Legislator Case Law & Legislation
694/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against Athens Court of Appeal judgment on electricity network liability and medical costs.

Case Number 694/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the electricity distribution company against the final judgment of the Court of Appeal of Athens. The lower court had ruled that the company was solely liable for an electrocution incident and ordered regular medical monitoring for the injured party. The Supreme Court found the appeal arguments regarding evidentiary contradictions and procedural defects to be unfounded and unsupported by the record.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's detailed examination of evidence and explicit rejection of the appellant's request for document disclosure precludes a finding of contradiction or insufficiency under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure.

Keywords

AI generated
electrical network liability sole fault principle medical monitoring costs appeal admissibility evidentiary contradiction Code of Civil Procedure damages assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 450 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1488/2018
Supreme Court Case 1510/2017
Supreme Court Case 746/2022
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 694 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 694/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ηλία Γεωργόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Αδάμ Δήμου, που ανακάλεσε την από 18/10/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Φ. του Γ., 2) Ζ. Φ., συζύγου Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3490/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1673/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/6/2022 αίτησή της και τους από 15/8/2024 και 14/9/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 7-6-2022 αίτηση αναίρεσης και τα δύο δικόγραφα από 15-8-2024 και 14-9-2024 πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1673/2022 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 1673/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Με την από 29-3-2018 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι υπό τις εκεί εκτιθέμενες περιστάσεις και από αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, αναφορικά με την ασφαλή λειτουργία και συντήρηση του δικτύου ηλεκτροδότησης, κατόπιν επεισοδίου ηλεκτροπληξίας, που έλαβε χώρα στις 16-5-2013, στην περιοχή "..." του Δήμου ..., ο πρώτος ενάγων (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) υπέστη τις αναφερόμενες στην αγωγή σωματικές βλάβες.

Ότι με την υπ' αριθ. 4548/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατ' έφεση, επί της από 11.11.2014 προγενέστερης αγωγής των αναιρεσίβλητων, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 827/2020 απόφασης του ΑΠ, ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο πρώτος αναιρεσίβλητος οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, ότι αυτός έχει καταστεί ισοβίως ανάπηρος και ήδη τους έχει επιδικασθεί αποζημίωση για θετική και αποθετική ζημία που υπέστησαν μέχρι την 16-5-2018.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό, ζήτησαν 1) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσόν των 264.972 ευρώ, αναλυόμενο σε α) ποσόν 132.972 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μελλοντική απώλεια εισοδήματος, λόγω ανικανότητας για εργασία, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 έως 16-5-2025, β) ποσό 54.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μελλοντική δαπάνη νοσοκόμας - οικιακής βοηθού, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 έως 16-5-2023 και γ) ποσό 78.000 ευρώ, για μελλοντική δαπάνη αγοράς δύο ηλεκτρικών προσθέσεων άνω άκρων, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 έως 16-5-2025, καταβλητέα εφάπαξ, άλλως σε δύο ισόποσες καταβολές ανά διετία, 2) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσόν του 1.548.892 ευρώ, αναλυόμενο σε α) ποσό 178.560 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μελλοντική απώλεια εισοδήματος, λόγω ανικανότητας για εργασία, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2025 έως 16-5-2033, β) ποσό 468.252 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μελλοντική δαπάνη νοσοκόμας - οικιακής βοηθού, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2023 έως 16-5-2046, γ) ποσό 783.280 ευρώ, αφενός για μελλοντική δαπάνη αντικατάστασης, συντήρησης και επισκευής των πρόσθετων μελών άνω άκρων, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 έως 16-5-2025, αφετέρου για αγορά, αντικατάσταση, προμήθεια, συντήρηση και επισκευή των πρόσθετων μελών άνω άκρων για το χρονικό διάστημα από 17-5-2025 έως 16-5-2046, καταβλητέα εφάπαξ, άλλως σε δύο ισόποσες καταβολές ανά διετία και δ) ποσό 118.800 ευρώ για μελλοντικές ιατρικές δαπάνες, καταβλητέο εφάπαξ, άλλως σε μηνιαίες περιοδικές καταβολές και 3) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην δεύτερη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 36.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την αδυναμία συνεισφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου στις οικογενειακές ανάγκες, τα ανωτέρω δε ποσά νομιμότοκα, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην αγωγή.

Η παραπάνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη με την υπ' αριθ. 3490/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 1) υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο α) το ποσό των 1.352,85 ευρώ μηνιαίως, που αντιστοιχεί σε μελλοντική απώλεια εισοδήματος, λόγω ανικανότητας για εργασία και δαπάνης βοηθητικού προσωπικού, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 έως 16-5-2023, β) το ποσό των 1.152,41 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2023 μέχρι και 16-5-2024, που αντιστοιχεί σε μελλοντική απώλεια εισοδήματος, λόγω ανικανότητας για εργασία, γ) το συνολικό ποσό των 72.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στη μελλοντική δαπάνη αγοράς των δύο μυοηλεκτρονικών προθέσεων άνω άκρων και για μία ολική αντικατάσταση της αριστερής μυοηλεκτρονικής πρόθεσης αντιβραχίου, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 μέχρι και 16-5-2024, καταβλητέο σε ισόποσες χρηματικές δόσεις κάθε μήνα, 2) αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο α) το ποσό των 200,44 ευρώ μηνιαίως, που αντιστοιχεί στη δαπάνη βοηθητικού προσωπικού, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2023 μέχρι και 16-5-2024, β) το συνολικό ποσό των 53.160 ευρώ, που αντιστοιχεί στη μελλοντική αντικατάσταση, προμήθεια, συντήρηση και επισκευή του πρόσθετου μέλους δεξιάς μυοηλεκτρονικής πρόθεσης βραχιονίου, αλλαγή θήκης, συντήρηση των ηλεκτρονικών μερών της παλάμης, συντήρηση του μυοηλεκτρονικού αγκώνα της πρόθεσης, αντικατάσταση του γαντιού σιλικόνης, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 μέχρι και 16-5-2024, γ) το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως, που αντιστοιχεί στη μελλοντική δαπάνη για ιατρικές επισκέψεις, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 μέχρι και 16-5-2019 και το ποσό των 100 ευρώ, μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2019 μέχρι και 16-5-2024, για την ίδια ως άνω αιτία και 3) αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσόν των 100 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 έως 16-5-2024, τα παραπάνω δε ποσά με το νόμιμο τόκο.

Κατά της παραπάνω απόφασης, παραπονέθηκαν, η μεν εναγόμενη - αναιρεσείουσα με την από 9-5-2021 έφεσή της, κατά το μέρος που έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η εν λόγω αγωγή, οι δε ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι με την από 12-5-2021 έφεσή τους, κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή τους. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του (1673/2022) το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 9-5-2021 έφεση της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την από 12-5-2021 έφεση των αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 3490/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει τις ένδικες αξιώσεις του πρώτου ενάγοντος - αναιρεσίβλητου α) περί επιδικάσεως αποζημίωσής του για τη μελλοντική δαπάνη προμήθειας εξελιγμένης ηλεκτρονικής παλάμης εργασίας τύπου Otto Bock Greifer αριστερού άνω άκρου και β) αγοράς ειδικών καλλυντικών/φαρμακευτικών κρεμών.

Στη συνέχεια, το Εφετείο κράτησε και δίκασε επί της αγωγής των αναιρεσίβλητων και δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση όλων, ανεξαιρέτως, των νομίμως επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από τους διαδίκους εγγράφων, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, των υπ' αριθ. ....2018 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων των εναγόντων, Λ.

Σ. και Π. Ν., που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Εράνης Δ. Μ. κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της εναγομένης (σχετ. ....2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Λ. Κ.) και των υπ' αριθ. ..., ..., ....2018 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της εναγόμενης, Θ. Χ., Γ. Ρ. και Α. Δ., που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πατρών, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως των εναγόντων (σχετ. ....2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α.

Μ., καθώς και από την υπ' αριθ. ....2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Μ., ληφθείσα μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγόντων (σχετ. ....2018 εκθέσεις επιδόσεως της ίδιας επιμελήτριας Α. Μ.), λαμβάνοντας υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τις λοιπές προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, χωρίς, όμως, να λαμβάνονται υπόψη α) η υπ' αριθ. ....2018 βεβαίωση του Αγροτικού Συλλόγου Φιλιατρών και η από ....2018 υπεύθυνη δήλωση του φαρμακοποιού Α.

Ξ. (που δεν φέρει ούτε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του) ως ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, αφού επέχουν θέση εξωδίκων μαρτυριών τρίτων, που δόθηκαν χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ, για την εξέταση των μαρτύρων, χωρίς, συγχρόνως, να αποτελούν αποδεικτικά μέσα "που δεν πληρούν τους όρους του νόμου", κατ' άρθρο 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, αφού δόθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα υπόθεση (ΑΠ 394/2012 ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα εξής:

Α. Επί της από 11.11.2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ....2014 αγωγής αποζημιώσεως των εναγόντων - εκκαλούντων της υπό στοιχ. α εφέσεως κατά της εναγομένης - εκκαλούσας της υπό στοιχ. β εφέσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4548/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως από την εκεί εναγομένη (εκκαλούσα της υπό στοιχ.

β εφέσεως), δυνάμει της υπ' αριθ. 827/2020 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Με την εν λόγω αμετάκλητη απόφαση κρίθηκαν, μετά δυνάμεως δεδικασμένου, τα εξής: α) Την ....2013, στην περιοχή "..." του Δήμου Τριφυλίας, Δ.Δ. Φιλιατρών, που βρίσκεται στο δρόμο από Φιλιατρά προς Γαργαλιάνους, και περί ώρα 14.00 με 15.00 εκδηλώθηκε πυρκαγιά.

Τη φωτιά αντιλήφθηκε, αρχικώς, η Ε. Φ. - μη διάδικος στην προκείμενη δίκη - η οποία εκείνη την ώρα βρισκόταν στην οικία της, μαζί με τον, τότε ανάπηρο και ήδη θανόντα, σύζυγο της, Γ. Φ. Αμέσως μόλις είδε από το παράθυρο της κουζίνας της πυκνά σύννεφα καπνού να κατευθύνονται προς το αγροτεμάχιο, ιδιοκτησίας του συζύγου της, με τα εντός αυτού ελαιόδεντρα, το οποίο βρίσκεται σε μικρή απόσταση (περί τα διακόσια πενήντα μέτρα) από την οικία τους, έσπευσε προς το σημείο της φωτιάς, προκειμένου να διαπιστώσει τι συνέβαινε.

Όταν έφθασε εκεί αντίκρισε την πυρκαγιά να βρίσκεται στο ανατολικό σύνορο της ιδιοκτησίας τους, με το αγρόκτημα ιδιοκτησίας Χ. Μ. Διαπιστώνοντας δε ότι εξαπλωνόταν με ταχύτητα και προς αποτροπή της εξάπλωσης αυτής, όχι μόνο προς το ελαιοπερίβολό τους αλλά και προς την οικία τους, όπου βρισκόταν ο ανάπηρος σύζυγος της, έκοψε ένα κλαδί από τις ελιές και άρχισε να χτυπά τα φλεγόμενα χόρτα κατά μήκος του ορίου των δύο αγροτεμαχίων, προκειμένου να περιορίσει τη φωτιά, ώστε να μην επεκταθεί και εντός του δικού τους αγροτεμαχίου.

Καθ' όλη τη διάρκεια της προσπάθειάς της αυτής η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική από τους καπνούς και η ορατότητά της περιορισμένη. Το τελευταίο πράγμα που αντελήφθη ήταν να τη διαπερνά και να την τινάζει ένα απίστευτα δυνατό ρεύμα και κατόπιν αυτού έχασε τις αισθήσεις της και έπεσε στο έδαφος, ενώ η φωτιά συνέχιζε να καίει.

Την ίδια, περίπου, ώρα, ο πρώτος ενάγων (ήδη πρώτος εκκαλών της υπό στοιχ.α εφέσεως), ανιψιός της Ε. Φ., ο οποίος εκτελούσε εργασίες εντός του αγροτεμαχίου του, που βρίσκεται στην ίδια περιοχή, αντιλήφθηκε κι εκείνος την ύπαρξη καπνού στο παρακείμενο, όμορο, αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Χ. Μ. και κατευθύνθηκε προς το σημείο της φωτιάς.

Φθάνοντας εκεί, αντιλήφθηκε τη θεία του, Ε. Φ., που ήταν πεσμένη στο έδαφος σε λιπόθυμη κατάσταση και προσέτρεξε να την βοηθήσει. Εκτιμώντας ότι η θεία του είχε λιποθυμήσει από τις αναθυμιάσεις, προσπάθησε να την μετακινήσει, σπρώχνοντάς την μέχρι το πλησιέστερο ελαιόδεντρο για να την τοποθετήσει με την πλάτη στο δέντρο και να την συνεφέρει.

Στην προσπάθειά του αυτή αισθάνθηκε ένα έντονο σωματικό κλονισμό και έχασε κι αυτός τις αισθήσεις του.

Συνήλθε μετά από απροσδιόριστο χρονικό διάστημα και κατάφερε να περπατήσει προς τον κεντρικό δρόμο, προκειμένου να αναζητήσει βοήθεια από διερχόμενους οδηγούς. Πράγματι, τον αντελήφθη ο, διερχόμενος από εκεί με το αυτοκίνητο του, Σ. Τ., ο οποίος και τον μετέφερε στο Κέντρο Υγείας Φιλιατρών. Σχεδόν ταυτόχρονα, στο σημείο της πυρκαγιάς έσπευσε με τη μοτοσικλέτα του και ο Θ.

Φ., αδελφός του Δ. Φ. και ανιψιός της Ε. Φ., ο οποίος είχε δει κι εκείνος τους καπνούς και πλησίασε να δει τι συμβαίνει. Κατευθυνόμενος στην, εν λόγω, περιοχή, δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Χ. Λ., κάτοικο της ίδιας περιοχής, ο οποίος του είπε να τρέξει γιατί "κινδυνεύουν δύο άνθρωποι". Φθάνοντας ο Θ. Φ. πλησίον της φωτιάς, άκουσε γυναικεία φωνή να καλεί σε βοήθεια και προσπάθησε να πλησιάσει με τη μηχανή του, πλην, όμως, μια δύναμη τον πέταξε λίγα μέτρα προς τα πίσω.

Συνερχόμενος, αμέσως αντιλήφθηκε ότι η γυναίκα που καλούσε σε βοήθεια, ήταν η θεία του, Ε. Φ., την οποία, στη συνέχεια, με τη βοήθεια και του Η. Χ., κατάφερε να απομακρύνει από το σημείο της φωτιάς και την μετέφερε στο Νοσοκομείο Κυπαρισσίας. Κατόπιν εξετάσεώς τους από τους θεράποντες ιατρούς, οι παθόντες έμαθαν ότι είχαν υποστεί ηλεκτροπληξία.

Η ηλεκτροπληξία, δε, που υπέστησαν οι Δ. και Ε. Φ. προκλήθηκε εκ του γεγονότος ότι, προσέγγισαν ηλεκτροφόρο αγωγό, που είχε "κρεμάσει" και βρισκόταν λίγο πάνω από το έδαφος, από τον οποίο και ηλεκτροδοτήθηκαν, εξαιτίας του ηλεκτρικού τόξου (ηλεκτρικού πεδίου), που είχε δημιουργηθεί μεταξύ αυτών και του αγωγού.

Ειδικότερα, αμέσως μετά το συμβάν διενεργήθηκε, κατόπιν σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας, προκαταρκτική εξέταση από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Γαργαλιάνων, για την διακρίβωση των αιτίων της πυρκαγιάς και των συνθηκών επέλευσης του ανωτέρω συμβάντος, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σοβαρών σωματικών βλαβών στους παθόντες.

Όπως διαπιστώθηκε, αιτία ήταν η χαλάρωση και το "κρέμασμα" ενός ηλεκτροφόρου αγωγού. Συγκεκριμένα, στην προαναφερθείσα περιοχή υπάρχουν ξύλινες κολώνες, οι οποίες στηρίζουν εναέριους ηλεκτροφόρους αγωγούς. Μια τέτοια ξύλινη κολώνα υπήρχε και πλησίον του αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας Χ. Μ., από την οποία διέρχονταν τρεις εναέριοι ηλεκτροφόροι αγωγοί μέσης τάσης (20.000 βολτ), οι οποίοι στηρίζονταν, μέσω μονωτήρων, σε δύο οριζόντιες ξύλινες τραβέρσες, σχηματίζοντας με εκείνες ένα νοητό σχήμα σε απόσταση περίπου επτά μέτρων από το έδαφος.

Κάτω από τις τραβέρσες αυτές, υπήρχε ακόμα μία οριζόντια τραβέρσα, σε ύψος περίπου έξι μέτρων από το έδαφος, πάνω στην οποία στηρίζονταν, μέσω μονωτήρων, άλλοι εναέριοι ηλεκτροφόροι αγωγοί, επίσης μέσης τάσης (20.000 βολτ), οι οποίοι τροφοδοτούσαν μετασχηματιστή, που ηλεκτροδοτούσε την γύρω περιοχή. Τμήμα, μήκους περί τα 25 εκατοστά, του άκρου της προαναφερόμενης (μονής) οριζόντιας τραβέρσας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιείτο για τη στήριξη των αγωγών προς το μετασχηματιστή, έσπασε και έτσι, ο ηλεκτροφόρος αγωγός, που στηριζόταν στο ίδιο άκρο, σχημάτισε καμπύλη τροχιά ("κοιλιά"), στο ενδιάμεσο διάστημα με την επόμενη κολώνα και "κρέμασε" σε πολύ μικρή απόσταση από το έδαφος, όχι μεγαλύτερη του ενός μέτρου.

Κατά το "κρέμασμα" και την ταλάντωσή του, ο αγωγός από τη σπασμένη τραβέρσα ήλθε σε επαφή με κλαδιά υποκείμενων ελαιοδέντρων και σχηματίστηκε ηλεκτρικό τόξο, με αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά. Μάλιστα, στην ευθεία του πεσμένου αγωγού βρέθηκαν απανθρακωμένα τρία ζώα (πιθανόν σκυλιά). Το ηλεκτρικό τόξο εκτεινόταν από 5 έως 20 εκατοστά από τον αγωγό και ήταν αόρατο στους παθόντες, όπως αόρατος ήταν, γενικότερα, και ο αγωγός, εξαιτίας, κυρίως, των πυκνών καπνών, αλλά και του χρώματός του, που είχε το χρώμα του αλουμινίου.

Περαιτέρω, η θραύση της ξύλινης τραβέρσας, που είχε ως επακόλουθο τη δημιουργία καμπύλης του αγωγού, οφείλεται, αφενός μεν στην παλαιότητα και τη φθορά αυτής, αφετέρου δε στην, κατά την ημερομηνία του ατυχήματος, έλλειψη δεύτερης τραβέρσας, η ύπαρξη της οποίας είναι αναγκαία, προκειμένου να κρατάει "κόντρα" και να ενισχύει την άλλη τραβέρσα στις δυνάμεις που ασκούν πάνω της οι οριζόντιοι αγωγοί (που συνδέονται μέσω μονωτήρων στις τραβέρσες), λόγω του βάρους τους και του τεντώματος τους, ειδικά όταν υπάρχει άνεμος. Σημειώνεται, επίσης, ότι, πριν το ατύχημα και πάντως έως τις 10.12.2012, υπήρχε στην κολώνα και δεύτερη τραβέρσα, ενώ τέτοια επανατοποθέτησε η εναγομένη αμέσως μετά το ατύχημα.

Συνεπώς, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι η εναγόμενη (ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχ.α εφέσεως και εκκαλούσα της υπό στοιχ.β εφέσεως), η οποία εκμεταλλεύεται τον ξύλινο στύλο απ' όπου διερχόταν το άνω ηλεκτροφόρο καλώδιο, ως τμήμα του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ευθύνεται, καταρχήν, αντικειμενικώς, για τη ζημία που προκλήθηκε, καθώς η - έστω- μερική πτώση της τραβέρσας, που στηρίζεται σε στύλο, που είναι στερεωμένος σε έδαφος, και η συνακόλουθη δημιουργία καμπύλης του ηλεκτροφόρου αγωγού, συνιστά "πτώση άλλου έργου", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ, που τεκμαίρεται - και εν προκειμένω αποδείχθηκε- ότι προκλήθηκε, πρωτίστως, από τη φθορά, την παλαιότητα και την πλημμελή συντήρηση του στύλου και, ειδικότερα, της τραβέρσας.

Επίσης, κρίθηκε ότι, ανεξαρτήτως της αντικειμενικής της ευθύνης, από την διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ, η εναγομένη ευθύνεται για τη θραύση της μονής τραβέρσας και την πτώση του ηλεκτροφόρου αγωγού, συνακόλουθα δε και για την ηλεκτροπληξία που υπέστη ο πρώτος ενάγων και τις περαιτέρω συνέπειες αυτής, και με βάση τις γενικές περί αδικοπραξιών διατάξεις (ΑΚ 922, 914), ως προστήσασα τα άτομα εκείνα, που είχαν αναλάβει την επίβλεψη και συντήρηση των αγωγών.

