Legislator Case Law & Legislation
695/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's failure to recognize prior precedent on priority claim status.

Case Number 695/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court incorrectly treated a specific legal issue as already settled by a previous judgment, despite the prior ruling only addressing the insolvency administrator's role in classifying claims. The court found that the earlier decision did not definitively rule on whether interest claims were priority claims, meaning the lower court erred in applying the principle of res judicata. Consequently, the Supreme Court annulled the contested judgment and remanded the case for retrial with a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(18) of the Code of Civil Procedure; Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure: A lower court must annul a judgment if it erroneously declares a legal issue already decided by a prior judgment, failing to recognize that the previous ruling did not definitively resolve the specific question of priority claim status.

Keywords

AI generated
res judicata priority claim insolvency proceedings appeal admissibility remand for retrial Code of Civil Procedure prior precedent

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(18) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 695 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 695/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Θ. Α., κατοίκου…. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αρτέμιο Νικολακάκη.

Του αναιρεσίβλητου : Σ. Π., κατοίκου …, υπό την ιδιότητά του ως συνδίκου της ενώσεως των πιστωτών της πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΡΝΙΘΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΩΝ Α. Σ. Β. Α.Ε.". Παραστάθηκε αυτοπροσώπως καθό δικηγόρος, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., o oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Σεπτεμβρίου 1996 αναγγελία του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 2410/1997 του ιδίου Δικαστηρίου, 2533/1998 μη οριστική και 6725/1998 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20 Οκτωβρίου 1998 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 85/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί ξανά από το ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Εκδόθηκε η 7606/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, της οποίας την αναίρεση ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15 Νοεμβρίου 2000 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1833/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε (κατά ένα μέρος) την εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση (κατά το μέρος της αυτό) προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Τέλος, εκδόθηκε η 6920/2002 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί σήμερα ο αναιρεσείων με την από 29 Νοεμβρίου 2002 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας διάβασε την από 8 Σεπτεμβρίου 2003 έκθεση του Αρεοπαγίτη Πολύκαρπου Βούλγαρη που κωλύεται να μετάσχει στη σημερινή σύνθεση, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 6725/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα εξής: Α) Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, πιστωτής της πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρίας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΡΝΙΘΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΩΝ Α. Σ. (Β. Α.Ε.)", της οποίας σύνδικος της ενώσεως των πιστωτών είναι ο αναιρεσίβλητος, με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 30-9-1996 αναγγελία του προς αυτόν, είχε ισχυριστεί ότι η πτωχή ανώνυμη εταιρία του οφείλει α) μισθούς υπερημερίας από 13-6-1990 έως 28-5-1996, β) πρόσθετες τακτικές αποδοχές του ίδιου διαστήματος γ) προσαύξηση λόγω τακτικής νυκτερινής εργασίας του ίδιου διαστήματος, δ) αμοιβή τακτικής εργασίας κατά τα Σάββατα του διαστήματος από 1-1-1991 έως 28-5-1995, ε) επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα του διαστήματος 1991-1996, στ) αποδοχές και επιδόματα αδείας του ίδιου διαστήματος και ζ) αποζημίωση απολύσεως.

Β) Με την πρωτόδικη απόφαση (2410/1997 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) είχε γίνει δεκτό ότι η πτωχή ΑΕ όφειλε στον αναιρεσείοντα τα προαναφερόμενα με στοιχεία α', β' (εν μέρει), γ', δ' και ζ' κονδύλια και ο αναιρεσίβλητος σύνδικος είχε προσβάλει την απόφαση αυτή με την έφεσή του α) για τον εσφαλμένο υπολογισμό του αντιτίμου της σε είδος παροχής της πτωχής προς τον αναιρεσείοντα (πρόσθετη τακτική αποδοχή - κονδύλιο β' της αναγγελίας), β) για την επιδίκαση κονδυλίων "πέραν εκείνων που είχε δεχθεί η 563/1993 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου" (Εφετείου Αθηνών) και συνακόλουθα για τη μη λήψη υπόψη της σχετικής ένστασής του περί δεδικασμένου, γ) για την απόρριψη της ένστασής του περί καταχρηστικής ασκήσεως των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, δ) για εσφαλμένη επιδίκαση συμπληρωματικού ποσού στην αποζημίωση απολύσεως του αναιρεσείοντος και ε) για το ότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε τοκοφορία της απαίτησης του αναιρεσείοντος από τις 31.01.1997, ημέρα ασκήσεως της αναγγελίας.

