the legally required written notice and severance, thereby invalidating the termination's formal requirements.
Legislator headnote
AI generatedArt. 5 para. 3 of Law 3198/1955; Art. 2 para. 4 of Law 2556/1997: The termination of an indefinite-term employment contract is a formal act that requires written form and the payment of statutory severance; failure to comply renders the termination voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 695 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 695/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σκούφο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Φραγκανδρέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 350/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-6-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 20-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997 η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως από τον εργοδότη θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή επί ποινή ακυρότητας πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και το τελευταίο αυτό να εγχειρισθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο στον απολυόμενο, ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του.
Επίσης, ότι η καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία), ανεξαρτήτως από το λόγο που την προκάλεσε, πρέπει να συνοδεύεται με την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως στον απολυόμενο. Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη, εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού.
Όταν όμως ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές κακόβουλα και συγκεκριμένα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση του ν. 2112/1920, στην οποία και μόνο αποβλέπει, τότε η ενάσκηση της αξιώσεως για αποζημίωση λόγω απολύσεως ή η προβολή της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη τηρήσεως των ανωτέρω διατυπώσεων του νόμου και η εντεύθεν αναγνώριση της υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών προς αυτόν του ενάγοντος μισθωτού, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς μπορούν να αποκρουσθούν με την προβολή από τον εργοδότη της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως για καταχρηστική άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων του μισθωτού.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε το 1990 από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο αδελφό της για να εργασθεί στο αρτοποιείο του, που διατηρεί στο ....., με την ιδιότητα της πωλήτριας και ταμία.
Κατά το χρόνο της προσλήψεώς της η ενάγουσα δεν ήταν εφοδιασμένη με το βιβλιάριο υγείας που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 14 της υπ' αριθμ. Α1Β/8577/1983 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας και έτσι η σύμβαση εργασίας της ήταν άκυρη. Στη συνέχεια η ενάγουσα το 1995 εφοδιάστηκε με το σχετικό βιβλιάριο και εφόσον συνέχισε να εργάζεται στην επιχείρηση θεωρείται πλέον ότι η αρχικά άκυρη σύμβαση εργασίας επικυρώθηκε και παράγει τα αποτελέσματά της ως έγκυρη από την αρχή, κατ' άρθρο 183 του ΑΚ.
Η ενάγουσα συμφώνησε με τον εναγόμενο να εργάζεται στην παραπάνω επιχείρησή του το νόμιμο ωράριο, δηλαδή 40 ώρες την εβδομάδα και να αμείβεται με τα κατώτερα όρια του νόμιμου μισθού που προβλεπόταν για τους πωλητές των εμπορικών καταστημάτων, αρτοπωλείων κ.λ.π. Παρά την αρχική συμφωνία των διαδίκων η ενάγουσα εργαζόταν στην επιχείρηση του εναγομένου από τη Δευτέρα έως και το Σάββατο κάθε εβδομάδα και από τις 07.00 μέχρι τις 14.000 με μηνιαίο μισθό 90.000 δρχ.
Αυτή εξακολουθούσε να παρέχει την εργασία της στην επιχείρηση του εναγομένου, χωρίς ο τελευταίος να την έχει ασφαλίσει στο ΙΚΑ. Η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει την εργασία της στην παραπάνω επιχείρηση, οπότε τον Ιούνιο του 2002 δημιουργήθηκε ένα επεισόδιο μεταξύ αυτής και ενός πελάτη του αρτοποιείου ονόματι ......, γεγονός που είχε επιπτώσεις στη συνεργασία των διαδίκων, αφού η συμπεριφορά της ενάγουσας ήταν αντίθετη προς το συμφέρον της επιχειρήσεως του εναγομένου.
Έτσι ο τελευταίος κατήγγειλε προφορικά τη σύμβαση εργασίας μεταξύ αυτού και της ενάγουσας στις 8-6-2002 και η καταγγελία αυτή δεν είναι άκυρη, αλλά έγινε εξαιτίας της συμπεριφοράς της ενάγουσας, που ήταν αντίθετη στο συμφέρον της επιχειρήσεώς του. Ενόψει αυτών, ο εναγόμενος δεν κατέστη υπερήμερος περί την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας και δεν υποχρεώνεται σε καταβολή μισθών υπερημερίας από τις 8-6-2002 (ημεροχρονολογία της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας) μέχρι την 1-2-2003 (ημεροχρονολογία συζητήσεως της αγωγής), όπως με την τελευταία αυτή ζητείται.
Ακολούθως το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε τα αγωγικά αιτήματα περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας, περί υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας και περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας στην τελευταία αυτή κατά το από 8-2-2002 έως 1-2-2003 χρονικό διάστημα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997, αφού δέχθηκε ότι παρά τη μη τήρηση των προβλεπομένων από τη διάταξη αυτή ως άνω διατυπώσεων (έγγραφος τύπος, καταβολή νόμιμης αποζημιώσεως και καταχώριση της απασχολήσεως της αναιρεσείουσας στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή ασφάλιση της αναιρεσείουσας) η καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής συμβάσεως από τον εργοδότη - αναιρεσίβλητο δεν ήταν άκυρη, χωρίς περαιτέρω να δέχεται ότι οι ανωτέρω αξιώσεις της αναιρεσείουσας ασκούνται καταχρηστικώς κατά την ανωτέρω έννοια, αφού άλλωστε τέτοια εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση ο αναιρεσίβλητος δεν είχε προβάλλει.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και ειδικότερα ότι, χωρίς να υπάρχει σχετικός λόγος εφέσεως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε (το Εφετείο) ως νόμω αβάσιμο το αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως αμοιβής υπερεργασίας για την απασχόληση της αναιρεσείουσας επί δυο επιπλέον ώρες πέραν των σαράντα ωρών εβδομαδιαίως απασχολήσεώς της στην επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός, υπαγόμενος κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 5-2-2004 εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, το ανωτέρω παράπονο διατυπώνεται ρητώς στον πρώτο λόγο του δικογράφου τούτου.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί εν μέρει, ως προς τα κεφάλαιά της που αναφέρονται στο σκεπτικό, την 350/2006 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