Ειδικότερα, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι οι προστηθέντες της εναγομένης, από αμέλειά τους, ήτοι από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας, που μπορούσαν και όφειλαν κατά τις περιστάσεις να καταβάλουν: 1) δεν μερίμνησαν για την αντικατάσταση της πιο πάνω παλαιάς και φθαρμένης τραβέρσας, 2) δεν μερίμνησαν για την έγκαιρη επανατοποθέτηση της δεύτερης τραβέρσας, που θα παρείχε στήριξη στην πρώτη και 3) μολονότι υπήρξε διαρροή ρεύματος στην περιοχή της πτώσης του αγωγού, αφ' ενός, παρέλειψαν να δώσουν εντολή για άμεση διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος στον πεσμένο αγωγό και, αφ' ετέρου, παρέλειψαν να εγκαταστήσουν σύστημα ασφαλείας, που θα διέκοπτε αυτομάτως τη ροή του ρεύματος και θα απαγόρευε την επάνοδο αυτής πριν από την διαπίστωση του λόγου διαρροής και την αποκατάσταση της βλάβης.

Έτσι η εναγόμενη κρίθηκε, αμετακλήτως, αποκλειστικώς υπαίτια για τη ζημία που υπέστη ο πρώτος ενάγων λόγω ηλεκτροπληξίας, μετ' απόρριψη όλων των ενάντιων ισχυρισμών της περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος και περί θραύσης της τραβέρσας λόγω κεραυνού ή από καύτρες φωτιάς, καθώς και της προβληθείσας ενστάσεως συνυπαιτιότητας του παθόντος για την ηλεκτροπληξία που υπέστη.

β) Περαιτέρω, ως προς τη ζημία, που υπέστη ο πρώτος ενάγων (ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος), κρίθηκαν, με δύναμη δεδικασμένου, τα εξής: Κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ο πρώτος ενάγων, ηλικίας τότε ... ετών, διακομίσθηκε, αρχικά, στο Κέντρο Υγείας Φιλιατρών και, ακολούθως, στο Γενικό Νοσοκομείο Κυπαρισσίας, σε κρίσιμη κατάσταση φέροντας πολλαπλά εγκαύματα 2ου και 3ου βαθμού σώματος, με απανθράκωση άνω άκρων, θώρακα, κοιλίας, πλάτης και άκρων ποδών, ενώ μετά τη χορήγηση των πρώτων βοηθειών διακομίσθηκε, αυθημερόν (....2013), στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ".

Κατά την εισαγωγή του στο τελευταίο, υποβλήθηκε σε επείγουσες σχάσεις (χειρουργικές τομές) των νεκρωμένων περιοχών (σημείων εισόδου και εξόδου του ρεύματος), στο πλαίσιο προσπάθειας διάσωσης των άκρων του και παρέμεινε νοσηλευόμενος στη Μονάδα Αναζωογόνησης, για την έγκαιρη αντιμετώπιση του εγκατεστημένου εγκαυματικού σοκ και τη διατήρηση της ζωής του, λόγω των εκτεταμένων βλαβών, συνεπεία της μετατροπής της ηλεκτρικής ενέργειας σε θερμότητα εντός του σώματός του (έκταση εγκαυμάτων στο 40% της συνολικής επιφάνειας του σώματος του).

Την επόμενη ημέρα (....2013), ο ενάγων μεταφέρθηκε στην εξειδικευμένη Μονάδα Εγκαυμάτων του ίδιου νοσοκομείου, όπου και υποβλήθηκε στις ....2013 στον πρώτο ευρύ χειρουργικό καθαρισμό των εγκαυμάτων και σε πλήρη αφαίρεση των εννέα νεκρωμένων δάχτυλων των κάτω άκρων του, ενώ στις 29.5.2013 υποβλήθηκε σε δεύτερο χειρουργικό καθαρισμό των νεκρωμένων ιστών των άνω άκρων.

Στις 31.5.2013, υποβλήθηκε σε αναγκαστικό ακρωτηριασμό των άνω άκρων, δεξιά πάνω από τον αγκώνα και αριστερά κατά τη μεσότητα του αντιβραχίου, λόγω προχωρημένης νέκρωσης. Επίσης, στις 24.7.2013 υποβλήθηκε σε τέταρτη χειρουργική επέμβαση, επανόρθωσης και κάλυψης δερματικών ελλειμμάτων θώρακος και κοιλίας, με δερματικά μοσχεύματα μερικού πάχους.

Κατά τη νοσηλεία του, ο ασθενής υποβαλλόταν σε τακτικούς και επίπονους χειρουργικούς καθαρισμούς, δύο με τρεις φορές την εβδομάδα, είτε στην κλίνη, είτε σε ειδική μπανιέρα, λάμβανε θεραπεία για τα απότοκα της εγκαυματικής νόσου του προβλήματα υγείας (νεφροπάθεια, διαταραχές κυκλοφορίας κλπ), αλλά και για την μετατραυματική συναισθηματική διαταραχή, που παρουσίασε, με αναγκαία ψυχιατρική αγωγή και ψυχολογική θεραπεία εντός νοσοκομείου.

Στις 5.8.2013 έλαβε εξιτήριο, έχοντας πλήρη αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, κυρίως λόγω του ακρωτηριασμού των άνω άκρων, καθώς και ανάγκη συνεχούς ιατροφαρμακευτικής επίβλεψης από ομάδα ιατρών [οφθαλμίατρο, φυσίατρο, καρδιολόγο, νεφρολόγο, ωτορινολαρυγγολόγο, πλαστικό χειρουργό, ψυχίατρο, δερματολόγο, ψυχολόγο, νευρολόγο, φυσιοθεραπευτή κλπ], λόγω των λοιπών συστηματικών βλαβών από τη διέλευση ρεύματος υψηλής τάσης από το σώμα του.

Εξαιτίας των μετατραυματικών αισθητηριακών διαταραχών, ο ασθενής, μετέβη, την 1.10.2013, στο Γ.Ν.Α. "Ιπποκράτειο", όπου υποβλήθηκε σε ωτορινολαρυγγολογική εξέταση και ακοολογικό έλεγχο και διαπιστώθηκε νευροαισθητήριος βαρηκοΐα, μετρίου βαθμού αριστερά και μικτού τύπου δεξιά και συστήθηκε τακτική επανεκτίμηση.

Επίσης, λόγω μετατραυματικής συναισθηματικής διαταραχής, ο πρώτος ενάγων μετέβη, στις 22.10.2013, στο εξωτερικό ιατρείο του Γ.Ν.Ν.Θ. Αθηνών "Η Σωτηρία", όπου διαγνώστηκε με μείζονα καταθλιπτική συνδρομή, με καταθλιπτικό ιδεασμό, απόσυρση, απώλεια χαράς και διαταραχές ύπνου, λόγω του τραυματισμού του και συστήθηκε τροποποίηση της ψυχιατρικής φαρμακευτικής αγωγής, που ελάμβανε από το Νοσοκομείο ΚΑΤ, καθώς και τακτική υποστηρικτική ψυχοθεραπεία.

Στις 26.10.2013, εξετάστηκε από τον ειδικό πλαστικό χειρουργό, Θ. Β., ο οποίος διαπίστωσε πολλαπλές δύσμορφες δυσπλαστικές, εγκαυματικές και μετατραυματικές ουλές, οι οποίες συνολικά αφορούν το 50% της ολικής επιφάνειας του σώματος του. Στις 16.12.2013, ο παθών υποβλήθηκε σε χειρουργική αφαίρεση μετατραυματικού καταρράκτη στον αριστερό του οφθαλμό, στο Γ.Ν.Α "Γ.

Γεννηματάς". Μετά ταύτα, με τη διάγνωση "ακρωτηριασμός ΔΕ άνω άκρου στη μεσότητα του ΔΕ βραχίονος, ακρωτηριασμός μεσότητας ΑΡ αντιβραχίου, ακρωτηριασμός όλων των δακτύλων ΑΡ άκρου ποδός και ακρωτηριασμός τεσσάρων δακτύλων ΔΕ άκρου ποδός, δύσμορφες ουλές πρόσθιας και οπίσθιας επιφάνειας κορμού, μετρίου βαθμού, νευροαισθητήριος βαρηκοΐα άμφω, μικτή διαταραχή άγχους κατάθλιψης, χειρουργηθείς καταρράκτης ΑΡ", ο πρώτος ενάγων κρίθηκε ανάπηρος εφ' όρου ζωής σε ποσοστό 90% (σχετ.

από 8.4.2014 Γνωστοποίηση Αναπηρίας της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του ΙΚΑ), ενώ, με τη με αριθμό .../2015 απόφαση, κρίθηκε ανάπηρος με ποσοστό αναπηρίας 100% (σχετ. από ....2017 βεβαίωση Ε.Φ.Κ.Α.). Εξαιτίας της, ως άνω, μόνιμης και ολικής του αναπηρίας, ο ενάγων έχει καταστεί πλήρως ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία.

γ) Συνεπεία των ανωτέρω, επιδικάστηκαν στον παθόντα, αμετακλήτως, τα κατωτέρω, ως αποζημίωση, συνεπεία των σωματικών βλαβών, που υπέστη: γα') Δεδομένου ότι ο παθών πριν από το ατύχημα ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη και καλλιεργούσε φασόλια και πιπεριές, σε θερμοκήπια που διατηρούσε σε αγροτεμάχια ιδιοκτησίας του, στην περιοχή των Φιλιατρών και το επάγγελμα αυτό θα συνέχιζε να ασκεί, με πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κρίθηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από ....2013 έως και ....2018, θα αποκόμιζε από την εργασία του το καθαρό ποσό των 19.000 ευρώ, το οποίο απώλεσε συνεπεία της ανικανότητάς του προς εργασία.

Επίσης, κρίθηκε, ότι από το ποσό αυτό έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό των 5.000 ευρώ, ετησίως, ως εισόδημα από την εκμίσθωση εκ μέρους του θερμοκηπίων του, κατόπιν της αδυναμίας του προς εργασία, γβ') Επίσης, κρίθηκε ότι έως ....2018 ο παθών θα είχε ανάγκη των υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου, λόγω παντελούς αδυναμίας του προς αυτοεξυπηρέτησή του, τις οποίες (υπηρεσίες) προσέφεραν συγγενικά του πρόσωπα και ότι έπρεπε να του επιδικαστεί για την αιτία αυτή, ως πλασματική δαπάνη, το ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα της κατ' οίκον παραμονής του, όπου, λόγω της κατάστασης της υγείας του, θα είχε ανάγκη εικοσιτετράωρης παροχής υπηρεσιών οικιακής βοηθού/νοσοκόμας για την αναγκαία συνδρομή της στις μετακινήσεις του, στην προσωπική υγιεινή του και στη λήψη τροφής και φαρμάκων, κλπ.

Για το περαιτέρω χρονικό διάστημα (από ....2018 και εντεύθεν), η σχετική αξίωσή του απορρίφθηκε ως προώρως ασκηθείσα. γγ') Επιπλέον, κρίθηκε ότι από τον Οκτώβριο του 2013 και εντεύθεν ο παθών παρακολουθείται από την ορθοπαιδική εταιρεία "C. Rehabilitation Center", από την οποία του είχε χορηγηθεί προσωρινή αριστερή πρόθεση αντιβραχιόνιου για λόγους εκπαίδευσης, καθώς και για τις βασικές λειτουργίες της καθημερινής του διαβίωσης, ενώ, αντιθέτως, στο δεξί ακρωτηριασμένο του άκρο δεν μπορούσε να τοποθετηθεί ακόμη προσωρινή πρόθεση, λόγω κακής ποιότητας δερματικής επιφάνειας και της οστικής προεξοχής, που υπήρχε στο άκρο του κολοβώματος.

Για την τοποθέτηση εξελιγμένων προθέσεων σε αμφότερα τα άκρα του και συγκεκριμένα δεξιάς μυοηλεκτρικής πρόθεσης βραχιονίου και αριστερής μυοηλεκτρικής πρόθεσης αντιβραχίου, που είναι απαραίτητες για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του, ο παθών είχε δαπανήσει το συνολικό ποσό των 74.900 ευρώ, δυνάμει των σχετικών ....13, ....13 και ....15 αποδείξεων της άνω εταιρείας, εκ του οποίου έλαβε το ποσό των 13.985,02 ευρώ από τον ΕΟΠΠΥ (στον οποίο υπαγόταν πλέον ο ΟΓΑ ως ασφαλιστικός φορέας του παθόντος), κατόπιν καταθέσεως των δύο πρώτων αποδείξεων.

Έτσι, κρίθηκε ότι έπρεπε να του επιδικαστεί το συνολικό ποσό των 60.914,98 ευρώ, ενώ απορρίφθηκαν ως προώρως ασκηθείσες οι αξιώσεις του για μελλοντική αντικατάσταση, συντήρηση των προθέσεων των άνω άκρων, γδ') Επίσης, επιδικάστηκε στον παθόντα το συνολικό ποσό των 180.000 ευρώ για μελλοντική δαπάνη χειρουργικής επιμήκυνσης των εννέα ακρωτηριασθέντων δακτύλων των κάτω άκρων και τοποθέτησης ρυθμιζόμενου μηχανισμού επιμήκυνσης.

δ) Τέλος, στην δεύτερη ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα της υπό στοιχ.α εφέσεως), σύζυγο του παθόντος, επιδικάστηκε το ποσό των 100 ευρώ, μηνιαίως, ως αποζημίωση, λόγω αποστέρησης των υπηρεσιών του συζύγου της για την ικανοποίηση των οικογενειακών αναγκών τους, για το χρονικό διάστημα έως ....2018. Β. Ως προς τις ένδικες, περαιτέρω ζημίες του παθόντος (πρώτου εκκαλούντος της υπό στοιχ.α εφέσεως), για το χρονικό διάστημα από ....2018 και εντεύθεν, αποδείχθηκαν τα εξής: 1) Ο πρώτος εκκαλών έχει καταστεί ισοβίως ανάπηρος κατά 100%, ανίκανος για κάθε εργασία, συνεπεία των σωματικών βλαβών, που έχει υποστεί, κατά τα προδιαληφθέντα.

Επομένως, απώλεσε καθαρά εισοδήματα ύψους 19.000 ευρώ, ετησίως και ποσού 1.583 ευρώ, μηνιαίως, που θα αποκόμιζε τακτικά, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ως κατ' επάγγελμα αγρότης. Σημειώνεται ότι έχει παύσει την εκμετάλλευση δι' εκμισθώσεως των θερμοκηπίων του, η οποία διήρκεσε μόνο ένα έτος, δυνάμει του προσκομιζόμενου από 6.12.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του παθόντος και του Θ.

Φ., ισχύος από 1.1.2014 έως 31.12.2014.

Συνεπώς, δεν λαμβάνει κανένα εισόδημα για την αιτία αυτή από τη λήξη της μισθώσεως και εντεύθεν, όπως προκύπτει από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά του, Λ. Σ., ο οποίος βεβαίωσε ότι ουδείς συγχωριανός του ενδιαφέρθηκε να αναλάβει τα θερμοκήπια, με αποτέλεσμα αυτά να καταρρεύσουν λόγω αχρησίας (βλ.σχετ..../2018 ένορκη βεβαίωση).

Δεδομένου, ότι οι περιστάσεις υπολογισμού των εισοδημάτων που απώλεσε ο πρώτος εκκαλών συνεπεία του ατυχήματος και, συγκεκριμένα, η ιδιότητά του ως κατ' επάγγελμα αγρότης και το ύψος των καθαρών ετησίων εισοδημάτων του από την εργασία του αυτή κατά τον χρόνο του ατυχήματος κρίθηκαν, ως άνω, με δύναμη δεδικασμένου και βάσει αυτών επιδικάστηκε σ' αυτόν, αμετακλήτως, αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων του συνεπεία της ανικανότητάς του προς εργασία έως ....2018, κρίνεται ότι αλυσιτελώς ζητείται από την εφεσίβλητη, κατ' άρθρο 450 ΚΠολΔ η επίδειξη εκ μέρους των αντιδίκων της, κρίσιμων, κατ' αυτήν, εγγράφων και, συγκεκριμένα, των εκκαθαριστικών φόρου εισοδήματος τους ετών 2010, 2011 και 2012.

Επίσης, απορριπτέο κρίνεται το αίτημα της εφεσιβλήτου περί επιδείξεως εγγράφων κατ' άρθρο 450 ΚΠολΔ: α) ως την προσκομιδή βεβαιώσεως από την Διεύθυνση Γεωργίας σχετικά με την καταστροφή των θερμοκηπίων του παθόντος και β) την προσκομιδή βεβαιώσεως Δ.Ο.Υ. ότι ο παθών δεν έχει άλλα εισοδήματα, πλην της συντάξεως αναπηρίας, διότι:

Το Δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση: α) ως προς την αδυναμία του παθόντος για κάθε εργασία, λόγω ισοβίου αναπηρίας του κατά 100%, υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις και, ιδίως, ενόψει του ακρωτηριασμού των άνω άκρων και των εννέα δακτύλων κάτω άκρων, της διαγνωσθείσας βαρηκοΐας άμφω και της βλάβης στους οφθαλμούς του, αφού, ο αφαιρεθείς καταρράκτης ήταν μετατραυματικός "επί εδάφους ισχαιμικών εμφράκτων και θολώσεων του κρυσταλλοειδούς φακού και στους δυο οφθαλμούς ως αποτέλεσμα της διέλευσης από το σώμα του ρεύματος υψηλής τάσεως και του μετέπειτα μετατραυματικού σοκ", όπως αναφέρεται στην προσκομιζόμενη ιδιωτική ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξετάσεως από ....2014 του Σ.

Τ. Οι βλάβες αυτές τον καθιστούν ανίκανο, όχι μόνο για χειρωνακτικής φύσεως εργασίες (αγροτικές ή άλλες), αλλά ακόμη και για εργασία γραφείου κάθε είδους. Και β) η καταστροφή των θερμοκηπίων και η εντεύθεν απώλεια εισοδημάτων από την εκμετάλλευσή τους δι' εκμισθώσεως αποδεικνύονται από τα εκτιθέμενα από τους μάρτυρες των εκκαλούντων, δεδομένου, μάλιστα, ότι δεν προσκομίστηκαν από την εφεσίβλητη, ανταποδεικτικώς, στοιχεία, που να πλήττουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αυτών.

Επομένως, θα έπρεπε να επιδικαστεί στον παθόντα, ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων, συνεπεία του ατυχήματος, που στερήθηκε και θα στερηθεί στο μέλλον, το ποσό των 1.583 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2024. Η δε ένδικη αξίωσή του για το μεταγενέστερο της ....2024 χρονικό διάστημα κρίνεται απορριπτέα ως προώρως ασκηθείσα, διότι εξαρτάται από μελλοντικές συνθήκες, που έχουν σχέση με άδηλα οικονομικά δεδομένα της περιόδου, στην οποία αφορά, τα οποία θα διαμορφωθούν στο μέλλον και η πρόβλεψη των οποίων δεν είναι δυνατή προς το παρόν.

Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, με συναφή αιτιολογία, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, απορριπτέοι κατ' ουσίαν καθίστανται κατά το σκέλος αυτό: α) ο 1ος λόγος της υπό στοιχ.α εφέσεως, με τον οποίο ο πρώτος ενάγων - εκκαλών παραπονείται ότι κακώς του επιδικάστηκε το άνω ποσό για χρονικό διάστημα μόνο έξι ετών, αντί για ολόκληρο το αιτηθέν χρονικό διάστημα 2018-2033 και μετ' αναπροσαρμογή του μηνιαίου ποσού σε 1.860 ευρώ, για το διάστημα 2025-2033 και β) ο 7ος λόγος της υπό στοιχ.β εφέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως, η εναγόμενη - εκκαλούσα παραπονείται καθ' ο μέρος έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς την ανωτέρω αξίωση του παθόντος, ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση αποδείξεων, δεχόμενο ως ουσία βάσιμους αναπόδεικτους αγωγικούς ισχυρισμούς. 2) Επίσης, κρίθηκε αμετακλήτως ότι ο παθών, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο είχε ανάγκη ολοήμερων υπηρεσιών οικιακής βοηθού/νοσοκόμας, καθώς αδυνατούσε παντελώς να αυτοεξυπηρετηθεί. Άλλωστε, σύμφωνα με την από 8.4.2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΙΚΑ, κρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή Κ.Ε.ΠΑ. εφ' όρου ζωής μη αυτοεξυπηρετούμενος, και χρήζων ισοβίως βοήθειας και συμπαραστάσεως ετέρου προσώπου.

Συνεπώς, την ανάγκη παροχής υπηρεσιών τρίτου προσώπου κρίνεται ότι θα εξακολουθήσει να την έχει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2024, ενώ για το μετά την ....2024 χρονικό διάστημα η σχετική ένδικη αξίωσή του κρίνεται απορριπτέα ως προώρως ασκηθείσα, αφού δεν είναι αντικειμενικώς δυνατό, στο παρόν στάδιο, να διαγνωστεί από το Δικαστήριο ποιες ακριβώς θα είναι οι ανάγκες του παθόντος στο μακρινό μέλλον, χωρίς μάλιστα να αποκλείεται η επαύξηση αυτών με την πάροδο των ετών, σε συνδυασμό με τις ήδη προκληθείσες σ' αυτόν, ως άνω, ανεπανόρθωτες σωματικές βλάβες συνεπεία του ατυχήματος.