Γ) Ο αναιρεσείων με την αντέφεσή του, την οποία νομίμως είχε ασκήσει με τις προς το Εφετείο προτάσεις του, είχε προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση α) διότι δεν επιδικάστηκαν σ' αυτόν οι ζητούμενες αποδοχές και επιδόματα άδειας, β) διότι με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτό ότι προνόμιο έχουν αξιώσεις του εκ δραχμών μόνο 15.417.327, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι προνόμιο έχουν αξιώσεις του εκ δρχ. 44.978.819 και γ) διότι με την ίδια απόφαση αναγνωρίστηκε το ποσό της αναγγελίας ως έντοκο από 31-1-1997, ενώ ο αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωριστεί ότι οφείλονται τόκοι υπερημερίας επί του ποσού των 2.245.533 δρχ., το οποίο είχε επιδικαστεί σε αυτόν και σε βάρος της πτωχής με την προαναφερόμενη 563/1993 απόφαση.

Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι κανένας από τους λόγους της αντεφέσεως δεν αναφέρεται στα κεφάλαια της απόφασης που προσβαλλόταν ούτε συνέχεται αναγκαστικά με αυτά και απέρριψε την αντέφεση ως απαράδεκτη. Με την 85/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου αναιρέθηκε η παραπάνω 6725/1998 εφετειακή απόφαση, διότι κρίθηκε ότι ο τρίτος λόγος της αντεφέσεως συνεχόταν αναγκαστικά με το όλο ζήτημα της τοκοφορίας των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, ήτοι με το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, που είχε προσβληθεί με τον πέμπτο λόγο της εφέσεως.

Με την 7606/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, απορρίφθηκε η αντέφεση, αφού κρίθηκε ότι ο τρίτος λόγος της ήταν αόριστος, διότι δεν προέκυπτε αν οι αξιούμενοι από τον αναιρεσείοντα τόκοι συνέχονται με την τελεσιδίκως αναγνωρισθείσα (με την 6725/1998 εφετειακή απόφαση) εργατική απαίτηση αυτού, ως προς το ύψος της οποίας υφίσταται δεδικασμένο ή με άλλη, η οποία είτε είχε κριθεί αβάσιμη με την εκκαλούμενη απόφαση είτε δεν είχε αποτελέσει στη συγκεκριμένη περίπτωση αντικείμενο δικαστικής διάγνωσης.

Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με τη 1833/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο απορρίφθηκε ο τρίτος λόγος της αντεφέσεως, αφού κρίθηκε ότι η κατά το Εφετείο παραπάνω έλλειψη ανάγεται στο ουσιαστικά βάσιμο ή μη των περί τόκων αξιώσεων και όχι στο ορισμένο του λόγου αυτού της αντεφέσεως.

Στην αναιρετική αυτή απόφαση διαλαμβάνεται ότι με τον τρίτο λόγο της αντεφέσεως ο αναιρεσείων είχε ζήτησει να αναγνωριστούν αξιώσεις του για τόκους των εργατικών κατά της πτωχευτικής περιουσίας απαιτήσεων ως ακολούθως: 1) για τόκους κεφαλαίου από 16-6-1991 έως 8-4-1994, δραχμές 14.150.310, που αφορούσαν τη διετία προ της πτωχεύσεως (ανέγγυων αξιώσεων), 2) για τόκους του άνω κεφαλαίου από 8-4-1994 έως 8-4-1996, δραχμές 11.235.000, που ήσαν προνομιακοί, γιατί αφορούσαν τη διετία προ της πτωχεύσεως, 3) για τόκους προνομιακού κεφαλαίου από το τέλος κάθε μήνα που ήταν καταβλητέες οι αποδοχές της περιόδου 8-4-1994 έως 8-4-1996, δραχμές 4.415.000 (προνομιακούς) και 4) για τόκους όλων των αξιώσεων (προνομιακών και ανέγγυων) του διαστήματος από της πχωχεύσεως μέχρι 30-1-1997 (της αναγγελίας και επαληθεύσεως), δραχμές 8.553.950.