Ο παθών ούτε επικαλείται ούτε προσκομίζει στοιχεία, από τα οποία να αποδεικνύεται ότι προσέλαβε τρίτο πρόσωπο για την αναγκαία παροχή συνεχούς βοήθειας και φροντίδας, αλλά, μέχρι σήμερα, εξυπηρετείται από συγγενικά του πρόσωπα και, συγκεκριμένα, τη σύζυγο και τις θυγατέρες του. Όμως, το γεγονός ότι δεν προσέλαβε τρίτο πρόσωπο για τον σκοπό αυτό, δεν αναιρεί το δικαίωμά του να ζητήσει και να λάβει αποζημίωση για την δαπάνη, που θα κατέβαλε, αν είχε μισθώσει τις υπηρεσίες τρίτου προσώπου ως φροντιστή.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, λαμβάνοντας υπόψη α) ότι ο παθών φέρει ήδη προθέσεις στα άνω άκρα του, που έχουν βελτιώσει σε κάποιο βαθμό τη λειτουργικότητά του και συμβάλλουν στην ικανοποίηση των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του, σε σύγκριση με το χρονικό διάστημα μετά το ένδικο ατύχημα, που υπεβλήθη σε επάλληλες νοσηλείες και χειρουργικές επεμβάσεις, ως προεκτέθηκε, και β) ότι ήδη του επιδικάστηκε αμετακλήτως το ποσό των 180.000 ευρώ για την χειρουργική αποκατάσταση των δακτύλων των κάτω άκρων, που θα βελτιώσει την ευστάθεια και την κινητικότητά του (καίτοι δεν προκύπτει αν έχει υποβληθεί στις επεμβάσεις αυτές), κρίνεται ότι θα έπρεπε να του επιδικαστεί ως αποζημίωση το ποσό των 800 ευρώ, μηνιαίως (αντί του ποσού των 900 ευρώ, που του είχε επιδικαστεί αμετακλήτως για το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα), για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2024, το οποίο θα κατέβαλλε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, σε τρίτο πρόσωπο για την παροχή των υπηρεσιών, που του προσφέρουν και θα συνεχίσουν να του προσφέρουν οι συγγενείς του, κατ' άρθρο 929 ΑΚ (ΑΠ 1831/2007 ΝοΒ 2008/707, ΑΠ 833/2005 ΕλλΔνη 2006/96, ΑΠ 371/2001 ΕλλΔνη 2003/419).

Το ποσό αυτό δικαιούται ο παθών ως αποζημίωση για αναγκαία παροχή υπηρεσιών οικιακής βοηθού/νοσοκόμας, επί 16 ώρες ημερησίως, στις μετακινήσεις του, στην προσωπική του υγιεινή, στη λήψη τροφής και φαρμάκων κλπ. Ενόψει δε των ανωτέρω, κρίνεται απορριπτέο ως αλυσιτελές το προβληθέν από την εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα αίτημα επιδείξεως εγγράφων, κατ' άρθρο 450ΚΠολΔ, περί προσκομιδής νεώτερου πιστοποιητικού οικογενειακής καταστάσεως του παθόντος, αφού το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι το άνω ποσό αντιστοιχεί σε όσα αναγκαίως, κατ' ελάχιστον, θα κατέβαλλε ο παθών σε κάθε τρίτο προσληφθέντα φροντιστή, ενόψει της καταστάσεως της υγείας του, παρόλο που μέχρι στιγμής έχει καταστεί δυνατή η καθημερινή φροντίδα του από τα συγγενικά του πρόσωπα, δεδομένου ότι στην περίπτωση παροχής τέτοιων υπηρεσιών από πρόσωπα του συγγενικού περιβάλλοντος του παθόντος, η αποζημίωση διαμορφώνεται στο ποσόν, που συνήθως καταβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις για την προσφορά ίδιων υπηρεσιών, αφού το κίνητρο των συγγενών είναι η ανακούφιση του παθόντος και όχι η απαλλαγή εκείνου που προκάλεσε τη ζημία (ΑΠ 1207/2017, ΜονΕφΑιγαίου 91/2020, ΝΟΜΟΣ).

Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, με συναφή αιτιολογία, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, απορριπτέοι κατ' ουσίαν καθίστανται κατά το σκέλος αυτό: α) ο 2ος λόγος της υπό στοιχ.α εφέσεως, με τον οποίο ο πρώτος ενάγων - εκκαλών παραπονείται ότι κακώς του επιδικάστηκε μόνο το άνω ποσό για χρονικό διάστημα έξι ετών, αντί των αιτηθέντων, υπέρτερων, επιμέρους ποσών για το χρονικό διάστημα 2018-2046 και β) οι 6ος και 7ος λόγοι της υπό στοιχ.β εφέσεως, με τους οποίους η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα παραπονείται καθ' ο μέρος έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς την ανωτέρω ένδικη αξίωση, ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση αποδείξεων, δεχόμενο ως ουσία βάσιμους αναπόδεικτους αγωγικούς ισχυρισμούς. 3) Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 930 ΑΚ, η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε.

Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης για να αποτρέψει την ανεπιεική λύση της απαλλαγής (ολικής ή μερικής) του ζημιώσαντος, εισάγει ειδικά, για τις περιπτώσεις υποχρέωσης αποζημιώσεως ένεκα θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου των άρθρων 928 και 929 ΑΚ, εξαίρεση από την αρχή του καταλογισμού των ωφελειών ή συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους.

Ώστε, το άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ αποτελεί έκφραση μιας γενικότερης αρχής, ότι σε περίπτωση προσβολής της ζωής, του σώματος ή της υγείας προσώπου με αδικοπραξία, ο υπεύθυνος δεν απαλλάσσεται της αστικής ευθύνης, για τον λόγο ότι τρίτος υποχρεούται από σύμβαση ή από το νόμο σε ορισμένη παροχή προς τον παθόντα ή τους οικείους του.

Η παροχή αυτή σκοπό έχει την εξασφάλιση και ανακούφιση του ζημιωθέντος και όχι την απαλλαγή του ζημιώσαντος. Από τα παραπάνω συνάγεται "άλλος", με την έννοια του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος (Δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρίες, ιδιώτης, συγγενείς, εργοδότης κ.λ.π.).

Επομένως, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως, ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των παροχών τρίτων και της οφειλομένης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημιώσεως. Όμως, η δυνατότητα αυτή δεν υφίσταται, όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά. Διαφορετική ρύθμιση θεσπίσθηκε για το ΙΚΑ και, συγκεκριμένα, με την παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, ορίστηκε ότι σε περίπτωση αναπηρίας ή θανάτωσης ασφαλισμένου, η αξίωση αποζημιώσεως του ασφαλισμένου που απορρέει από το άρθρο 929 ΑΚ, κατά του υπόχρεου, μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση.

Για να λειτουργήσει δε το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης της αξίωσης αποζημιώσεως του παθόντος κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο και των αξιώσεων αποζημιώσεως του παθόντος κατά του υπόχρεου τρίτου.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 47 παρ. 6 του ν. 3518/2006 ορίσθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις καθώς και εκείνες του β.δ. 226/23-2/21-3-1973 έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους οργανισμούς ασφαλίσεως ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολούμενων (ΟΑΕΕ), καθώς και στον Ο.Γ.Α. Ακολούθως, με το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του ν. 3918/2011, με τίτλο "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις", συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό, ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής εργασίας του ΙΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), καθώς και ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου (Ο.ΠΑ.Δ.), όπως αυτός διαμορφώθηκε με βάση τις διατάξεις του Ν. 3655/2008, ως προς τις παροχές σε είδος.

Στην προκείμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες της υπό στοιχ.α εφέσεως από ...2018 βεβαίωση του Ε.Φ.Κ.Α., ο οποίος έχει διαδεχθεί τον Ο.Γ.Α., στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο παθών, αποδεικνύεται ότι είναι δικαιούχος συντάξεως αναπηρίας και επιδόματος απολύτου αναπηρίας, από τον Αύγουστο του 2013 και εντεύθεν, εφ' όρου ζωής.

Σύμφωνα με την ίδια βεβαίωση, λαμβάνει, μηνιαίως, το ποσό των 430,59 ως σύνταξη αναπηρίας και το ποσό των 599,56 ευρώ ως επίδομα απολύτου αναπηρίας και, συνολικώς, το ποσό των 1.030,15 ευρώ. Κατά το συνολικό αυτό ποσό οι ένδικες αξιώσεις του, για τις, ως άνω, υπ' αριθ. 1 και 2 επιμέρους αιτίες, μεταβιβάζονται, αυτοδικαίως, στον ΟΓΑ (και ήδη ΕΦΚΑ), σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, αφού η καταβολή του ποσού αυτού αποκλείει τις προαναφερθείσες υπ' αριθ. 1 και 2 αξιώσεις του παθόντος για επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω απώλειας εισοδημάτων από την εργασία του και αναγκαίας δαπάνης βοηθού - φροντιστή, ως τελούσες σε ποιοτική αντιστοιχία.

Συγκεκριμένα, η καταβαλλόμενη σύνταξη αναπηρίας τελεί σε ποιοτική αντιστοιχία με την ένδικη αξίωση αποζημιώσεως λόγω απώλειας εισοδημάτων και το καταβαλλόμενο επίδομα απολύτου αναπηρίας τελεί σε ποιοτική αντιστοιχία με την ένδικη αξίωση αποζημιώσεως λόγω αναγκαίας δαπάνης βοηθού - φροντιστού.

Συνεπώς, ο παθών δικαιούτο για τις, ως άνω, επιμέρους αιτίες (υπ' αριθ.1 και 2), για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2024, το ποσό των 1.352,85 ευρώ, μηνιαίως (ήτοι, 1583 ευρώ λόγω απώλειας εισοδημάτων συν 800 ευρώ ως δαπάνη υπηρεσιών φροντιστή μείον 1.030,15 ευρώ ως μηνιαία σύνταξη αναπηρίας & επιδόματος απολύτου αναπηρίας), το οποίο θα πρέπει να του καταβάλλεται σε ισόποσες, μηνιαίες, περιοδικές δόσεις, προκαταβολικά την πρώτη κάθε μήνα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη που κάθε επιμέρους δόση καθίσταται απαιτητή.

Όμως, δεδομένου ότι ο παθών - πρώτος εκκαλών περιόρισε νομίμως με τις πρωτόδικες προτάσεις του, εν μέρει, το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ως προς τις άνω ένδικες αξιώσεις του, θα έπρεπε: 1) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη (ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα) να του καταβάλει: α) για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2023, το συνολικό, ως άνω, ποσό των 1.352,85 ευρώ, μηνιαίως, για τις ανωτέρω, υπ' αριθ.1 και 2 αιτίες (αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων και δαπάνης βοηθού) και β) για το χρονικό διάστημα από ....2023 έως ....2024, το ποσό των 1.152,41 ευρώ, μηνιαίως, ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων (ήτοι, 1.583 ευρώ μείον σύνταξη αναπηρίας ποσού 430,59 ευρώ).

Και 2) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη (ήδη εφεσίβλητη - εκκαλούσα) όφειλε να του καταβάλει, για το χρονικό διάστημα από ....2023 έως ....2024, το ποσό των 200,44 ευρώ, μηνιαίως, ως αποζημίωση λόγω αναγκαίας δαπάνης βοηθού (ήτοι, 800 ευρώ μείον επίδομα απολύτου αναπηρίας ποσού 599,56 ευρώ). Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, με συναφή αιτιολογία, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, απορριπτέος κατ' ουσίαν καθίσταται κατά το σκέλος αυτό ο 2ος λόγος της υπό στοιχ.α εφέσεως, με τον οποίο ο παθών - πρώτος εκκαλών παραπονείται ότι κακώς αφαιρέθηκε από την, ως άνω, υπ' αριθ. 2 ένδικη αξίωσή του για δαπάνη βοηθού/φροντιστού το καταβαλλόμενο σ' αυτόν επίδομα απολύτου αναπηρίας. 4)

Περαιτέρω, ο ΕΟΠΠΥ (Εθνικός Οργανισμός Παροχών Υγείας), ως αγοραστής υπηρεσιών υγείας κατά το ν. 4238/2014, με τον "Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας" επιδιώκει να εξασφαλίζει ισότιμη πρόσβαση όλων των δικαιούχων του ΕΟΠΠΥ σε υπηρεσίες υγείας, που αποσκοπούν στην πρόληψη, στη διατήρηση, στην προαγωγή, στη βελτίωση και στην αποκατάσταση της υγείας τους.

Για τον σκοπό αυτό συμβάλλεται με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που δραστηριοποιούνται στον χώρο της υγείας. Οι όροι παροχής των ανωτέρω στους ασφαλισμένους διέπονται από τον εκάστοτε ισχύοντα "Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας". Έτσι, στην ένδικη υπόθεση, τόσο κατά τον ισχύοντα, κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, "Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας", όσο και κατά τον μεταγενέστερο και ήδη ισχύοντα (ΦΕΚ Β 4898/1.11.2018), παρεχόταν η δυνατότητα στους ασφαλισμένους τοποθετήσεως τεχνητών μελών άνω και κάτω άκρων - προθέσεων, εγκεκριμένων κατόπιν ειδικής διαδικασίας και συμβάσεως του ΕΟΠΠΥ με τους παρόχους τέτοιων ειδών, δηλαδή ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που εμπορεύονται τέτοια ιατροτεχνολογικά προϊόντα.

Μία από τις εταιρείες αυτές είναι η εταιρεία με την επωνυμία "Κ. Δ. Χ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΕ ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" και διακριτικό τίτλο "C. Rehabilitation Center". Από την εταιρεία αυτή προμηθεύθηκε ο πρώτος εκκαλών εξελιγμένες προθέσεις σε αμφότερα τα άκρα του και, συγκεκριμένα: δεξιάς μυοηλεκτρικής πρόθεσης βραχιονίου και αριστερής μυοηλεκτρικής πρόθεσης αντιβραχίου, έχοντας δαπανήσει ήδη το συνολικό ποσό των 74.900 ευρώ, δυνάμει των σχετικών ....13, ....13 και ....15 αποδείξεων της άνω εταιρείας, εκ του οποίου έλαβε το ποσό των 13.985,02 ευρώ από τον ΕΟΠΠΥ, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν αναφορικά με την πρώτη αγωγή του παθόντος.

Το γεγονός δε ότι ο παθών επιδοτήθηκε από τον ΕΟΠΠΥ για την προμήθεια των ανωτέρω από την εταιρεία αυτή, κατά τα οριζόμενα στον Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας, επιβεβαιώνει ότι η εταιρεία νομίμως εμπορεύεται τέτοιου είδους προϊόντα, τα οποία τυγχάνουν σύμφωνα με τις οριζόμενες από τον ΕΟΠΠΥ προδιαγραφές.

Όμως, επισημαίνεται, προεχόντως, ότι ο παθών δεν είχε νόμιμη υποχρέωση ούτε να προμηθευτεί μόνο τα εγκεκριμένα από το ΕΟΠΠΥ είδη ούτε να ακολουθήσει την προβλεπόμενη από τον ΕΟΠΠΥ διαδικασία επιδοτήσεως της προμήθειας αυτών, αφού είναι δυνατή η καταβολή της οικείας δαπάνης, χωρίς υποβολή της προς έγκριση στον ΕΟΠΠΥ.

Ενόψει του αντικειμένου της κρινόμενης, δεύτερης αγωγής του παθόντος, ειδικώς ως προς τα επίδικα κονδύλια προμήθειας, συντηρήσεως, επισκευής και αλλαγής μερών των επίμαχων προθέσεων, η εναγόμενη (ήδη εφεσίβλητη - εκκαλούσα) αμφισβητεί τα εκτιθέμενα από τον πρώτο ενάγοντα -παθόντα, αιτούμενη, αφ' ενός, τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης ως προς την αναγκαιότητα τοποθετήσεως αντικαταστάσεως τεχνητών μελών και, αφ' ετέρου, με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στα πρακτικά, κατά τη συζήτηση των υπό κρίση εφέσεων, σε συνδυασμό με τα εκτιθέμενα στις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ζητήθηκε, μεταξύ άλλων, η επίδειξη, κατ' άρθρο 450 ΚΠολΔ, εγγράφων εκ μέρους του παθόντος και, συγκεκριμένα, αποδείξεων αγοράς μυοηλεκτρικών προθέσεων και αποδεικτικών επιδοτήσεως της δαπάνης από τον ΕΦΚΑ.

Επ' αυτών, λεκτέα είναι τα εξής: 1) Το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης κρίνεται απορριπτέο, διότι, με βάση τα, ως άνω, αντικειμενικά δεδομένα, ιατρικής φύσεως, που αποτέλεσαν αντικείμενο αμετάκλητης δικαστικής κρίσης, στο πλαίσιο της πρώτης αγωγής του παθόντος, αποδεικνύεται, άνευ άλλου τινός, ότι ο παθών έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, εφ' όρου ζωής, λόγω του ακρωτηριασμού σε αμφότερα τα άνω άκρα.

Επομένως, ο μόνος τρόπος βελτίωσης της λειτουργικότητάς του και της καθημερινότητάς του (οι οποίες, με τα σύγχρονα ιατρικά δεδομένα, είναι αδύνατον να αποκατασταθούν πλήρως), είναι η χρήση προθέσεων, οι οποίες, ως ιατροτεχνολογικά προϊόντα, εξελίσσονται διαρκώς. Και, ναι μεν στο πλαίσιο της πρώτης αγωγής του παθόντος κρίθηκε ότι στο δεξί ακρωτηριασμένο του άκρο δεν μπορούσε να τοποθετηθεί ακόμη προσωρινή πρόθεση, λόγω κακής ποιότητας δερματικής επιφάνειας και της οστικής προεξοχής, που υπήρχε στο άκρο του κολοβώματος, αλλά, μετά την επούλωση των τραυμάτων με την πάροδο των ετών, η τοποθέτηση δεξιάς προθέσεως έχει καταστεί πλέον δυνατή.

Έτσι, ο παθών προμηθεύθηκε το 2015, δυνάμει του προσκομιζόμενου σε πρωτότυπο υπ' αριθ. ....2015 δελτίου λιανικής πωλήσεως, μετρητοίς, εκδόσεως της άνω εταιρείας ορθοπαιδικών ειδών, σε συνδυασμό με την από 3.5.2014 έκθεση αποκατάστασης της ίδιας εταιρείας, μία πρόθεση βραχιονίου μυοηλεκτρική δεξιού άκρου, αποτελούμενη από δυναμ.

αγκώνα 12Κ100 (ηλεκτρονικό αγκώνα), ηλεκτρόδια 13Ε202, παλάμη Variplus (ηλεκτρονική), γάντι καλλωπιστικό Myoskin, καλώδια ηλεκτροδίου 13Ε129, εξαρτήματα μυοηλεκτρικού 9Ε169 1054 1051-50 και ηλεκτρικό περιστροφέα καρπού. Η δε ανάγκη αντικαταστάσεως, συντηρήσεως, επισκευής των προθέσεων και αντικαταστάσεως των μερών τους, δεν συνιστά ζήτημα, που απαιτεί ιατρικές γνώσεις, ώστε να καθίσταται αναγκαία η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά είναι αμιγώς τεχνικό ζήτημα, που συναρτάται με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή των προθέσεων, σε συνδυασμό με τη φθορά, που αυτές υφίστανται κατά την χρήση τους.

Επομένως, η προμηθεύτρια εταιρεία των ειδικών αυτών ιατροτεχνολογικών προϊόντων, που έχει την ευθύνη συντήρησης και επισκευής των χορηγούμενων εκ μέρους της προθέσεων, γνωρίζει τις ειδικές τεχνικές προδιαγραφές και τη διάρκεια ζωής κάθε προϊόντος και είναι αρμόδια να βεβαιώσει ποιος είναι ο συνήθης χρόνος ολικής αντικαταστάσεως των προθέσεων, της τακτικής συντηρήσεώς τους και της αντικαταστάσεων μερών τους.

Στο πλαίσιο δε αυτό, ο πρώτος εκκαλών νομίμως προσκομίζει, σε απόκρουση του αιτήματος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης της αντιδίκου του, με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, την από 2.9.2021 νεώτερη έκθεση αποκατάστασης της ίδιας προμηθεύτριας εταιρείας. 2) Επίσης, απορριπτέο ως αλυσιτελές κρίνεται το υποβληθέν, ως άνω, αίτημα επιδείξεως εγγράφων, διότι:

α) ο μεν παθών - πρώτος εκκαλών προσκομίζει, νομίμως, σε απάντηση του αιτήματος αυτού, με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το, ως άνω, ....2015 δελτίο λιανικής πωλήσεως (σε πρωτότυπο), που είναι ήδη γνωστό στην εφεσίβλητη, αφού ελήφθη υπόψη κατά την έκδοση της υπ' αριθ. 4548/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και το υπ' αριθ. ....2018 δελτίο λιανικής μετρητοίς της ίδιας εταιρείας, σε πρωτότυπο, δυνάμει του οποίου προμηθεύθηκε μία ηλεκτρονική παλάμη προθέσεως αντιβραχίου τύπου modular έναντι τιμήματος 8.000 ευρώ και β) η προσκομιδή των αποδείξεων αυτών σε πρωτότυπο αποδεικνύει ότι δεν υπεβλήθησαν οι δαπάνες αυτές στον ΕΟΠΠΥ και, συνεπώς, ο παθών δεν έλαβε καμία επιδότηση για τη δαπάνη αυτή.

Σε κάθε περίπτωση, αντικείμενο της αγωγής είναι η επιδίκαση αποζημιώσεως για μελλοντικές δαπάνες του παθόντος για τις άνω επιμέρους αιτίες και, συνακόλουθα, δεν συντρέχει περίπτωση επιδοτήσεως του παθόντος για μη εισέτι διενεργηθείσες δαπάνες από τον ΕΟΠΠΥ.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την από ....2014 ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξέτασης του ιατροδικαστή Σ. Τ., είναι αναγκαία η συνεχής τροποποίηση της θήκης των ειδικών μυοηλεκτρονικών προθέσεων των άνω άκρων, λόγω πιθανότητας εμφάνισης προβλημάτων στα κολοβώματα των άνω άκρων, η συντήρηση των συσκευών με ανάλογο κόστος, καθώς και η αλλαγή των προθέσεων κάθε πέντε έτη περίπου.

Επίσης, σύμφωνα με τις από 3.5.2014 και 2.9.2021 εκθέσεις αποκατάστασης της εταιρείας "C. Rehabilitation Center", οι επίμαχες προθέσεις, που ήδη φέρει ο παθών, έχουν ως εξής: 1) Η δεξιά μυοηλεκτρονική πρόθεση βραχιονίου αποτελείται από εσωτερική θήκη σιλικόνης, εξωτερική θήκη από ανθρακονήματα, ηλεκτρονικό αγκώνα dynamic arm 12k 100, ηλεκτρονική παλάμη Variplus Speed, ηλεκτρονικό περιστροφέα καρπού Otto-Bock, ειδικό μηχανισμό κάμψης/έκτασης καρπού για κινήσεις δεξιοτεχνίας, ηλεκτρόδια με επένδυση σιλικόνης, ενσωματωμένες μπαταρίες λιθίου και φορτιστή. 2) Η αριστερή μυοηλεκτρονική πρόθεση αντιβραχίου αποτελείται από εσωτερική θήκη σιλικόνης, εξωτερική θήκη από ανθρακονήματα, ηλεκτρονικό αγκώνα dynamic arm 12kl00, ηλεκτρονική παλάμη Variplus Speed, ηλεκτρονικό περιστροφέα καρπού Otto- Bock, ειδικό μηχανισμό κάμψης/έκτασης καρπού για κινήσεις δεξιοτεχνίας, ηλεκτρόδια με επένδυση σιλικόνης, ενσωματωμένες μπαταρίες λιθίου και φορτιστή.

Επίσης, η προμηθεύτρια συνέστησε την τοποθέτηση ειδικά στο αριστερό άνω άκρο την τοποθέτηση ηλεκτρονικής παλάμης εργασίας τύπου Otto Bock Greif. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές των προθέσεων, όπως αποτυπώνονται από την προμηθεύτρια εταιρεία στις άνω εκθέσεις της, ως προς την αντικατάσταση, συντήρηση και επισκευή των προθέσεων ισχύουν τα εξής: 1) Αμφότερες οι προθέσεις χρήζουν ολικής αντικατάστασης κάθε πέντε χρόνια. 2)Η δεξιά μυοηλεκτρονική πρόθεση βραχιονίου (ανάλογα με τη δυσαναλογία του κολοβώματος) χρήζει:

α) αλλαγής της εσωτερικής και εξωτερικής θήκης κάθε δύο με τρία χρόνια, β) επισκευής/συντήρησης στα ηλεκτρονικά συστήματα της πρόθεσης κάθε δύο με τρία χρόνια, γ) συντήρησης του μυοηλεκτρονικού αγκώνα κάθε δεκαοκτώ μήνες και δ) αντικατάστασης του γαντιού σιλικόνης κάθε χρόνο. Και 3) η αριστερή μυοηλεκτρονική πρόθεση χρήζει:

α) αλλαγής της εσωτερικής και εξωτερικής θήκης κάθε δύο ή τρία χρόνια (αναλόγως της δυσαναλογίας του κολοβώματος), β) συντήρησης/επισκευής των ηλεκτρονικών μερών της παλάμης κάθε δύο έτη και γ) αντικατάστασης του γαντιού σιλικόνης κάθε ένα χρόνο. Επομένως, για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2024, ο παθών δικαιούτο ως αποζημίωση για μελλοντική δαπάνη προμήθειας νέων προθέσεων, προς αντικατάσταση των ήδη υφιστάμενων, ως άνω, καθώς για τη μελλοντική δαπάνη επισκευής/συντηρήσεως/αντικαταστάσεως μερών αυτών τα εξής ποσά: 1) Το ποσό των 58.000 ευρώ ως δαπάνη ολικής αντικαταστάσεως της δεξιάς μυοηλεκτρονικής προθέσεως βραχιονίου, το ποσό των 14.000 ευρώ ως δαπάνη ολικής αντικαταστάσεως της αριστερής μυοηλεκτρονικής πρόθεσης αντιβραχίου, καθώς και το ποσό των 6.000 ευρώ ως δαπάνη προμήθειας εξελιγμένης ηλεκτρονικής παλάμης εργασίας τύπου Otto Bock Greifer, η οποία κρίνεται αναγκαία για την έτι περαιτέρω βελτίωση της λειτουργικότητας του παθόντος. 2) Ως προς την δεξιά μυοηλεκτρονική πρόθεση βραχιονίου:

για αλλαγή θήκης (2.600 επί 2) ποσό 5.200 ευρώ, για συντήρηση των ηλεκτρονικών μερών της παλάμης (4.500 επί 3) ποσό 13.500 ευρώ, για συντήρηση του μυοηλεκτρονικού αγκώνα της πρόθεσης (2.500 επί 4) ποσό 10.000 ευρώ και για αντικατάσταση του γαντιού σιλικόνης (480 επί 6) ποσό 2.880 ευρώ και, συνολικώς, ποσό 31.580 ευρώ. Και 3) ως προς την αριστερή μυοηλεκτρονική πρόθεση βραχιονίου:

για αλλαγή θήκης (2.600 επί 2) ποσό 5.200 ευρώ, για συντήρηση των ηλεκτρονικών μερών της παλάμης (4.500 επί 3) ποσό 13.500 ευρώ και για αντικατάσταση του γαντιού σιλικόνης (480 επί 6) ποσό 2.880 ευρώ και, συνολικώς, ποσό 21.580 ευρώ. Δεδομένου μάλιστα ότι ο πρώτος εκκαλών περιόρισε νομίμως με τις πρωτόδικες προτάσεις του, εν μέρει, το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ως προς τις άνω ένδικες αξιώσεις του, θα έπρεπε:

α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 78.000 ευρώ ως δαπάνη ολικής αντικαταστάσεως των προθέσεων των άνω άκρων, ως άνω, και προμήθειας της άνω ηλεκτρονικής παλάμης και β) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 53.160 ευρώ ως δαπάνη επισκευής/συντηρήσεως/αντικαταστάσεως μερών αμφοτέρων των επιδίκων προθέσεων άνω άκρων για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2024.

Αντιθέτως, οι ένδικες αξιώσεις του παθόντος για το μετά την ....2024 χρονικό διάστημα, για μελλοντική ολική αντικατάσταση και συντήρηση/επισκευή των προθέσεων άνω άκρων, κρίνονται απορριπτέες ως προώρως ασκηθείσες, αφού δεν μπορεί να προβλεφθεί με ασφάλεια πότε θα απαιτηθεί η αντικατάσταση των προθέσεων, η οποία εξαρτάται από την φθορά κατά την χρήση τους, πώς θα εξελιχθούν τα ιατροτεχνολογικά δεδομένα στο μέλλον ως προς τα τεχνικά χαρακτηριστικά των προθέσεων, τη λειτουργικότητα και την αντοχή τους και σε τι ύψος θα ανέλθει στο μέλλον η δαπάνη προμήθειας των ίδιων ή πιο εξελιγμένων προθέσεων, καθώς και επισκευής/συντηρήσεως και αντικαστάσεως μερών τους.

Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς μεν επιδίκασε στον παθόντα, με συναφή αιτιολογία, τα προαναφερθέντα, επιμέρους ποσά α) των 72.000 ευρώ για ολική αντικατάσταση των προθέσεων των άνω άκρων και β) των 53.160 ευρώ για δαπάνη επισκευής/συντηρήσεως/αντικαταστάσεως μερών τους, για το ίδιο χρονικό διάστημα, αλλά, υπό εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αξίωσή του για επιδίκαση του ποσού των 6.000 ευρώ ως δαπάνη προμήθειας της εξελιγμένης ηλεκτρονικής παλάμης εργασίας αριστερής προθέσεως Otto Bock Greifer, η οποία κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο αναγκαία για τη βελτίωση της λειτουργικότητάς του.

Επομένως, βασίμως παραπονείται ο πρώτος εκκαλών της υπό στοιχ.α εφέσεως, με τον 3ο λόγο εφέσεώς του (περ.1), για τη μη επιδίκαση του κονδυλίου αυτού. Ενώ, αντιθέτως, απορριπτέοι κατ' ουσίαν κρίνονται: α) ο ίδιος λόγος της υπό στοιχ.α εφέσεως, με τον οποίο πλήττονται οι, ως άνω, απορριπτικές διατάξεις της εκκαλούμενης για τις ένδικες αξιώσεις προμήθειας, συντηρήσεως, αντικαταστάσεως μερών και επισκευής των επιδίκων προθέσεων για το πέραν της ....2024 χρονικό διάστημα, καθώς και β) οι 1ος, 2ος, 5ος και 7ος λόγοι της υπό στοιχ.β εφέσεως, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως, η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη - εκκαλούσα παραπονείται καθ' ο μέρος έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις του παθόντος, ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση αποδείξεων, δεχόμενο ως ουσία βάσιμους αναπόδεικτους αγωγικούς ισχυρισμούς, χωρίς να διατάξει ιατρική πραγματογνωμοσύνη, ως αιτήθηκε η ίδια, ως προς την αναγκαιότητα προμήθειας τεχνητών μελών εκ μέρους του παθόντος και κατά παράβαση του δεδικασμένου εκ της πρώτης αγωγής του παθόντος. 5) Περαιτέρω, ως προς τις ένδικες αξιώσεις του παθόντος για αποζημίωση λόγω αναγκαίων ιατρικών δαπανών για επισκέψεις του σε ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, ο παθών ούτε επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε έγγραφα και άλλα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία να προκύπτει με σαφήνεια εάν παρακολουθείται τακτικά από θεράποντες ιατρούς και ποιας ειδικότητας και, σε καταφατική περίπτωση, αν μεταβαίνει για τον σκοπό αυτό σε δημόσιο νοσοκομείο ή κέντρα υγείας ή όχι, αν αυτοί οι ιατροί είναι συμβεβλημένοι με τον ΕΟΠΠΥ ή όχι και, εν τέλει, σε τι ποσό ανέρχεται η δαπάνη αυτών των ιατρικών επισκέψεων.

Όμως, ενόψει των σωματικών βλαβών, που έχει υποστεί, ένεκα των οποίων έχει καταστεί ισοβίως ανάπηρος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα έκθεση του ιατροδικαστή Σ. Τ., με την οποία εκαμάται ότι ο παθών "για τα επόμενα τουλάχιστον πέντε (5) έτη θα πρέπει να παρακολουθείται από ομάδα ιατρών", κρίνεται αναγκαία η τακτική παρακολούθησή του από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και δη, οφθαλμίατρο, ψυχίατρο, νεφρολόγο, ωτορινολαρυγγολόγο, καρδιολόγο.

Επομένως, θα έπρεπε να του επιδικαστεί, αναγνωριστικώς: α) για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2019, για τρεις επισκέψεις, μηνιαίως, σε ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, το ποσό των 50 ευρώ ανά επίσκεψη και, συνολικώς, ποσό 1.800 ευρώ ετησίως και β) για το χρονικό διάστημα από ....2019 έως ....2024, ενόψει της χρονικής απόστασης από το ατύχημα και της συνακόλουθης σταθεροποίησης της κατάστασης της υγείας του, για δύο επισκέψεις, μηνιαίως, σε ιατρούς, το ποσό των 50 ευρώ ανά επίσκεψη και, συνολικώς, ποσό 100 ευρώ μηνιαίως και, συνολικώς, για το χρονικό διάστημα 2019-2024, ποσό 6.000 ευρώ.

Αντιθέτως, οι ένδικες αξιώσεις του για το πέραν της ....2024 χρονικό διάστημα κρίνονται απορριπτέες ως προώρως ασκηθείσες, αφού δεν είναι δυνατόν να διαγνωστεί με ασφάλεια πώς θα διαμορφωθούν οι ανάγκες ιατρικής παρακολούθησης του παθόντος στο μέλλον.

Εξ άλλου, η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχ.α εφέσεως - εκκαλούσα της υπό στοιχ.β εφέσεως, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στα πρακτικά, κατά τη συζήτηση των ενδίκων εφέσεων, ζήτησε, κατ' άρθρο 450 ΚΠολΔ, την επίδειξη εγγράφων αναφορικά με την αξίωση αυτή και, συγκεκριμένα, αποδείξεων καταβολής αμοιβών ιατρών από ....2018 και εντεύθεν και του βιβλιαρίου ασθενείας του παθόντος.

Όμως, το αίτημα αυτό κρίνεται απορριπτέο, διότι το Δικαστήριο έχει σχηματίσει επαρκή δικανική πεποίθηση ως προς την αναγκαιότητα ιατρικής παρακολούθησης του παθόντος από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, το δε επιδικαζόμενο, ως άνω, ποσό ανά επίσκεψη αντιστοιχεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, στο συνήθως καταβαλλόμενο, κατ' ελάχιστον, ποσό για μία επίσκεψη σε ιδιώτη ιατρό, ακόμη και συμβεβλημένο με τον ΕΟΠΠΥ, οποιασδήποτε ειδικότητας.

Πέραν τούτου, η χρήση του βιβλιαρίου υγείας δεν είναι πλέον απαραίτητο στοιχείο για την παρακολούθηση οποιουδήποτε ασθενούς και, συνεπώς, η προσκομιδή του δεν κρίνεται ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο ως προς τη βασιμότητα ή μη των ενδίκων αξιώσεων του παθόντος, λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρήση του βιβλιαρίου υγείας έχει υποκατασταθεί τα τελευταία έτη από την χρήση του μοναδικού αριθμού "ΑΜΚΑ" για κάθε ασφαλισμένο, βάσει του οποίου γίνεται ηλεκτρονική καταγραφή κάθε είδους παραπεμπτικών και συνταγογραφήσεων, ενώ, περαιτέρω, δεν αποκλείεται η απλή παρακολούθηση ασφαλισμένου από θεράποντα ιατρό, χωρίς κάποια ηλεκτρονική καταχώρηση (παραπεμπτικού ή συνταγογράφησης), ιδίως στις περιπτώσεις όπου η σχετική δαπάνη δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστικό φορέα.

Κατόπιν τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, με συναφή αιτιολογία, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, απορριπτέοι κατ' ουσίαν καθίστανται: α) ο 3ος λόγος της υπό στοιχ.α εφέσεως (περίπτωση 5, υποπερ.α, β, γ), με τον οποίο ο παθών παραπονείται κατά των απορριπτικών διατάξεων της εκκαλούμενης ως προς τις, ως άνω, ένδικες αξιώσεις του για το πέραν της ....2024 χρονικό διάστημα και για το ύψος των επιδικασθέντων κονδυλίων, που υπολείπονται των αιτούμενων και β) οι 3ος, 4ος και 7ος λόγοι της υπό στοιχ.β εφέσεως, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως, η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη - εκκαλούσα παραπονείται καθ' ο μέρος έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις, ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση αποδείξεων, δεχόμενο ως ουσία βάσιμους αναπόδεικτους αγωγικούς ισχυρισμούς και χωρίς να λάβει υπόψη το υπ' αυτής προβληθέν, κατ' άρθρο 450 ΚΠολΔ, αίτημα επιδείξεως εγγράφων σε βάρος του πρώτου ενάγοντος. 6) Επίσης, από την έκθεση του ιατροδικαστή Σ.

Τ., ως άνω, προκύπτει ότι ο παθών "θα πρέπει να είναι άριστα εναρμονισμένος με καλή υγιεινή των κολοβωμάτων των ακρωτηριασμένων άκρων του, με ειδικές κρέμες, δερματικά καλλυντικά και ειδικά αντισηπτικά σαπούνια", "προκειμένου να αποφευχθεί κίνδυνος μόλυνσης και διάσπασης αυτών και αναγκαίας χειρουργικής επανακατασκευής".

Επιπλέον, σύμφωνα με τις, ως άνω, εκθέσεις αποκατάστασης της εταιρείας "Κ. Δ. Χ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΕ ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" είναι αναγκαία η χρήση εκ μέρους του παθόντος ειδικών καλλυντικών προϊόντων για την προστασία των κολοβωμάτων, εφ' όρου ζωής, "για την διατήρηση του κολοβώματος στην καλύτερη δυνατή κατάσταση προς αποφυγή ερεθισμών" και συγκεκριμένα:

αποστειρωτικής λοσιόν Derma Clean για τη θήκη του κολοβώματος, φαρμακευτικού λαδιού Derma repair για επούλωση τυχόν ερεθισμών και φαρμακευτικής κρέμας Denna Prevent για επούλωση ερεθισμών, συνολικού κόστους 75 ευρώ και διάρκειας δύο μηνών (βλ. την από 3.5.2014 σχετική έκθεση αποκατάστασης) και όχι 150 ευρώ, μηνιαίως, ως αβασίμως εκτίθεται στην αγωγή.

Άλλωστε, από τις προσκομιζόμενες από τον παθόντα αποδείξεις φαρμακείου δεν αποδεικνύεται ότι το ύψος της δαπάνης αυτής ανέρχεται σε 150 ευρώ, μηνιαίως, διότι πρόκειται για αποδείξεις ταμειακής μηχανής, από τις οποίες δεν προκύπτει αν αφορούν στο πρόσωπο του παθόντος και στην αγορά των επιδίκων σκευασμάτων.

Επομένως, θα έπρεπε να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα όφειλε να καταβάλει στον παθόντα ως αποζημίωση, για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2024, για την αιτία αυτή, το ποσό των 75 ευρώ για κάθε δίμηνο και, συνολικώς, ποσό 2.700 ευρώ (ήτοι, 450 ευρώ ετησίως επί 6 έτη), καταβλητέτο σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, την πρώτη μέρα κάθε μήνα, νομιμοτόκως από της καθυστερήσεως.

Ενώ, αντιθέτως, η ένδικη αυτή αξίωση για το πέραν της ....2024 χρονικό διάστημα κρίνεται απορριπτέα ως προώρως ασκηθείσα, διότι, σε συνάφεια με όσα προεκτέθηκαν ως προς τις άγνωστες τεχνολογικές εξελίξεις στο μέλλον αναφορικά με τις επίδικες προθέσεις άνω άκρων, δεν μπορεί να διαγνωστεί εάν και σε ποια έκταση ο παθών χρήζει αυτών των ειδικών φαρμακευτικών προϊόντων, το οποίο συναρτάται και με το είδος των προθέσεων, που θα φέρει, καθώς, επίσης, είναι άγνωστο σε τι ύψος θα ανέλθει το κόστος των προϊόντων αυτών στο μέλλον.

Εξάλλου, η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη της υπό στοιχ.α εφέσεως - εκκαλούσα της υπό στοιχ.β εφέσεως, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στα πρακτικά, κατά τη συζήτηση των ενδίκων εφέσεων, ζήτησε, κατ' άρθρο 450 ΚΠολΔ, την επίδειξη εγγράφων αναφορικά με την αξίωση αυτή και, συγκεκριμένα, αποδείξεων αγοράς ειδικών καλλυντικών κρεμών.

Όμως, το αίτημα αυτό κρίνεται απορριπτέο, διότι το Δικαστήριο, με βάση τα προεκτεθέντα (έκθεση πραγματογνωμοσύνης και εκθέσεις αποκατάστασης) έχει σχηματίσει επαρκή δικανική πεποίθηση ως προς την αναγκαιότητα της δαπάνης αυτής. Κατόπιν τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, υπό εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε την ένδικη αυτή αξίωση του παθόντος, ως βασίμως αυτός παραπονείται με τον 3° λόγο της υπό στοιχ.α εφέσεώς του (περίπτωση 5 υποπερ.δ).

Γ. Τέλος, ως προς τις ένδικες, περαιτέρω ζημίες της δεύτερης εκκαλούσας της υπό στοιχ.α εφέσεως, για το χρονικό διάστημα από ....2018 και εντεύθεν, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα συνεχίζει να αποστερείται την συνεισφορά του παθόντος συζύγου της, πρώτου εκκαλούντος, στις οικογενειακές ανάγκες, με τη διεκπεραίωση ορισμένων οικιακών εργασιών, όπως, για παράδειγμα, για την προμήθεια αναγκαίων ειδών και τροφίμων, εξωτερικές εργασίες, επισκευές της οικίας τους, κλπ, τις οποίες είχε αναλάβει ο παθών και εκτελούσε κανονικά μέχρι τον τραυματισμό του.