Το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, με την προσβαλλόμενη τώρα 6920/2002 απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, πιστωτής της πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρίας "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΡΝΙΘΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΩΝ Α. Σ. (Β. Α.Ε.)", σύνδικος της ενώσεως των πιστωτών της οποίας είναι ο αναιρεσίβλητος, με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 30-9-1996 αναγγελία του, ζήτησε να εξελεγχθούν εργατικές αξιώσεις του κατά της πτωχής ανώνυμης εταιρίας, ποσών 21.656.369 και 18.644.788 δραχμών και να εγγραφούν στην οικεία έκθεση (πίνακα) επαληθεύσεως των πιστωτών της πτωχεύσεως.

Με τον τρίτο λόγο της αντεφέσεώς του, που άσκησε παραδεκτά, ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωριστούν αξιώσεις του για τόκους των εργατικών απαιτήσεών του κατά της πτωχευτικής περιουσίας ως ακολούθως: 1) για τόκους κεφαλαίου από 16-6-1991 έως 8-4-1994 δραχμές 14.150.310, που αφορούσαν τη διετία προ της πτωχεύσεως (ανέγγυων αξιώσεων), 2) για τόκους του άνω κεφαλαίου από 8-4-1994 έως 8-4-1996 δραχμές 11.235.000, που ήσαν προνομιακοί, γιατί αφορούσαν τη διετία προ της πτωχεύσεως, 3) για τόκους προνομιακού κεφαλαίου από το τέλος κάθε μήνα που ήταν καταβλητέες οι αποδοχές της περιόδου 8-4-1994 έως 8-4-1996 δραχμές 4.415.000 (προνομιακούς) και 4) για τόκους όλων των αξιώσεων (προνομιακών και ανέγγυων) του διαστήματος από της πχωχεύσεως μέχρι 30-1-1997 (της αναγγελίας και επαληθεύσεως) δραχμές 8.553.950.

Ο αναιρεσείων, όμως, με την αναγγελία του είχε ζητήσει σχετικά με τους τόκους επί λέξει τα εξής: "Τόκοι υπερημερίας για την αναγνωριστική απαίτηση δρχ. 2.245.553 (εκ διαφοράς μισθού, δώρων, αδειών και υπερωριών) εκ της 563/93 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, οι οποίοι εγεννήθησαν μετά την κοινοποίηση κατά την 28-6-90, της από 21-6-90 αγωγής μου, αλλά και επικουρικά από της 30-4-1993, αφής κοινοποιήθηκε η από 26-4-93 αγωγή μου, περί επιδικάσεως των ως άνω τόκων.

Συγκεκριμένα με την από 26-4-93 αγωγή μου ζητούσα την επιδίκαση εργατικών αξιώσεων οι οποίες εξοφλήθησαν την 30-4-92 και 10-2-92 καθώς επίσης και τους τόκους των άνω τόκων από 1-5-94 μέχρις εξοφλήσεως. Επειδή και οι τόκοι τόκων ως παρακολουθηματική αξίωση της κύριας προνομιακής ως προελέχθη αξιώσεως είναι επίσης προνομιακοί γιαυτό μου οφείλονται προνομιακά από 1-5-94 (η αγωγή μου κοινοποιήθηκε την 30-4-1994) μέχρις εξοφλήσεως και ανέρχονται μέχρι σήμερα στο ποσό των 980.000 δρχ.

Βεβαίως εξακολουθεί υφισταμένη και η ανέγγυα αξίωση 1.561.287 δρχ.". Οι τόκοι όμως, δέχθηκε το Εφετείο, όπως τους προσδιορίζει με την αντέφεση ο αναιρεσείων, δεν είχαν ζητηθεί από αυτόν και με το κύριο εισαγωγικό δικόγραφο (την αναγγελία), με βάση το αίτημα της οποίας κρίνεται το νομικά και ουσιαστικά βάσιμο των απαιτήσεων του πιστωτή.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο τρίτος λόγος της αντεφέσεως του αναιρεσείοντος, που ήταν παραδεκτός και ορισμένος, ήταν ουσιαστικά αβάσιμος και απέρριψε την αντέφεση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο συμμορφώθηκε με την 1833/2001 αναιρετική απόφαση ως προς το ζήτημα που επέλυσε αυτή, δηλαδή ως προς το ότι ο παραπάνω λόγος της αντεφέσεως ήταν ορισμένος.

Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά την αιτίαση από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για μη συμμόρφωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως με τη 1833/2001 αναιρετική απόφαση, λόγω μη εξετάσεως του τρίτου λόγου της αντεφέσεως, αν και ήταν αυτός ορισμένος. Όπως όμως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, στην πραγματικότητα, απέρριψε τον τρίτο λόγο της αντεφέσεως, όχι ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως διέλαβε στην απόφαση, αλλά ως απαράδεκτο, αφού έκρινε ότι οι τόκοι, όπως τους προσδιορίζει με την αντέφεση ο αναιρεσείων, δεν είχαν ζητηθεί και με το κύριο εισαγωγικό δικόγραφο (την αναγγελία).

Από την ως άνω αναγγελία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε αναγγελθεί και για τους νόμιμους τόκους επί του συνόλου των αναγγελθεισών κατά κεφάλαιο, προνομιακών και μη αξιώσεών του (21.656.369 και 18.644.788 δραχμών αντιστοίχως), με τον αναφερόμενο στην αναγγελία χρόνο ενάρξεως της τοκοφορίας, κατά τις διακρίσεις που γίνονται εκεί.

Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο τον τρίτο λόγο της αντεφέσεως, ως προς τα αιτήματα που περιέχονταν στον λόγο αυτό, καθώς και ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τις εκτιμώμενες ως προβαλλόμενες από την ίδια διάταξη (και όχι από τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο αριθμούς 8 και 9 του παραπάνω άρθρου) και για την ίδια πλημμέλεια λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού.

Επειδή με την προαναφερόμενη 6725/1998 εφετειακή απόφαση έγινε δεκτό ότι το ζήτημα αν οι τόκοι επί του παραπάνω ποσού των 21.656.369 δραχμών (το οποίο ο αναιρεσείων ανήγγειλε ως προνομιακή αξίωση) θα καταταγούν ή όχι προνομιακώς, αφορούσε τον σύνδικο της πτωχεύσεως, ο οποίος -μετά την αμετάκλητη εξέλεγξη των πιστώσεων- θα κληθεί να κατατάξει αυτές στον οικείο πίνακα, ανάλογα με τη φύση τους ως προνομιούχων ή ανέγγυων.

Με την ίδια απόφαση αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσείων έχει κατά της πτωχής εταιρίας πτωχευτική και άτοκη απαίτηση ποσού 26.076.696 δραχμών, ενώ απορρίφθηκε το αίτημά του για αναγνώριση του ότι η απαίτηση αυτή έπρεπε να καταταγεί προνομιακώς. Η απόφαση αυτή, όπως προεκτέθηκε, αναιρέθηκε με τη 1833/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, διότι κρίθηκε ότι ο τρίτος λόγος της αντεφέσεως συνεχόταν αναγκαστικά με το όλο ζήτημα της τοκοφορίας των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, ήτοι με το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, που είχε προσβληθεί με τον πέμπτο λόγο της εφέσεως.

Επομένως από την παραπάνω εφετειακή απόφαση δεν έχει παραχθεί δεδικασμένο ως προς το ότι η ένδικη απαίτηση ήταν άτοκη. Εξάλλου από την εκτίμηση του περιεχομένου της αποφάσεως εκείνης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο είχε κρίνει ότι η περί τόκων απαίτηση του αναιρεσείοντος δεν είναι προνομιακή, αλλά ότι το ζήτημα αν οι τόκοι επί του παραπάνω ποσού των 21.656.369 δραχμών (το οποίο ο αναιρεσείων ανήγγειλε ως προνομιακή αξίωση) θα καταταγούν ή όχι προνομιακώς, αφορούσε τον σύνδικο της πτωχεύσεως, ο οποίος -μετά την αμετάκλητη εξέλεγξη των πιστώσεων- θα κληθεί να κατατάξει αυτές στον οικείο πίνακα, ανάλογα με τη φύση τους ως προνομιούχων ή ανέγγυων.

Έτσι από την παραπάνω εφετειακή απόφαση δεν έχει παραχθεί δεδικασμένο ούτε ως προς το ότι η περί τόκων απαίτηση δεν ήταν προνομιακή. Επομένως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά τον νόμο έκρινε ότι από την προαναφερόμενη 6725/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έχει παραχθεί δεδικασμένο ως προς τη μη προνομιακή κατάταξη της περί τόκων απαιτήσεως και είναι βάσιμος ο σχετικός τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκουσας έτσι της έρευνας του τρίτου λόγου της αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6920 /2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