Τις υπηρεσίες αυτές του παθόντος, που αποτιμώνται στο ποσό των 100 ευρώ, μηνιαίως, τις στερείται η δεύτερη εκκαλούσα, αφού, αν δεν είχε επισυμβεί ο τραυματισμός του, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα συνέχιζε να τις προσφέρει, ενόψει της καλής, μέχρι τότε, κατάστασης της υγείας του. Επομένως, θα έπρεπε να επιδικαστεί στην εκκαλούσα ως αποζημίωση για την αιτία αυτή, αναγνωριστικώς, το άνω ποσό και για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2024, προκαταβαλλόμενο την πρώτη ημέρα κάθε μηνός.

Αντιθέτως, η ένδικη αξίωσή της για το λοιπό χρονικό διάστημα, πέραν της ....2024, κρίνεται απορριπτέα ως προώρως ασκηθείσα, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, να προσδιορισθεί η ζημία της στο μέλλον. Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, με συναφή αιτιολογία, δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, απορριπτέα κατ' ουσίαν καθίσταται η υπό στοιχ.α έφεση, καθ' ο μέρος η δεύτερη ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα παραπονείται ως προς τις απορριπτικές διατάξεις της εκκαλουμένης, αναφορικά με την ένδικη αξίωσή της για το πέραν της ....2024 χρονικό διάστημα". Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, ως προς τα κονδύλια που είχαν απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση και α) υποχρέωσε την εναγομένη - αναιρεσείουσα να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο, το ποσόν των 6.000 ευρώ ως αποζημίωση για τη μελλοντική δαπάνη προμήθειας μίας ηλεκτρονικής παλάμης εργασίας τύπου Otto Bock Greifer αριστερού άνω άκρου, κατά το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 έως 16-5-2024, καταβλητέο σε ισόποσες χρηματικές δόσεις κατά μήνα, προκαταβολικά την πρώτη κάθε μήνα και β) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης - αναιρεσείουσας να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα - αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 2.700 ευρώ, ως αποζημίωση, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 έως 16-5-2024, για τη μελλοντική δαπάνη αγοράς ειδικών καλλυντικών/φαρμακευτικών κρεμών, καταβλητέο σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, τα ως άνω δε ποσά με το νόμιμο τόκο.

Ακολούθως, η εκκαλούσα - εναγομένη άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, αφού όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Σ.

Ρ. επί της προσβαλλόμενης απόφασης αυτή επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 13-5-2022 και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου την 8-6-2022. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 §§ 1, 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, και τα δύο δικόγραφα των πρόσθετων λόγων αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι κατατέθηκαν τριάντα (30) ημέρες πριν την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθρο 569 § 2 εδάφιο α' του ΚΠολΔ) και επιδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους εντός της ίδιας προθεσμίας και συγκεκριμένα (και τα δύο δικόγραφα) στις 17-9-2024, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 11590/2024, 11591/2024, 11592/2024 και 11593/2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Κ. Μ. (άρθρα 281, 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1 και 569 § 2 ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 §§ 1, 3 του ΚΠολΔ), αφού διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκασή τους με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1536/2018).

ΙΙ.Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 9/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1/2022).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 2/2024, ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020).

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 322/2023, ΑΠ 166/2022, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 549/2022). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ο αριθμός του νόμου και το άρθρο του και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 322/2023).

Ειδικότερα δε στην περίπτωση της κατ' ουσία έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 § 4, 562 § 2, 566 § 1, 577 § 3, 578 του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:

α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.

η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 109/2020).

Β. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 του ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων, για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι, όμως, και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 του ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 του ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση, είτε με αναγνωριστική αγωγή, είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 565/2023, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 1040/2021, ΑΠ 1010/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου, δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Aπό την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, για τον λόγο αυτό, απέρριψε την ύπαρξη ή δέχθηκε την ύπαρξή του.

Αν η απόφαση δεν ασχολήθηκε με το δεδικασμένο που προτάθηκε, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 128/2023, ΑΠ 204/2023, ΑΠ 565/2023). Επίσης, προκειμένου να εξετασθεί, εάν υφίσταται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης, όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (ΟλΑΠ 15/1998).

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση απ' όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 15/1998, ΑΠ 98/2024, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 14/2022).

Σημειώνεται ότι η τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δεν παράγει δεδικασμένο, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά (ΑΠ 1227/2024, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 524/2021, ΑΠ 416/2019).

Γ. Στην ερευνώμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με τους διατυπούμενους 1ο και 2ο λόγους της αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, τους 1ο, 3ο και 4ο πρόσθετους λόγους του από 15-8-2024 πρώτου δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης και με τους 1ο και 2ο πρόσθετους λόγους του δεύτερου δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά τις αντίστοιχες συναφείς επιμέρους αιτιάσεις, αποδίδει, κατ' εκτίμηση των δικογράφων της, στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 9 και 16 του ΚΠολΔ.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 16 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο αφενός μεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 299, 914, 922, 932, 330 ΑΚ, 70, 116, 176, 907, 908 ΚΠολΔ, των άρθρων 281, 288, 297, 298, 299, 929, 930 ΑΚ, των άρθρων 2 § 1, 4 § 1, 5 § 1, 17 αρ. 1, 20 § 1, 22 § 1, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος, τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και της παρ. 1 του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 648, 649, 652, 653 ΑΚ και των άρθρων 106 και 110 ΚΠολΔ, αφετέρου δε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 § 1, 322 § 1, 324, 322 § 1, 324, 331 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, με τους ως άνω λόγους αναίρεσης αποδίδεται από την αναιρεσείουσα ότι, προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της βασιμότητας α) του κονδυλίου για τα απωλεσθέντα εισοδήματα του πρώτου αναιρεσίβλητου από αγροτικές εργασίες, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 έως 16-5-2024, β) του κονδυλίου για την αγορά, συντήρηση ή αντικατάσταση των ορθοπεδικών βοηθημάτων - τεχνητών μελών, γ) του κονδυλίου για τα μελλοντικά έξοδα (αγορά ειδικών φαρμακευτικών σκευασμάτων - καλλυντικών κρεμών) και ιατρικές δαπάνες (επισκέψεις σε ιατρούς) από 17-5-2018 έως 16-5-2023 και δ) της δαπάνης μελλοντικών υπηρεσιών κατ' οίκον αποκλειστικής νοσοκόμας - θεραπαινίδας, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του αποδεικτικού υλικού, ενώ έπρεπε, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να απορρίψει ως ουσία αβάσιμα όλα τα παραπάνω κονδύλια, καθόσον δεν προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσίβλητους νέα αποδεικτικά στοιχεία, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 4548/2017 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής των αναιρεσίβλητων, αλλά αντίθετα η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε στα ίδια αποδεικτικά στοιχεία που αφορούσαν το προγενέστερο χρονικό διάστημα (ήτοι, στην από 10-5-2014 ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξέτασης του ιατροδικαστή Σ.

Τ. και στην από 3-5-2014 έκθεση αποκατάστασης της εταιρείας "C. Rehabilitation Center", οι οποίες είχαν προσκομιστεί και είχαν ληφθεί υπόψη από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση για το προγενέστερο χρονικό διάστημα). Διαλαμβάνει, επίσης, η αναιρεσείουσα, ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την 4548/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί ότι τυγχάνουν απορριπτέα, ως προώρως ασκηθέντα, τα ποσά που τελικά επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο προαναφερθείς λόγος, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Αυτό δε διότι, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την επιδίκαση στον πρώτο αναιρεσίβλητο των παραπάνω κονδυλίων, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, παρά μόνο αποσπασματικά μία παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης (στις σελίδες 2 και 3 του αναιρετηρίου), το οποίο αφορά μόνο στο κονδύλιο για την απώλεια εισοδήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου, λόγω ισόβιας αναπηρίας του, το οποίο επέλεξε, κατά το δοκούν, η αναιρεσείουσα, αλλά με βάση αυτό και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του.

Ούτε εξάλλου εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) η κατά την αναιρεσείουσα εσφαλμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο τις προαναφερθείσες διατάξεις, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, περιορίζεται στο να παραθέσει τον λόγο (έλλειψη νέων αποδεικτικών στοιχείων) για τον οποίο, κατ' αυτήν, εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε ως βάσιμα τα παραπάνω κονδύλια. Η παράθεση δε πραγματικών ισχυρισμών περιορίζεται στο να διαλάβει στον ως άνω αναιρετικό λόγο μόνο το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκαν ως κατ' ουσία αβάσιμοι οι ισχυρισμοί αυτής, το οποίο αιτιάται ως εσφαλμένο (ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 22/2020).

Και αυτό ανεξάρτητα του ότι με τις αιτιάσεις της, στο σύνολό τους, η αναιρεσείουσα πλήττει μόνο την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα των εγγράφων που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 208/2020) και αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1198/2023, 1226/2023, ΑΠ 1442/2021).

Σημειώνεται δε, ότι η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου παραθέτει σε μεγάλη έκταση τις παραδοχές όχι της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά τις παραδοχές τις πρωτόδικης απόφασης (3490/2020), ενσωματώνοντας στο αναιρετήριο αποσπάσματα από το δικόγραφο της έφεσής της, των προτάσεών της και της προσθήκης - αντίκρουσης που κατέθεσε στο Εφετείο, γεγονός που καθιστά έτι περαιτέρω ανέφικτο τον έλεγχο της βασιμότητας του ως άνω αναιρετικού λόγου.

Σε κάθε περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση ρητά αναφέρει στις σελίδες 5 και 6 αυτής, ότι συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που είχαν προσκομιστεί από τους διαδίκους, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αν και παγίως γίνεται δεκτό από τη νομολογία, ότι το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αξιολογήσει ειδικά τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του, πλην των εξαιρέσεων, όπως επί ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες αναφέρονται ρητά στην ένδικη υπόθεση και αρκεί η γενική, κατά κατηγορία των αποδεικτικών μέσων, αναφορά ότι αυτά έχουν ληφθεί υπόψη (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 425/2019, ΑΠ 151/2017), όπως θα αναφερθεί και παρακάτω.

Επίσης, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ως προς την παραβίαση του δεδικασμένου που απορρέει από την τελεσίδικη 4558/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο διότι από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δεν ερεύνησε τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων δεδικασμένου που απορρέει από την με αριθμό 4588/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, καθόσον αφορά στα προαναφερόμενα κονδύλια, ήτοι α) για τα απωλεσθέντα εισοδήματα του πρώτου αναιρεσίβλητου από αγροτικές εργασίες, για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 έως 16-5-2024, β) για την αγορά, συντήρηση ή αντικατάσταση των ορθοπεδικών βοηθημάτων - τεχνητών μελών, γ) για τα μελλοντικά έξοδα (αγορά ειδικών φαρμακευτικών σκευασμάτων - καλλυντικών κρεμών) και ιατρικές δαπάνες (επισκέψεις σε ιατρούς) από 17-5-2018 έως 16-5-2023 και δ) για την δαπάνη μελλοντικών υπηρεσιών κατ' οίκον αποκλειστικής νοσοκόμας - θεραπαινίδας, αφού με την ανωτέρω απόφαση τα κονδύλια αυτά απορρίφθηκαν ως πρωώρως ασκηθέντα για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και, συνεπώς, σύμφωνα με την οικεία νομική σκέψη που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραβίαση δεδικασμένου, αφού για να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός, έπρεπε το Δικαστήριο να δέχτηκε εσφαλμένως ή να αρνήθηκε εσφαλμένως να δεχτεί δεδικασμένο από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση μεταξύ των διαδίκων.

Ανεξάρτητα από αυτά, από την επισκόπηση της με αριθμό 4548/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι η δίκη εκείνη, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή, αποτελεί δεδικασμένο για την ερευνώμενη δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτός των άλλων (ήτοι για τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης, τη βλάβη που υπέστη ο πρώτος αναιρεσίβητος και την έκταση αυτής), για τα κονδύλια που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από τον τραυματισμό του ενάγοντος έως την 16-5-2018, όχι όμως και για τις ζημίες που αφορούν τον μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι κατά το, από 17-5-2018 έως 16-5-2024, χρονικό διάστημα (επίδικο), οι οποίες δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αγωγή εκείνη, αφού απορρίφθηκαν ως προώρως ασκηθέντα, σύμφωνα δε με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της απόφασης, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή, ως προώρως ασκηθείσα δεν παράγει δεδικασμένο, ως προς τούτο, διότι με αυτή δεν τέμνεται η διαφορά.

Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 16/2024, ΑΠ 125/2023, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 95/2017). Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανέλεγκτα, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 125/2023, ΑΠ 4/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 34/2024, ΑΠ 36/2024, ΑΠ 507/2024), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 125/2023, ΑΠ 257/2023, ΑΠ 384/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση αυτού, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αν και είχε ζητήσει από το Εφετείο, έχουσα προς τούτο έννομο συμφέρον, να υποχρεωθεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος να επιδείξει άλλως να προσκομίσει τα έγγραφα που αναλυτικά αναφέρει στο αναιρετήριο, τα οποία αυτός κατείχε, και σε περίπτωση που δεν προσκομιστούν, να συνάγει ομολογία περί μη υποβολής της σχετικής δαπάνης και να απορρίψει την αγωγή, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα προταθέντα από αυτήν.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, ο ισχυρισμός για την επίδειξη (άλλως προσκόμιση) αποδεικτικού μέσου (και εν προκειμένω εγγράφων), δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για ισχυρισμό του οποίου η λήψη ή η μη λήψη υπόψη ιδρύει τον ανωτέρω λόγο, αλλά για αίτημα, το οποίο, όπως θα γίνει αναφορά κατωτέρω, εντάσσεται στο λόγο από τον αριθμό 9 του ως άνω άρθρου.

Επιπλέον, απορριπτέα ως απαράδεκτη είναι και η αιτίαση ότι από τη μη προσκόμιση και επίδειξη των αιτούμενων εγγράφων συνάγεται ομολογία για το αβάσιμο των σχετικών αγωγικών κονδυλίων, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΚΠολΔ, το αν συνάγεται ομολογία από την απόρριψη αιτήματος ή ισχυρισμού, απόκειται στη διακριτική και συνακόλουθα ανέλεγκτη αναιρετικά ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν αποτελεί "πράγμα" ή "αίτηση" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ή 9 του ΚΠολΔ, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει το σχετικό λόγο αναίρεσης (ΑΠ 353/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΑΠ 917/2020, 19/2020).

Τέτοια αίτηση είναι επίσης και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η περί επίδειξης εγγράφου τοιαύτη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 § 2 και 451 § 1 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τοιούτου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 567/2021, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 168/201).

Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης από τον Άρειο Πάγο προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι στην περίπτωση αυτή δεν αφήνει την αίτηση αδίκαστη (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 567/2021, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 917/2020).

Ειδικότερα, για την ευδοκίμηση του παρόντος λόγου αναίρεσης απαιτείται παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας, σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό. Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 471/2021, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 761/2017), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 143/2017).

Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε, στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία (σιωπηρή απόρριψη), ως προς όλα τα αιτήματα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1180/2017).

Περαιτέρω, οι προβλεπόμενοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, ιδρύονται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς, δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1492/2021, ΑΠ 567/2021, ΑΠ 768/2019, ΑΠ 771/2017, ΑΠ 808/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση άφησε αδίκαστο το υποβληθέν, με το εφετήριο δικόγραφο και τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου από την ίδια, προς απόκρουση της κατ' αυτής αγωγής των αναιρεσίβλητων, αίτημα επίδειξης (ή προσκόμισης) εγγράφων, τα οποία κατείχε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, κατά τα άρθρα 450 και 451 ΚΠολΔ, προκειμένου να αποδειχθεί η βασιμότητα των αιτούμενων από αυτόν κονδυλίων και ειδικότερα η αναγκαιότητα για την αγορά νέων τεχνητών μελών κλπ (πχ αποδείξεις αγοράς, συντήρησης ή αντικατάστασης νέων μυοηλεκτρικών προθέσεων άνω άκρων δεξιά και αριστερά, των ηλεκτρονικών μερών της παλάμης, δεξιάς και αριστερής, αλλαγής θήκης κλπ ή αποδείξεις καταβολής επιχορηγήσεων που έλαβε από τον ΕΟΠΥΥ, αλλά και αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων των ετών 2010, 2011 και 2012, βεβαίωση της Διεύθυνσης Γεωργίας του Ν.

Μεσσηνίας, του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, σχετικά με την καταστροφή των θερμοκηπίων του πρώτου αναιρεσίβλητου, το ασφαλιστικό του βιβλιάριο, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που αφορούν τις μηνιαίες επισκέψεις του ίδιου σε ιατρούς, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, αποδείξεις αγοράς ειδικών καλλυντικών κρεμών - φαρμακευτικών σκευασμάτων, απόφαση Υγειονομικής Επιτροπής για την αναγκαιότητα αντικατάστασης των τεχνητών μελών κλπ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε τις αιτήσεις δικαστικής προστασίας που υπέβαλε η αναιρεσείουσα και ως εκ τούτου, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να γίνει δεκτός ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) το αίτημα επίδειξης εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου των εκκαθαριστικών φόρου εισοδήματός του των ετών 2010, 2011 και 212, απορρίφθηκε ρητά ως αλυσιτελές, με την αιτιολογία ότι "ο περιστάσεις υπολογισμού των εισοδημάτων που απώλεσε ο πρώτος εκκαλών συνεπεία ατυχήματος και, συγκεκριμένα, η ιδιότητά του ως κατ' επάγγελμα αγρότης και το ύψος των καθαρών ετησίων εισοδημάτων του από την εργασία του αυτή κατά τον χρόνο του ατυχήματος κρίθηκαν, ως άνω, με δύναμη δεδικασμένου και βάσει αυτών επιδικάστηκε σ' αυτόν, αμετακλήτως, αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων του συνεπεία της ανικανότητάς του προς εργασία έως ....2018" (βλ. 8ο φύλλο, 1η σελίδα της προσβαλλόμενης), 2) το αίτημα επίδειξης (προσκόμισης) εγγράφου από τη Διεύθυνση Γεωργίας σχετικά με την καταστροφή των θερμοκηπίων του πρώτου αναιρεσίβλητου και βεβαίωσης Δ.Ο.Υ.

ότι αυτός δεν έχει δηλώσει άλλα εισοδήματα, πλην της σύνταξης αναπηρίας, απορρίφθηκε ρητά ως κατ' ουσία αβάσιμο, με τις παραδοχές ότι: "Το Δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση: α) ως προς την αδυναμία του παθόντος για κάθε εργασία, λόγω ισοβίου αναπηρίας του κατά 100%, υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις και, ιδίως, ενόψει του ακρωτηριασμού των άνω άκρων και των εννέα δακτύλων κάτω άκρων, της διαγνωσθείσας βαρηκοΐας άμφω και της βλάβης στους οφθαλμούς του, αφού, ο αφαιρεθείς καταρράκτης ήταν μετατραυματικός "επί εδάφους ισχαιμικών εμφράκτων και θολώσεων του κρυσταλλοειδούς φακού και στους δυο οφθαλμούς ως αποτέλεσμα της διέλευσης από το σώμα του ρεύματος υψηλής τάσεως και του μετέπειτα μετατραυματικού σοκ", όπως αναφέρεται στην προσκομιζόμενη ιδιωτική ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξετάσεως από ....2014 του Σ.

Τ. Οι βλάβες αυτές τον καθιστούν ανίκανο, όχι μόνο για χειρωνακτικής φύσεως εργασίες (αγροτικές ή άλλες), αλλά ακόμη και για εργασία γραφείου κάθε είδους. Και β) η καταστροφή των θερμοκηπίων και η εντεύθεν απώλεια εισοδημάτων από την εκμετάλλευσή τους δι' εκμισθώσεως αποδεικνύονται από τα εκτιθέμενα από τους μάρτυρες των εκκαλούντων, δεδομένου, μάλιστα, ότι δεν προσκομίστηκαν από την εφεσίβλητη, ανταποδεικτικώς, στοιχεία, που να πλήττουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αυτών" (βλ. 8ο φύλλο, σελίδες 1η και 2η της προσβαλλόμενης απόφασης), 3) το αίτημα περί προσκομιδής, κατ' άρθρο 450 του ΚΠολΔ, νεώτερου πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης του πρώτου αναιρεσίβλητου, απορρίφθηκε ως αλυσιτελές, με την αιτιολογία ότι "το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι το άνω ποσό αντιστοιχεί σε όσα αναγκαίως, κατ' ελάχιστον, θα κατέβαλε ο παθών σε κάθε τρίτο προσληφθέντα φροντιστή, ενόψει της καταστάσεως της υγείας του, παρόλο που μέχρι στιγμής έχει καταστεί δυνατή η καθημερινή φροντίδα του από τα συγγενικά του πρόσωπα, δεδομένου ότι στην περίπτωση παροχής τέτοιων υπηρεσιών από πρόσωπα του συγγενικού περιβάλλοντος του παθόντος, η αποζημίωση διαμορφώνεται στο ποσόν, που συνήθως καταβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις για την προσφορά ίδιων υπηρεσιών, αφού το κίνητρο των συγγενών είναι η ανακούφιση του παθόντος και όχι η απαλλαγή εκείνου που προκάλεσε τη ζημία" (βλ. 9ο φύλλο, 2η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), 4) το αίτημα επίδειξης εγγράφων εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου και συγκεκριμένα αποδείξεων αγοράς μυοηλεκτρικών προθέσεων και αποδεικτικών επιδότησης της δαπάνης αυτής από τον ΕΦΚΑ, απορρίφθηκε ρητά ως αλυσιτελές με την αιτιολογία ότι:

α) ο μεν παθών - πρώτος εκκαλών προσκομίζει, νομίμως, σε απάντηση του αιτήματος αυτού, με την προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το, ως άνω, ....2015 δελτίο λιανικής πωλήσεως (σε πρωτότυπο), που είναι ήδη γνωστό στην εφεσίβλητη, αφού ελήφθη υπόψη κατά την έκδοση της υπ' αριθ. 4548/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, καθώς και το υπ' αριθ. ....2018 δελτίο λιανικής μετρητοίς της ίδιας εταιρείας, σε πρωτότυπο, δυνάμει του οποίου προμηθεύθηκε μία ηλεκτρονική παλάμη προθέσεως αντιβραχίου τύπου modular έναντι τιμήματος 8.000 ευρώ, β) η προσκομιδή των αποδείξεων αυτών σε πρωτότυπο αποδεικνύει ότι δεν υπεβλήθησαν οι δαπάνες αυτές στον ΕΟΠΠΥ και, συνεπώς, ο παθών δεν έλαβε καμία επιδότηση για τη δαπάνη αυτή, γ) σε κάθε περίπτωση αντικείμενο της αγωγής είναι η επιδίκαση αποζημιώσεως για μελλοντικές δαπάνες του παθόντος για τις άνω επιμέρους αιτίες και, συνακόλουθα, δεν συντρέχει περίπτωση επιδοτήσεως του παθόντος για μη εισέτι διενεργηθείσες δαπάνες από τον ΕΟΠΠΥ, δ) σύμφωνα με την από ....2014 ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξέτασης του ιατροδικαστή Σ.

Τ., είναι αναγκαία η συνεχής τροποποίηση της θήκης των ειδικών μυοηλεκτρονικών προθέσεων των άνω άκρων, λόγω πιθανότητας εμφάνισης προβλημάτων στα κολοβώματα των άνω άκρων, η συντήρηση των συσκευών με ανάλογο κόστος, καθώς και η αλλαγή των προθέσεων κάθε πέντε έτη περίπου... ε) η προμηθεύτρια συνέστησε την τοποθέτηση ειδικά στο αριστερό άνω άκρο την τοποθέτηση ηλεκτρονικής παλάμης εργασίας τύπου Otto Bock Greif, σύμφωνα δε με τις τεχνικές προδιαγραφές των προθέσεων, όπως αποτυπώνονται από την προμηθεύτρια εταιρεία στις από 3-5-2014 και 2-9-2021 εκθέσεις αποκατάστασης αυτής σχετικά με την αντικατάσταση, συντήρηση και επισκευή των επίμαχων προθέσεων που ήδη φέρει ο παθών, όπως αυτές εξειδικεύονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τα προεκτεθέντα: 1) αμφότερες οι προθέσεις χρήζουν ολικής αντικατάστασης κάθε πέντε χρόνια. 2) Η δεξιά μυοηλεκτρονική πρόθεση βραχιονίου (ανάλογα με τη δυσαναλογία του κολοβώματος) χρήζει αλλαγής της εσωτερικής και εξωτερικής θήκης κάθε δύο με τρία χρόνια, επισκευής/συντήρησης στα ηλεκτρονικά συστήματα της πρόθεσης κάθε δύο με τρία χρόνια, συντήρησης του μυοηλεκτρονικού αγκώνα κάθε δεκαοκτώ μήνες και αντικατάστασης του γαντιού σιλικόνης κάθε χρόνο.

Και 3) η αριστερή μυοηλεκτρονική πρόθεση χρήζει αλλαγής της εσωτερικής και εξωτερικής θήκης κάθε δύο ή τρία χρόνια (αναλόγως της δυσαναλογίας του κολοβώματος), συντήρησης/επισκευής των ηλεκτρονικών μερών της παλάμης κάθε δύο έτη και αντικατάστασης του γαντιού σιλικόνης κάθε ένα χρόνο" (βλ. 12ο φύλλο, 2η σελίδα και 13ο φύλλο, 1η και 2η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), 5) το αίτημα επίδειξης εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου αποδείξεων καταβολής αμοιβών ιατρών από 17-5-2018 και εντεύθεν και του βιβλιαρίου ασθενείας του απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι το Δικαστήριο έχει σχηματίσει επαρκή δικανική πεποίθηση ως προς την αναγκαιότητα ιατρικής παρακολούθησης του παθόντος από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και το επιδικαζόμενο, ως άνω, ποσό ανά επίσκεψη αντιστοιχεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, στο συνήθως καταβαλλόμενο, κατ' ελάχιστον, ποσό για μία επίσκεψη σε ιδιώτη ιατρό, ακόμη και συμβεβλημένο με τον ΕΟΠΠΥ, οποιασδήποτε ειδικότητας.

Επιπλέον δε ότι η χρήση του βιβλιαρίου υγείας δεν είναι πλέον απαραίτητο στοιχείο για την παρακολούθηση οποιουδήποτε ασθενούς και, συνεπώς, η προσκομιδή του δεν κρίνεται ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο ως προς τη βασιμότητα ή μη των ενδίκων αξιώσεων του παθόντος, λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρήση του βιβλιαρίου υγείας έχει υποκατασταθεί τα τελευταία έτη από την χρήση του μοναδικού αριθμού "ΑΜΚΑ" για κάθε ασφαλισμένο, βάσει του οποίου γίνεται ηλεκτρονική καταγραφή κάθε είδους παραπεμπτικών και συνταγογραφήσεων, ενώ, περαιτέρω, δεν αποκλείεται η απλή παρακολούθηση ασφαλισμένου από θεράποντα ιατρό, χωρίς κάποια ηλεκτρονική καταχώρηση (παραπεμπτικού ή συνταγογράφησης), ιδίως στις περιπτώσεις όπου η σχετική δαπάνη δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστικό φορέα" (βλ. 15ο φύλλο, σελ. 1η της προσβαλλόμενης απόφασης) και 6) το αίτημα επίδειξης εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου αποδείξεων αγοράς καλλυντικών κρεμών απορρίφθηκε ρητά ως ουσιαστικό αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι "το Δικαστήριο, με βάση τα προεκτεθέντα (έκθεση πραγματογνωμοσύνης και εκθέσεις αποκατάστασης) έχει σχηματίσει επαρκή δικανική πεποίθηση ως προς την αναγκαιότητα της δαπάνης αυτής" (βλ. 16ο φύλλο, σελ. 1η της προσβαλλόμενης απόφασης).

Σημειώνεται ότι, αν ήθελε εκτιμηθεί ο ως άνω λόγος ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ο λόγος αυτός θα ήταν απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι προβλεπόμενοι από τον αριθμό 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης ιδρύονται όταν το δικαστήριο παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ούτε υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 του ΚΠολΔ, αφού η σχετική αίτηση, που μπορεί να απορριφθεί και σιωπηρά, δεν αποτελεί "πράγμα" ή "αίτηση", κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9, έστω και αν αποτέλεσε περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 842/2018, ΑΠ1334/2018, ΑΠ 119/2016, ΑΠ 133/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση από το Δικαστήριο, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι απέρριψε το αίτημά της για διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η αναγκαιότητα τοποθέτησης - αντικατάστασης των τεχνητών μελών.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) δεν διαλαμβάνεται σε αυτήν παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, το αντίθετο μάλιστα, το Εφετείο απέρριψε ρητά το αίτημα αυτό με την αιτιολογία ότι με βάση τα, ως άνω, αντικειμενικά δεδομένα, ιατρικής φύσεως, που αποτέλεσαν αντικείμενο αμετάκλητης δικαστικής κρίσης, στο πλαίσιο της πρώτης αγωγής του παθόντος, αποδεικνύεται, άνευ άλλου τινός, ότι ο παθών έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, εφ' όρου ζωής, λόγω του ακρωτηριασμού σε αμφότερα τα άνω άκρα και επομένως ο μόνος τρόπος βελτίωσης της λειτουργικότητάς του και της καθημερινότητάς του (οι οποίες, με τα σύγχρονα ιατρικά δεδομένα, είναι αδύνατον να αποκατασταθούν πλήρως), είναι η χρήση προθέσεων, οι οποίες, ως ιατροτεχνολογικά προϊόντα, εξελίσσονται διαρκώς.

Διέλαβε επιπλέον στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ότι ναι μεν στο πλαίσιο της πρώτης αγωγής του παθόντος κρίθηκε ότι στο δεξί ακρωτηριασμένο του άκρο δεν μπορούσε να τοποθετηθεί ακόμη προσωρινή πρόθεση, λόγω κακής ποιότητας δερματικής επιφάνειας και της οστικής προεξοχής, που υπήρχε στο άκρο του κολοβώματος, αλλά, μετά την επούλωση των τραυμάτων με την πάροδο των ετών, η τοποθέτηση δεξιάς προθέσεως έχει καταστεί πλέον δυνατή, ο παθών προμηθεύθηκε το 2015, δυνάμει του προσκομιζόμενου σε πρωτότυπο υπ' αριθ. ....2015 δελτίου λιανικής πωλήσεως, μετρητοίς, εκδόσεως της άνω εταιρείας ορθοπαιδικών ειδών, σε συνδυασμό με την από 3.5.2014 έκθεση αποκατάστασης της ίδιας εταιρείας, μία πρόθεση βραχιονίου μυοηλεκτρική δεξιού άκρου, αποτελούμενη από δυναμ.

αγκώνα 12Κ100 (ηλεκτρονικό αγκώνα), ηλεκτρόδια 13Ε202, παλάμη Variplus (ηλεκτρονική), γάντι καλλωπιστικό Myoskin, καλώδια ηλεκτροδίου 13Ε129, εξαρτήματα μυοηλεκτρικού 9Ε169 1054 1051-50 και ηλεκτρικό περιστροφέα καρπού. Τέλος, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, η ανάγκη αντικαταστάσεως, συντηρήσεως, επισκευής των προθέσεων και αντικαταστάσεως των μερών τους, δεν συνιστά ζήτημα, που απαιτεί ιατρικές γνώσεις, ώστε να καθίσταται αναγκαία η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αλλά είναι αμιγώς τεχνικό ζήτημα, που συναρτάται με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή των προθέσεων, σε συνδυασμό με τη φθορά, που αυτές υφίστανται κατά την χρήση τους και κατά συνέπεια η προμηθεύτρια εταιρεία των ειδικών αυτών ιατροτεχνολογικών προϊόντων, που έχει την ευθύνη συντήρησης και επισκευής των χορηγούμενων εκ μέρους της προθέσεων, γνωρίζει τις ειδικές τεχνικές προδιαγραφές και τη διάρκεια ζωής κάθε προϊόντος και είναι αρμόδια να βεβαιώσει ποιος είναι ο συνήθης χρόνος ολικής αντικαταστάσεως των προθέσεων, της τακτικής συντηρήσεώς τους και της αντικαταστάσεων μερών τους.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοι αυτών οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις.

Η διάταξη αυτή που αποσκοπεί στον περιορισμό της κατάχρησης των δικονομικών δυνατοτήτων επιβάλλει στο διάδικο την τήρηση, κατά τη διενέργεια των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστης. Επίσης, καθιερώνει ως γνήσια υποχρέωση (και όχι απλώς ως δικονομικό βάρος) την τήρηση του καθήκοντος αληθείας.

Τούτο απαγορεύει στα ανωτέρω πρόσωπα να προβάλλουν αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, την ανακρίβεια των οποίων γνωρίζουν, και αφετέρου να αμφισβητούν πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου, καίτοι γνωρίζουν ότι είναι αληθείς. Δηλαδή, η παράβαση του καθήκοντος αυτού προϋποθέτει ενσυνείδητο ψεύδος.

Η τυχόν, όμως, παράβαση της διάταξης αυτής επάγεται ως κύρωση την, σύμφωνα με το άρθρο 205 ιδίου Κώδικα, επιβολή στον παραβάτη διάδικο ή τον δικηγόρο ποινών τάξης, ή, εφ' όσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, και την επιδίκαση αποζημίωσης, όχι όμως και το απαράδεκτο της αγωγής, ανταγωγής κ.λ.π., διότι διαφορετικά ο διάδικος θα στερείτο το κατοχυρωμένο με το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω συνταγματικής διάταξης, εξασφαλίζεται ακόμη και στην παραβίαση των επιταγών του άρθρου 116 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων ή δυνατοτήτων, δεν υπόκεινται στην κατ' άρθρο 281 ΑΚ απαγόρευση άσκησης, διότι το άρθρο αυτό αναφέρεται στα επί των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου στηριζόμενα δικαιώματα (ΑΠ 101/2022, ΑΠ 1207/2022, ΑΠ 1675/2022, ΑΠ 761/2020, ΑΠ 1480/2017, ΑΠ 639/2012, ΑΠ 109/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ως άνω λόγο της αναίρεσης, κατά το πέμπτο σκέλος του, κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση από το Δικαστήριο, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 116 ΚΠολΔ και 281, 288 ΑΚ, δεν εκήρυξε την ακυρότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων ως διαδικαστικής πράξης, διότι αυτοί παρέβησαν το καθήκον αληθείας κατά την εξιστόρηση των θεμελιούντων την ιστορική βάση της περιστατικών, αφού ουδέν απέδειξαν ούτε προσκόμισαν νέα αποδεικτικά μέσα.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, τόσο κατά το μέρος που η επικαλουμένη, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου δικογράφου, ακυρότητα θεμελιώνεται στην παραβίαση του άρθρου 116 του ΚΠολΔ, αφού αυτή δεν επάγεται, ως δικονομική έννομη συνέπεια, την ακυρότητα οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης, όσο και κατά το μέρος που θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, διότι οι ουσιαστικές αυτές διατάξεις δεν εφαρμόζονται επί ασκήσεως δικονομικών δικαιωμάτων ή δυνατοτήτων (ΑΠ 639/2012).

Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και οι πανομοιότυποι - συναφείς, δεύτερος λόγος, 1ος, 3ος και 4ο;ς πρόσθετοι λόγοι του από 15-8-2024 πρώτου δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης και 1ος και 2ος πρόσθετοι λόγοι του δεύτερου δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά τις αντίστοιχες συναφείς επιμέρους αιτιάσεις, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 524 § 1 και 591 § 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 του Ν. 4335/2015, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο ένατο του ίδιου νόμου, από 1-1-2016 και έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, εφόσον, τόσο η αγωγή, όσο και η έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ασκήθηκαν μετά την, κατά την 1-1-2016, έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015 (ΑΠ 127/2024, ΑΠ 176/2024, ΑΠ 220/2024), προκύπτει ότι και στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, όσο και τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα.

Δηλαδή, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έτσι, λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, αδιακρίτως πλέον και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, αχαρτοσήμαντα, άκυρα για οποιοδήποτε λόγο και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα και φωτοτυπίες εγγράφων, των οποίων δε βεβαιώνεται η ακρίβειά τους από το αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, χωρίς να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11 εδαφ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (ΑΠ 658/2024, ΑΠ 714/2022, ΑΠ 623/2018). Δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και χαρακτηρίζονται ως ανυπόστατα έγγραφα: α) τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 1135/2021, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 645/2020, ΑΠ 209/2019), β) οι ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (ΟλΑΠ 15/2003, ΑΠ 714/2022, ΑΠ 1591/2021, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1389/2018), γ) η κατάθεση ως μάρτυρα ή η ένορκη βεβαίωση του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου, εφόσον είχε την ιδιότητα αυτή κατά το χρόνο της κατάθεσης ή της βεβαίωσης, έστω και αν την απώλεσε μεταγενέστερα (ΟλΑΠ 1328/1977, ΑΠ 1389/2021, ΑΠ 940/2020, ΑΠ 1192/2018) και δ) η βεβαίωση ή μαρτυρία τρίτου, εφόσον αυτή, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγινε (έστω και υπό τον τύπο της υπεύθυνης δήλωσης) για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 109/2021, ΑΠ 1583/2021, ΑΠ 925/2020, ΑΠ 524/2018, ΑΠ 1427/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια. Οι κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη και οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν, εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη από αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να το μνημονεύσει ειδικά και κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του (ΟλΑΠ 11/2005, ΟλΑΠ 111/1981, ΑΠ 807/2024, ΑΠ 481/2024, ΑΠ 747/2023, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1099/2019).

Στη ρύθμιση του άρθρου 390 του ΚΠολΔ υπάγονται, εκτός των άλλων, και οι ιατρικές γνωματεύσεις και βεβαιώσεις (ΑΠ 747/2023, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 765/2017, ΑΠ 1046/2017, ΑΠ 1843/2013).

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 α και β ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δε επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ο παρών λόγος ιδρύεται και εάν οι αποδείξεις προσκομίσθηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο, όπως μετά τη συζήτηση (ΑΠ 1480/1997). Δεν αρκεί η προσκόμιση του εγγράφου ή άλλου αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται η ταυτότητα του εγγράφου (ΑΠ 1342/2006), η δε επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε, κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και όχι με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 524 § 1 ΚΠολΔ στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, 237 παρ. 8 έως 11, 240 έως 312, 591 παράγραφος 1 εδάφιο α' έως γ' και 591 παράγραφος 4 του ΚΠολΔ, εκτός εάν προσκομίζεται προς απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (ΑΠ 1189/2022, ΑΠ 34/2021, ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1215/2020, ΑΠ 1381/2019, ΑΠ 759/2018, ΑΠ 477/2017, ΑΠ 410/2016, ΑΠ 1565/2014, ΑΠ 67/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τέταρτο (συναφή) λόγο της αναίρεσης, κατά την ορθή νοηματική τους εκτίμηση από το Δικαστήριο, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 11α και 11β του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι 1) έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (άρθρο 559 αριθ. 11 α του ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα α) την από 10-5-2014 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Σ.

Τ. και β) τις από 3-5-2014 και 2-9-2021 εκθέσεις αποκατάστασης της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Δ. Χ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε. ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" και 2) έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν παραδεκτά (άρθρο 559 αριθ. 11β του ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα την από 2-9-2021 έκθεση αποκατάστασης της εταιρείας με την επωνυμία "Κ.

Δ. Χ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε. ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", την οποία οι αναιρεσίβλητοι προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου με την προσθήκη - αντίκρουση και όχι, ως όφειλαν, με τις προτάσεις τους, τα ως άνω δε έγγραφα χρησίμευσαν για την απόδειξη ισχυρισμών των αναιρεσίβλητων και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού αυτού λόγου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του την εκτίμηση όλων, ανεξαιρέτως, των νομίμως επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από τους διαδίκους εγγράφων, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, των υπ' αριθ.....2018 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων των εναγόντων, Λ.

Σ. και Π. Ν., που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Εράνης Δ. Μ. κατόπιν νομίμου κλητεύσεως της εναγομένης (σχετ.....2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Λ. Κ.) και των υπ' αριθ...., ..., ....2018 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της εναγόμενης, Θ. Χ., Γ. Ρ. και Α. Δ., που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πατρών, κατόπιν νομίμου κλητεύσεως των εναγόντων (σχετ.....2018 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α.

Μ.), καθώς και από την υπ' αριθ. ....2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Μ., ληφθείσα μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγόντων (σχετ. ....2018 εκθέσεις επιδόσεως της ίδιας επιμελήτριας Α. Μ.), λαμβάνοντας υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τις λοιπές προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, χωρίς, όμως, να λαμβάνονται υπόψη α) η υπ' αριθ. ....2018 βεβαίωση του Αγροτικού Συλλόγου Φιλιατρών και η από ....2018 υπεύθυνη δήλωση του φαρμακοποιού Α.

Ξ. (που δεν φέρει ούτε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του) ως ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, αφού επέχουν θέση εξωδίκων μαρτυριών τρίτων, που δόθηκαν χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ, για την εξέταση των μαρτύρων, χωρίς, συγχρόνως, να αποτελούν αποδεικτικά μέσα "που δεν πληρούν τους όρους του νόμου", κατ' άρθρο 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, αφού δόθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα υπόθεση.

Με βάση τα ανωτέρω, σε συνδυασμό και με όσα έχουν εκτεθεί στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την αδυναμία του παθόντος για κάθε εργασία λόγω ισοβίου αναπηρίας του σε ποσοστό 100%, του μοναδικού τρόπου βελτίωσης της λειτουργικότητάς του και της καθημερινότητάς του με τη χρήση των προαναφερομένων μυοηλεκτρονικών προθέσεων των άνω άκρων, της χρήσης ειδικών καλλυντικών προϊόντων για την προστασία των κολοβωμάτων εφ' όρου ζωής, της ανάγκης αντικαταστάσεως και συντηρήσεως των προθέσεων από τη μόνη, αρμόδια να βεβαιώσει ποιος είναι ο συνήθης χρόνος για τα ζητήματα αυτά, προμηθεύτρια εταιρεία των ειδικών αυτών ιατροτεχνολογικών προϊόντων, καθώς και την αναγκαία τακτική παρακολούθηση του παθόντος για πέντε έτη από ομάδα ιατρών, σύμφωνα και με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, συνάγονται τα ακόλουθα:

α) η από ....2014 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Σ. Τ., που καταρτίσθηκε κατ' εντολήν των αναιρεσίβλητων προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους, υπάγεται στην ρύθμιση του άρθρου 390 του ΚΠολΔ, δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο που εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο και συνεπώς νομίμως ελήφθη υπόψη από το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, όπως αυτά αναφέρθηκαν αναλυτικά στην αρχή της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης, β) αντίθετα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. ....2018 βεβαίωση του Αγροτικού Συλλόγου Φιλιατρών και την από ....2018 υπεύθυνη δήλωση του φαρμακοποιού Α.

Ξ., που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, επειδή έκρινε (ανέλεγκτα) ότι τα δύο παραπάνω έγγραφα είναι ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, επειδή επέχουν θέση εξωδίκων μαρτυριών τρίτων, που δόθηκαν χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ, για την εξέταση των μαρτύρων, χωρίς, συγχρόνως, να αποτελούν αποδεικτικά μέσα "που δεν πληρούν τους όρους του νόμου", κατ' άρθρο 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, αφού δόθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα υπόθεση, γ) νόμιμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις από 3.5.2014 και 2.9.2021 εκθέσεις αποκατάστασης της εταιρείας με την επωνυμία "Κ.

Δ. Χ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε. ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", που συνιστούν βεβαιώσεις τρίτων αναφορικά με την κατάσταση υγείας του πρώτου αναιρεσίβλητου και απλά είναι άκυρα αποδεικτικά μέσα, όχι δε και ανυπόστατα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ως άνω δηλώσεις - βεβαιώσεις δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στην προκειμένη δίκη.

Επομένως, τα παραπάνω έγγραφα, ως άκυρα απλώς αποδεικτικά μέσα (μαρτυρίες τρίτων), όχι δε και ανυπόστατα, δεν ήταν ανεπίτρεπτο να χρησιμοποιηθούν στην προκειμένη δίκη (ΑΠ 394/2012) και δ) νόμιμα το Εφετείο έλαβε υπόψη του την από 2.9.2021 έκθεση αποκατάστασης της εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Δ. Χ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε.

ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", την οποία οι αναιρεσίβλητοι προσκόμισαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών τους, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε με σαφήνεια ότι την λαμβάνει υπόψη του επειδή προσκομίσθηκε σε απόκρουση του αιτήματος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης της αναιρεσείουσας, το οποίο αυτή υπέβαλε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, απορριπτομένου ως αβασίμου και του σχετικού ισχυρισμού της τελευταίας περί ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με το ζήτημα αυτό.

Επομένως, ο 3ος και 4ος λόγος της αναίρεσης, για πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 11α και 11β του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. IV. Σύμφωνα με το άρθρο 559 § 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς".

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί, οι φυσικοί κανόνες, οι σταθερές γενικές αρχές και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται επαγωγικά, αντλούνται με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας και των μεθόδων των φυσικών επιστημών, από την εμπειρική πραγματικότητα, την παρατήρηση του καθημερινού συναλλακτικού βίου, τη μελέτη της εμπειρικής πραγματικότητας και τις, έχουσες καταστεί κοινό κτήμα, γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 § 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 44/2024).

Ο εν λόγω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει ή μη σε κανόνα δικαίου τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όχι δε και όταν παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία κατά την διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικά, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 13/2024, ΑΠ 16/2024, ΑΠ 50/2024, ΑΠ 633/2024, ΑΠ 44/2024, ΑΠ 60/2024, ΑΠ 589/2020, ΑΠ 957/2020, ΑΠ 459/2019).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 415/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και τον συναφή, πρώτο πρόσθετο λόγο του από 14-9-2024 δικογράφου της αναίρεσης, όπως αυτοί εκτιμώνται προσηκόντως από το Δικαστήριο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο εσφαλμένα χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να επιδικάσει στον πρώτο αναιρεσίβλητο αποζημίωση λόγω δαπάνης για την τακτική του παρακολούθηση από θεράποντες ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, αγοράς ειδικών κρεμών - φαρμακευτικών σκευασμάτων και για μελλοντικά έξοδα - ιατρικές δαπάνες (όπως αντικατάσταση και συντήρηση των προθέσεων των άνω άκρων του και αντικατάσταση των δαχτύλων σιλικόνης των κάτω άκρων), για το χρονικό διάστημα από 17-5-2018 έως 16-5-2024, τα οποία έπρεπε να απορρίψει ως αναπόδεικτα και ουσιαστικά αβάσιμα, καθόσον, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ο ίδιος (πρώτος αναιρεσίβλητος) δεν προσκόμισε νέα αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη της βασιμότητας των παραπάνω κονδυλίων και το Δικαστήριο αρκέσθηκε μόνο στην από 10-5-2014 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Σ.

Τ., απορρίπτοντας μάλιστα τα αιτήματά της να προσκομιστούν το ασφαλιστικό του βιβλιάριο, νεώτερη ιατρική βεβαίωση περί της αναγκαιότητας να παρακολουθείται αυτός τακτικά από ιατρούς και να χρησιμοποιεί ειδικές καλλυντικές κρέμες, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών από ιατρούς και αγοράς φαρμακευτικών σκευασμάτων, με συνέπεια, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, το Δικαστήριο να παραβιάσει τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 297, 298, 299, 330, 340, 341, 345, 346, 648, 649, 652, 653, 914, 929, 930, 932 ΑΚ, 70, 106, 110, 116, 176, 907, 908 ΚΠολΔ, των άρθρων 2 § 1, 5 § 1, 17 § 1, 22 § 1, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος, τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και της παρ. 1 του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφενός μεν διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τους οικείους αναιρετικούς λόγους αναφέρονται όχι στην ερμηνεία των ως άνω κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) (ΑΠ 1526/2023), αφετέρου δε διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στους προαναφερόμενους συγκεκριμένους κανόνες δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Δικαστήριο, κατά την αναιρεσείουσα, εσφαλμένα εφάρμοσε.

Επίσης, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, με τους ίδιους ως άνω λόγους, ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί για το αίτημά της περί επίδειξης εγγράφων εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου, για την απόδειξη της βασιμότητας των αγωγικών του ισχυρισμών, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο απέρριψε ρητά όλα τα αιτήματα της αναιρεσείουσας περί επίδειξης - προσκόμισης εγγράφων με την αιτιολογία ότι έχει διαμορφώσει πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς τα αποδεικτέα ζητήματα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά", με το άρθρο 17 § 2 του Ν. 2915/2001, μετά την κατάργηση με τον ίδιο νόμο του άρθρου 341 του ΚΠολΔ για την υποχρέωση του Δικαστηρίου προς έκδοση προδικαστικής απόφασης περί αποδείξεων, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Κατά συνέπεια, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται όταν η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 237 και 524 § 1 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ναι μεν κατά το άρθρο 107 του ΚΠολΔ, το Δικαστήριο διατάζει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή απόδειξης με οποιαδήποτε κατάλληλα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπει ο νόμος, και αν δεν τα επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, πλην όμως η διεξαγωγή συμπληρωματικής απόδειξης εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά, εκτός εάν το δικαστήριο έχει από το νόμο σχετική υποχρέωση (ΑΠ 404/2024, ΑΠ 23/2023, σχετ.

ΑΠ 30/2017, ΑΠ 780/2015, ΑΠ 866/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν διέταξε (συμπληρωματικές) αποδείξεις. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του καθότι δεν γίνεται αναφορά στον αναιρετικό λόγο εάν το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε από το αναιρεσείον στο Εφετείο με μνεία και του συμπληρωματικού αποδεικτικού μέσου, του οποίου ζητείτο η διεξαγωγή (άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ), πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η διενέργεια ή μη συμπληρωματικών αποδείξεων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εξάγεται από τις αποδείξεις, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 2/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιές είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 109/2020).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις (άρθρ. 559 αριθ. 1α' και 19), δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 22/2020).

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020).

Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 109/2020) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Αυτό, διότι ο Άρειος Πάγος για τη διαπίστωση της παράβασης, ελέγχει μόνο τη προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή, είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1217/2020, ΑΠ 24/2019), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Με τον λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1217/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω λόγο, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης για τα παραπάνω ζητήματα (ήτοι, την αποζημίωση, που αφορά στην δαπάνη για την τακτική παρακολούθηση του πρώτου αναιρεσίβλητου από θεράποντες ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και στην δαπανη για την αγορά ειδικών κρεμών) λόγω ανεπαρκειών αιτιολογιών, επιχειρώντας να θεμελιώσει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο για την επιδίκαση των παραπάνω κονδυλίων ανέτρεξε (εσφαλμένα) μόνον στα διδάγματα της κοινής πείρας και στην από 10-5-2014 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Σ. Τ., ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτά ως αναπόδεικτα, καθόσον ο ενάγων, που είχε το υποκειμενικό βάρος απόδειξης της βασιμότητας των αγωγικών ισχυρισμών του, δεν προσκόμισε κανένα νέο αποδεικτικό στοιχείο και το Εφετείο απέρριψε το αίτημά της να υποχρεωθεί αυτός να επιδείξει (προσκομίσει) τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του. Η παραπάνω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ώστε να προκύπτει με σαφήνεια η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους κανόνες δικαίου που φέρονται να παραβιάσθηκαν.

Σε κάθε περίπτωση, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί και ως κατ' ουσία αβάσιμη, καθόσον το Εφετείο διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για την επιδίκαση των ως άνω κονδυλίων, δεχόμενο κατά τα προεκτιθέμενα ότι α) ενόψει των σωματικών βλαβών που έχει υποστεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ένεκα των οποίων έχει καταστεί ισοβίως ανάπηρος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική σε συνδυασμό με την από 10-5-2014 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Σ.

Τ., με την οποία εκτιμάται ότι "για τα επόμενα τουλάχιστον πέντε (5) έτη θα πρέπει να παρακολουθείται από ομάδα ιατρών", κρίνεται αναγκαία η τακτική του παρακολούθηση από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, το δε επιδικαζόμενο, ως άνω, ποσό ανά επίσκεψη αντιστοιχεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, στο συνήθως καταβαλλόμενο, κατ' ελάχιστον, ποσό για μία επίσκεψη σε ιδιώτη ιατρό, ακόμη και συμβεβλημένο με τον ΕΟΠΠΥ, οποιασδήποτε ειδικότητας, ενώ η χρήση του βιβλιαρίου υγείας δεν είναι πλέον απαραίτητο στοιχείο για την παρακολούθηση οποιουδήποτε ασθενούς και, συνεπώς, η προσκομιδή του δεν κρίνεται ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο ως προς τη βασιμότητα ή μη των ενδίκων αξιώσεων του παθόντος, αφού δεν αποκλείεται η απλή παρακολούθηση ασφαλισμένου από θεράποντα ιατρό, χωρίς κάποια ηλεκτρονική καταχώρηση (παραπεμπτικού ή συνταγογράφησης), ιδίως στις περιπτώσεις όπου η σχετική δαπάνη δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστικό φορέα") και β) ότι από την ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Σ.

Τ. προέκυψε ότι ο παθών "θα πρέπει να είναι άριστα εναρμονισμένος με καλή υγιεινή των κολοβωμάτων των ακρωτηριασμένων άκρων του, με ειδικές κρέμες, δερματικά καλλυντικά και ειδικά αντισηπτικά σαπούνια", "προκειμένου να αποφευχθεί κίνδυνος μόλυνσης και διάσπασης αυτών και αναγκαίας χειρουργικής επανακατασκευής", ενώ και από τις εκθέσεις αποκατάστασης της εταιρείας "Κ.

Δ. Χ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΕ ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" προέκυψε ότι είναι αναγκαία η χρήση εκ μέρους του παθόντος των αναλυτικά αναφερομένων σε αυτήν συγκεκριμένων ειδικών καλλυντικών προϊόντων για την προστασία των κολοβωμάτων, εφ' όρου ζωής, με τη μνεία ότι το Δικαστήριο από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα έχει σχηματίσει επαρκή δικανική πεποίθηση ως προς την αναγκαιότητα της δαπάνης αυτής.

Σημειώνεται ότι ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι προβάλλεται έλλειψη αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την απόρριψη του αιτήματος της αναιρεσείουσας για επίδειξη εγγράφων εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτος, διότι στην πραγματικότητα πλήττει την απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ, που είναι διατάξεις δικονομικού δικαίου και όχι ουσιαστικού και δεν ελέγχεται αναιρετικά η ως άνω πλημμέλεια από τον επικαλούμενο λόγο (ΑΠ 1679/2005, ΑΠ 745/2021, ΑΠ 1029/2020, ΑΠ 800/2019, ΑΠ 812/2018, ΑΠ 1277/2017).

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.

V. Με το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με τη νέα αυτή διάταξη, ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε, έτσι, ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά και, πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, η θεσπιζόμενη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και, αναλογικά, υπό στενή έννοια, δηλαδή, να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά στις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία, πάντως, αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και, συνακόλουθα, η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή, να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση, δηλαδή, του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 § 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 του ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει, στη συνέχεια, το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται, ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου, δηλαδή του άρθρου 932 του ΑΚ, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ).

Σκοπός της ως άνω διάταξης, εξάλλου, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύφος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την, κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις) αλλά, κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχική οδύνης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 § 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά στον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά στον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η γενική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 § 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 677/2022, ΑΠ 617/2022, ΑΠ 34/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας (και εκ πλαγίου) παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας ως προς το ύψος των επιδικασθέντων ποσών, επικαλούμενη ότι τα επιδικασθέντα κονδύλια είναι ιδιαιτέρως υψηλά, διαλαμβάνοντας ειδικότερα στον οικείο λόγο το κάτωθι απόσπασμα από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: "....Το Δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση:

α) ως προς την αδυναμία του παθόντος για κάθε εργασία, λόγω ισοβίου αναπηρίας του κατά 100%, υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις και, ιδίως, ενόψει του ακρωτηριασμού των άνω άκρων και των εννέα δακτύλων κάτω άκρων, της διαγνωσθείσας βαρηκοΐας άμφω και της βλάβης στους οφθαλμούς του, αφού, ο αφαιρεθείς καταρράκτης ήταν μετατραυματικός "επί εδάφους ισχαιμικών εμφράκτων και θολώσεων του κρυσταλλοειδούς φακού και στους δυο οφθαλμούς ως αποτέλεσμα της διέλευσης από το σώμα του ρεύματος υψηλής τάσεως και του μετέπειτα μετατραυματικού σοκ, όπως αναφέρεται στην προσκομιζόμενη ιδιωτική ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξετάσεως από ....2014 του Σ.

Τ. Οι βλάβες αυτές τον καθιστούν ανίκανο, όχι μόνο για χειρωνακτικής φύσεως εργασίες ( αγροτικές ή άλλες), αλλά ακόμη και για εργασία γραφείου κάθε είδους. Και β) η καταστροφή των θερμοκηπίων και η εντεύθεν απώλεια εισοδημάτων από την εκμετάλλευση τους δι' εκμισθώσεως αποδεικνύονται από το εκτιθέμενα από τους μάρτυρες των εκκαλούντων, δεδομένου, μάλιστα, ότι δεν προσκομίστηκαν από την εφεσίβλητη, ανταποδεικτικώς, στοιχεία, που να πλήττουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αυτών.

Επομένως, θα έπρεπε να επιδικαστεί στον παθόντα, ως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων, συνεπεία του ατυχήματος, που στερήθηκε και θα στερηθεί στο μέλλον, το ποσό των 1.583 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2024. Η δε ένδικη αξίωση του για το μεταγενέστερο της ....2024 χρονικό διάστημα κρίνεται απορριπτέα ως προώρως ασκηθείσα, διότι εξαρτάται από μελλοντικές συνθήκες, που έχουν σχέση με άδηλα οικονομικά δεδομένα της περιόδου, στην οποία αφορά, τα οποία θα διαμορφωθούν στο μέλλον και η πρόβλεψη των οποίων δεν είναι δυνατή προς το παρόν.

Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, με συναφή αιτιολογία, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, υπό στοιχ.α εφέσεως, με τον οποίο ο πρώτος ενάγων - εκκαλών παραπονείται ότι κακώς του επιδικάστηκε το άνω ποσό για χρονικό διάστημα μόνο έξι ετών, αντί για ολόκληρο το αιτηθέν χρονικό διά στημα 2018 -2033 και μετ' αναπροσαρμογή του μηνιαίου ποσού σε 1.860 ευρώ, για το διάστημα 2025-2033 και β) ο 7ος λόγος της υπό στοιχ.β εφέσεως, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως, η εναγόμενη - εκκαλούσα παραπονείται καθ' ο μέρος έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη η ένδικη αγωγή ως προς την ανωτέρω αξίωση του παθόντος, ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση αποδείξεων, δεχόμενο ως ουσία βάσιμους αναπόδεικτους αγωγικούς ισχυρισμούς".

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ένδικου ατυχήματος, ως προς το βαθμό του πταίσματος της αναιρεσείουσας, ως προς την ηλικία του παθόντος, ως προς τις σωματικές βλάβες και την έκταση αυτών που υπέστη ο πρώτος αναιρεσίβλητος και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρονται καν τα ποσά που επιδικάσθηκαν σε βάρος της αναιρεσείουσας ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ώστε να κριθεί εάν πράγματι παραβιάσθηκαν (ΑΠ 5/2024).

VI. H νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου περιστατικά.

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 641/2021, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 972/2017). Ανεξάρτητα από το είδος της προβαλλομένης αοριστίας πρέπει στην αίτηση αναίρεσης, εκτός των άλλων στοιχείων, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως ορισμένη (ή απορρίφθηκε ως αόριστη), ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές αυτής, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης, διαφορετικά ο σχετικός λόγος είναι αόριστος (ΑΠ 252/2016, ΑΠ 1672/2014, ΑΠ 470/2013, ΑΠ 939/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 1673/2022 απόφασή του παρά το νόμο, απέφυγε να απαντήσει σε σχετικό ισχυρισμό της περί αοριστίας, τον οποίο επανέφερε με την έφεσή της και δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την κατ' αυτής αγωγή περί αδικοπραξίας των αναιρεσίβλητων.

Για την επίρρωση του ισχυρισμού της αυτού, η αναιρεσείουσα αναφέρει μεμονωμένα αποσπάσματα της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ ουδόλως αναφέρει το περιεχόμενο του δικογράφου της ερευνώμενης αγωγής, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, το οποίο επίσης δεν προσδιορίζει, ήτοι εάν πράγματι αυτή ήταν αόριστη.

Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, καθόσον, με αυτό το περιεχόμενο, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, η ερευνώμενη αγωγή, με την οποία διώκεται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας (914 ΑΚ), είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από τον νόμο και δη από τα άρθρα 914, 297, 298, 299 και 932 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία και συγκεκριμένα διαλαμβάνει με επάρκεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγομένης - αναιρεσείουσας, την πρόκληση σε αυτόν από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας και ηθικής βλάβης, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προκληθείσας ζημίας και της ζημιογόνου συμπεριφοράς, η οποία ήταν ικανή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει την εν λόγω ζημία, έτσι ώστε να θεμελιώνονται οι ένδικες από αδικοπραξία αξιώσεις του ενάγοντος - πρώτου αναιρεσίβλητου προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε την αγωγή, εκτιμώντας κυριαρχικά τα εκτιθέμενα σ' αυτή ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής, ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος αποζημίωσης του ενάγοντος, ούτε έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, γεγονότα που δεν εκτίθενται στην αγωγή, ούτε και παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο.

VII. Προσέτι, πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λαμβάνει χώρα και όταν το δικαστήριο της ουσίας επί διαφοράς, για την οποία απαιτείται κατά νόμο πλήρης απόδειξη, αποφαίνεται βάσει πιθανολόγησης των ισχυρισμών των διαδίκων, αφού και τότε δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς την αξιούμενη από το νόμο πλήρη απόδειξη αυτών (ΑΠ 1119/2023, ΑΠ 1259/2022, ΑΠ 2001/2017, ΑΠ 317/2016, ΑΠ 499/2007, ΑΠ 437/2004). Όπως ήδη εκτέθηκε σε προηγούμενη νομική σκέψη, η πρακτική σημασία του, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, ο οποίος έχει εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 1155/2020, ΑΠ 273/2011) μειώθηκε, μετά τον περιορισμό της προδικαστικής απόφασης, την οποία δεν υποχρεούται πλέον να εκδώσει το δικαστήριο.

Με τον όγδοο λόγο του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, τον πρώτο πρόσθετο λόγο του από 15-8-2024 δικογράφου της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, τον τρίτο πρόσθετο λόγο του από 15-8-2024 δικογράφου της αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο του 15-9-2024 δικογράφου της αναίρεσης, αποδίδει και πάλι στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη, (κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση), στο ότι δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, τα κάτωθι γεγονότα:

α) ότι λόγω ισόβιας αναπηρίας του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά ποσοστό 100%, αυτός έχει καταστεί ανίκανος όχι μόνο για χειρωνακτικές εργασίες (αγροτικές εργασίες ή άλλες) αλλά ακόμη και για εργασία γραφείου κάθε είδους, οπότε δικαιούται αποζημίωσης για την απώλεια των εισοδημάτων του, β) ότι λόγω της καταστροφής των θερμοκηπίων του, αυτός απώλεσε εισοδήματα, οπότε, επίσης, δικαιούται σχετικής αποζημίωσης, γ) ότι λόγω των σωματικών βλαβών που έχει υποστεί ο πρώτο αναιρεσίβλητος, ένεκα των οποίων έχει καταστεί ισόβια ανάπηρος, δικαιούται αποζημίωσης για τακτική παρακολούθησή του από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, δ) ότι ο ίδιος δικαιούται αποζημίωσης για μελλοντικά έξοδα και ιατρικές δαπάνες [μελλοντική δαπάνη αγοράς ορθοπεδικών βοηθημάτων - τεχνητών μελών, (μυοηλεκτρονικών προθέσεων άνω άκρων) και συγκεκριμένα για την μελλοντική αντικατάσταση (αλλαγή) και συντήρηση των προθέσεων που θα τοποθετηθούν στα άνω άκρα του και την συνεχή τροποποίηση της θήκης των ειδικών μυοηλεκτρονικών προθέσεων των άνω άκρων] καθώς και αποζημίωσης για φαρμακευτικά σκευάσματα - καλλυντικές κρέμες, για τη θήκη του κολοβώματος, τη διατήρηση των κολοβωμάτων στην καλύτερη δυνατή κατάσταση και εν γένει προστασία των κολοβωμάτων αλλά και για την επούλωση τυχόν ερεθισμών.

Ισχυρίζεται δε η αναιρεσείουσα ότι, όπως ανέφερε και με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, τα παραπάνω κονδύλια εσφαλμένα επιδικάσθηκαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο, αν και αυτός ουδέν νεότερο έγγραφο ή ιατρική βεβαίωση, μετά την έκδοση της τελεσίδικης 4548/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να κριθεί η αναγκαιότητα επιδίκασης των ποσών που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη και επιπλέον ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αρκέσθηκε σε πιθανολόγηση για την επιδίκαση των παραπάνω κονδυλίων, αποφεύγοντας μάλιστα να απαντήσει στο αίτημά της περί επίδειξης - προσκόμισης του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του πρώτου αναιρεσίβλητου και αποδείξεων παροχής υπηρεσιών από ιατρούς προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα των αγωγικών του αξιώσεων ή νεώτερης ιατρικής βεβαίωσης ή απόφασης Υγειονομικής Επιτροπής που να πιστοποιούν την αναγκαιότητα για την αγορά, συντήρηση κλπ τεχνητών μελών του πρώτου αναιρεσίβλητου καθώς και στο αίτημά της περί διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης από τους ιατρούς του ΚΑΤ που επελήφθησαν της θεραπείας του πρώτου αναιρεσίβλητου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση, ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με πλήρη απόδειξη και όχι με πιθανολόγηση, έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις), που οι διάδικοι με επίκληση προσκόμισαν, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της (προσβαλλομένης), προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τις νόμιμα προσκομισθείσες, από τους διαδίκους, αποδείξεις, όπως αυτές εκτίθενται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση με ειδική μνεία και οι οποίες αναφέρθηκαν παραπάνω στα πλαίσια άλλων αναιρετικών λόγων, πέραν του ότι δεν είναι "πράγματα" οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας (περί άρνησης των κονδυλίων αυτών και υποβολής των αιτημάτων της για επίδειξη - προσκόμιση εγγράφων και διενέργειας πραγματογνωμοσύνης) που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών των αναιρεσίβλητων για την ουσία της υπόθεσης.

Αυτοί, δηλαδή, οι ισχυρισμοί αποτελούν ανεπίτρεπτη επαναπροσέγγιση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ) και δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά άρνηση υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας και της βασιμότητας των αγωγικών κονδυλίων, ήτοι γίνεται αναφορά σε ισχυρισμούς, περί την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 47/2024, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 719/2017, ΑΠ 244/2001), λαμβανομένου δε υπόψη ότι το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να διατάξει αποδείξεις, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω.

Επίσης, από την επισκόπηση του συνόλου του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι για τα επιμέρους κονδύλια που μέμφεται η αναιρεσείουσα ότι χωρίς απόδειξη επιδικάσθηκαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο, το Εφετείο αναφέρει ρητά ότι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη της είναι τα ακόλουθα:

α) η με αριθμό 4548/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της προαναφερθείσας πρώτης κατά σειρά αγωγής των αναιρεσίβλητων, β) η με αριθμό 827/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας η πιο πάνω εφετειακή απόφαση κατέστη αμετάκλητη και από τις οποίες γεννήθηκε το δεδικασμένο περί του οποίου γίνεται λόγος στην εφετειακή αυτή απόφαση (βλ. 3ο φύλλο, 2η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), γ) το από 6.12.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης θερμοκηπίων που καταρτίστηκε μεταξύ του πρώτου αναιρεσίβλητου και του Θ.

Φ. (βλ. 7ο φύλλο, 2η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), (δ) η από ....2014 ιδιωτική ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξετάσεως του ιατροδικαστή Σ. Τ., ε) η από 8.4.2014 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΙΚΑ, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος κρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή ΚΕΠΑ εφόρου ζωής μη αυτοεξυπηρετούμενος και χρήζων ισοβίως βοήθειας και συμπαραστάσεως τρίτου προσώπου (βλ. 8ο φύλλο, 2η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), στ) τα αυτεπαγγέλτως και άνευ απόδειξης λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σύμφωνα με το άρθρο 336 αρ. 4 του ΚΠολΔ, ζ) η από ...2018 βεβαίωση του ΕΦΚΑ, περί δικαιώματος του πρώτου αναιρεσίβλητου σύνταξης αναπηρίας και επιδόματος απολύτου αναπηρίας, από τον Αύγουστο 2013 και εντεύθεν, εφόρου ζωής (βλ. 10ο φύλλο, 2η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), η) οι με αριθμούς ....2013, ....2023 και ....2015 αποδείξεις της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.

Δ. Χ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε. ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" και διακριτικό τίτλο "C. Rehabilitation Center" (βλ. 11ο φύλλο, 2η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), (θ) οι από 3.5.2014 και 2.9.2021 ιατρικές εκθέσεις αποκατάστασης της ως άνω εταιρείας (βλ. 13ο φύλλο, 1η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης) και η) το με αριθμό ....2018 δελτίο λιανικής απόδειξης μετρητοίς της ίδιας ως άνω εταιρείας (12° φύλλο, 2η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης).

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το Εφετείο από όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα) σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση σε σχέση με τη βασιμότητα των αγωγικών κονδυλίων, για τα οποία μέμφεται η αναιρεσείουσα ότι επιδικάσθηκαν χωρίς απόδειξη. Με τους ίδιους ως άνω λόγους, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί των αιτημάτων της για επίδειξη εγγράφων.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή απέρριψε ρητά και με πλήρη και σαφή αιτιολογία ως αλυσιτελή και αβάσιμα όλα τα αιτήματα της αναιρεσείουσας περί επίδειξης εγγράφων και συγκεκριμένα: 1) αναφορικά με το κονδύλιο απώλειας εισοδημάτων του πρώτου αναιρεσίβλητου, το Εφετείο α) απέρριψε ως αλυσιτελές το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επίδειξης των εκκαθαριστικών φόρων εισοδήματός του των ετών 2010, 2011 και 2012, με την αιτιολογία ότι, όπως προέκυψε από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Λ.

Σ., ουδείς συγχωριανός του ενδιαφέρθηκε να αναλάβει τα θερμοκήπια του, με αποτέλεσμα αυτά να καταρρεύσουν λόγω αχρησίας και επειδή οι περιστάσεις υπολογισμού των εισοδημάτων που απώλεσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος συνεπεία του ατυχήματος και συγκεκριμένα η ιδιότητά του ως κατ' επάγγελμα αγρότης και το ύψος των καθαρών ετησίων εισοδημάτων του από την εργασία του αυτή κατά τον χρόνο του ατυχήματος κρίθηκαν, ως άνω, με δύναμη δεδικασμένου και βάσει αυτών επιδικάστηκε σε αυτόν αμετακλήτως αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων του συνεπεία της ανικανότητάς του προς εργασίας έως ....2018 και β) απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επίδειξης - προσκόμισης έγγραφης βεβαίωσης από την Διεύθυνση Γεωργίας σχετικά με την καταστροφή των θερμοκηπίων του πρώτου αναιρεσίβλητου και βεβαίωσης της ΔΟΥ, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν έχει άλλα εισοδήματα, πλην της σύνταξης αναπηρίας του (βλ. 8ο φύλλο, 1η σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης), επειδή το Δικαστήριο, όπως δέχθηκε, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς την αδυναμία του πρώτου αναιρεσίβλητου για κάθε εργασία, λόγω ισόβιας αναπηρίας του και για την καταστροφή των θερμοκηπίων του και την εντεύθεν απώλεια εισοδημάτων από την εκμετάλλευσή τους δι' εκμισθώσεως, 2) αναφορικά με το κονδύλιο αποζημίωσης για την δαπάνη (βοηθού) που αυτός θα κατέβαλε αν είχε μισθώσει τις υπηρεσίες τρίτου προσώπου ως φροντιστή, το Εφετείο απέρριψε ως αλυσιτελές το αίτημα επίδειξης της αναιρεσίουσας περί προσκόμισης νεώτερου πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης του πρώτου αναιρεσίβλητου, επειδή το Δικαστήριο, από τις λοιπές αποδείξεις, σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση ότι το παραπάνω ποσό αντιστοιχεί σε όσα αναγκαίως, κατ' ελάχιστον, θα κατέβαλε ο πρώτος αναιρεσίβλητος σε κάθε τρίτο προσληφθέντα φροντιστή, 3) αναφορικά με τα επιδικασθέντα κονδύλια προμήθειας, συντήρησης, επισκευής και αλλαγής μερών των επίμαχων προθέσεων, το Εφετείο απέρριψε ως αλυσιτελές το αίτημα επίδειξης εγγράφων εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου και συγκεκριμένα αποδείξεων αγοράς μυοηλεκτρικών προθέσεων και αποδεικτικών επιδότησης της δαπάνης ΕΦΚΑ, με την αιτιολογία ότι πρώτος αναιρεσίβλητος προσκόμισε για την απόδειξη της βασιμότητας των ως άνω αξιώσεών του το υπ' αριθ. ....2015 δελτίο λιανικής πωλήσεως και το υπ' αριθ. ....2018 δελτίο λιανικής μετρητοίς της εταιρείας "Κ.

Δ. Χ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε. ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", 4) αναφορικά με την αποζημίωση που επιδικάσθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο για την δαπάνη που αφορούσε τις ιατρικές επισκέψεις του σε διάφορους ιατρούς ειδικοτήτων για τακτική παρακολούθησή του, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επίδειξης σχετικών αποδείξεων καταβολής αμοιβών ιατρών και του βιβλιαρίου ασθενείας του, με την αιτιολογία, ότι έχει σχηματίσει δικανική πεποίθηση ως προς την αναγκαιότητα ιατρικής παρακολούθησης του παθόντος από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και ως προς το επιδικαζόμενο ποσόν ανά επίσκεψη, αφού κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της, αντιστοιχεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, στο συνήθως καταβαλλόμενο, κατ' ελάχιστον, ποσό για μία επίσκεψη σε ιδιώτη ιατρό, ενώ και για το αίτημα επίδειξης του βιβλιαρίου ασθενείας του πρώτου αναιρεσίβλητου, το σχετικό αίτημα απερρίφθη με την αιτιολογία ότι αφενός μεν το βιβλιάριο υγείας έχει υποκατασταθεί τα τελευταία έτη από την χρήση του μοναδικού αριθμού "ΑΜΚΑ" για κάθε ασφαλισμένο αφετέρου δε επειδή δεν αποκλείεται η απλή παρακολούθηση του ασφαλισμένου από θεράποντα ιατρό, χωρίς κάποια ηλεκτρονική καταχώρηση, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η σχετική δαπάνη δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστικό φορέα και 5) αναφορικά με την αποζημίωση που επιδικάσθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο για την δαπάνη αγοράς φαρμακευτικών σκευασμάτων - καλλυντικών κρεμών, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επίδειξης αγοράς ειδικών καλλυντικών κρεμών, με την αιτιολογία ότι το Δικαστήριο, με βάση την από 10-5-014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή Σ.

Τ. και της από 3-5-2014 και 2-9-2012 εκθέσεις αποκατάστασης της εταιρείας "Κ. Δ. Χ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε. ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ" έχει σχηματίσει επαρκή δικανική πεποίθηση ως προς την αναγκαιότητα της παραπάνω δαπάνης. Επομένως, οι παραπάνω λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως παντελώς αβάσιμοι.

VIΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 α & β ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, όπως προκύπτει και από το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφιο 1, 346 και 453 § 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο αποφασίζει με βάση τους ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες τις οποίες προσκόμισε ο διάδικος, αλλά δεν τις επικαλέσθηκε με σαφή και ορισμένο τρόπο.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε, όταν γίνεται αναφορά στις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και είχε προσαγάγει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτόδικων προτάσεων που πρέπει να υποβάλλονται και πάλι και στις οποίες περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ ΑΠ 23/2008, Ολ ΑΠ 9/2000, ΑΠ 6/2024, ΑΠ 513/2024, ΑΠ 510/2023).

Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αντίστοιχου διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 717/2023, ΑΠ 794/2017, ΑΠ 1509/2014, ΑΠ 476/2011, ΑΠ 865/2009).

Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου ισχυρισμών και εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη (ΑΠ 717/2023, ΑΠ 1451/2021, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 1401/2019, ΑΠ 785/2019). Επίσης, ο παρών λόγος ιδρύεται και εάν οι αποδείξεις προσκομίσθηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο, όπως μετά τη συζήτηση (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 1480/1997). Δεν αρκεί η προσκόμιση του εγγράφου ή άλλου αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται η ταυτότητα του εγγράφου (ΑΠ 1342/2006), η δε επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε, κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και όχι με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 527/1994, ΑΠ 740/1996, ΑΠ 774/1996), εκτός εάν προσκομίζεται προς απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 2166/2013, ΑΠ 1646/2002, ΑΠ 67/2011).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τη διάταξη 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και ειδικότερα ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν με νόμιμη επίκληση στην κατ' έφεση δίκη από τους αναιρεσίβλητους και συγκεκριμένα ότι όλα τα σχετικά προς απόδειξη των ισχυρισμών τους έγγραφα δεν τα επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες προτάσεις τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 1-9-2021 προτάσεων των αναιρεσίβλητων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, συμπεριλήφθηκε σε αυτές αυτούσιο το κείμενο των πρωτόδικων, από 6-7-2018, προτάσεών τους (χωρίς πράξη κατάθεσης και υπογραφή πληρεξουσίου δικηγόρου) και της σχετικής, από 9-7-2018, προσθήκης - αντίκρουσης, σε ενιαίο κείμενο δικογράφου, το οποίο χαρακτηρίζεται ως προτάσεις (μόνο) ενώπιον του Εφετείου και κατατέθηκε επί της έδρας του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 2-9-2021, ήτοι την ημέρα της δευτεροβάθμιας συζήτησης.

Με το δικόγραφο των προτάσεων αυτών, οι αναιρεσίβλητοι - εφεσίβλητοι - εκκαλούντες επικαλέστηκαν όλους τους ισχυρισμούς που είχαν προτείνει πρωτοδίκως (ήτοι, τόσον τους αρνητικούς της ένδικης αγωγής, όσο και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους), προς απόδειξη δε των ισχυρισμών τους επικαλέσθηκαν ρητά και όλα τα έγγραφα, τα οποία είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει κατά τις προηγούμενες δίκες και τα οποία ρητά μνημονεύονται στις σελίδες 12 έως 15 του ενιαίου κειμένου του δικογράφου των προτάσεων που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου.

Το δικόγραφο των εφετειακών προτάσεων υπογράφεται ως ενιαίο κείμενο από τους πληρεξούσιους δικηγόρους, Κωνσταντίνο Κουτρέτση και Νίκο Παπαδάτο, οι οποίοι το συνέταξαν και εκπροσώπησαν τους αναιρεσίβλητους στην κατ' έφεση δίκη, το δε αιτητικό τους περιέχει ως αίτημα να γίνει δεκτή η από αυτούς ασκηθείσα έφεση και να απορριφθεί η αντίθετη έφεση της εκκαλούσας - εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσείουσας).

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι δεν πρόκειται για απλή φωτοτυπική ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων και της προσθήκης - αντίκρουσης αυτών, ως αυτοτελούς και διακριτής διαδικαστικής πράξης, στις εφετειακές προτάσεις των αναιρεσίβλητων, αλλά για συμπερίληψη του περιεχομένου του δικογράφου των προτάσεων της πρωτόδικης δίκης και της προσθήκης - αντίκρουσης αυτών και για ενοποίηση αυτών σε ενιαίο ολικό κείμενο του δικογράφου των προτάσεων των αναιρεσίβλητων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, στο οποίο επιπλέον ρητά περιέχεται ευθεία και άμεση επίκληση των ισχυρισμών των τελευταίων και των προς απόδειξη αυτών εγγράφων κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο.

Επομένως, σύμφωνα και με την οικεία νομική σκέψη, η σχετική επίκληση τόσο των ισχυρισμών των αναιρεσίβλητων, όσο και των αποδεικτικών εγγράφων, είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

VIΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανάτωσης, ή βλάβης του σώματος, ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή (ΑΠ 565/2023, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 1545/2021, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 206/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 637/2017).

Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται, και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 565/2023, ΑΠ 377/2023, ΑΠ 210/2020).

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 929 εδάφ. α' ΑΚ ορίζει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με το άρθρο 298 ΑΚ, προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 637/2017).

Επίσης, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση που επιδικάζει στον παθόντα αποζημίωση, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη αποζημίωσης για διαφυγόντα από την ανικανότητα για εργασία κέρδη και για μεταγενέστερο χρόνο, σε σχέση με εκείνον της προηγούμενης αγωγής (ΑΠ 735/2021, ΑΠ 637/2017).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος της απόδειξης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 338 § 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 του Ν. 2915/2001). Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 50/2024, ΑΠ 116/2024, ΑΠ 313/2023, ΑΠ 377/2023).

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, το οποίο, κατά την ανωτέρω έννοια, καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων περιστατικών για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 85/2018, ΑΠ 946/2015, ΑΠ 367/2011).

Συνεπώς, από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης, συντρέχει, όταν το βάρος της απόδειξης επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ενώ κατά το νόμο (άρθρο 338 ΚΠολΔ) αυτός δεν το έφερε, με αποτέλεσμα ο σχετικός ισχυρισμός του να απορριφθεί για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 181/2020) ή ανάλογα παρά την έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων να γίνει σε βάρος του δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, αν και θα έπρεπε η έλλειψη ή η ανεπάρκεια των αποδείξεων να οδηγήσουν στην παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ή στην απόρριψη του ισχυρισμού του αντιδίκου του, με επίρριψη έτσι ορθά στον τελευταίο του βάρους της απόδειξης.

Διότι, αν έχουν προσαχθεί αποδείξεις, αδιάφορα από ποιόν διάδικο (και αυτό ενόψει της περί κοινότητας των αποδεικτικών μέσων διάταξης του άρθρου 346 ΚΠολΔ) και εκτιμηθείσες από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο οποίος, για το λόγο αυτόν απορρίφθηκε, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, καθόσον δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την προβολή της σχετικής αιτίασης (ΑΠ 377/2023, ΑΠ 313/2023, ΑΠ 1803/2014, ΑΠ 1842/2014, ΑΠ 1085/2013).

Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει αυτός που υποβάλλει το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 984/2021, ΑΠ 181/2020, ΑΠ 186/2018). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση απόρριψης του ισχυρισμού επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς για την απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1890/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 535/2019).

Η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο του από 15-8-2024 δικογράφου των πρόσθετων λόγων και τον τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγο του από 14-9-2024 δικογράφου των πρόσθετων λόγων, όπως αυτοί εκτιμώνται προσηκόντως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ, αναφορικά με τις παραδοχές της, με τις οποίες έκρινε ως εν μέρει βάσιμες τις αγωγικές αξιώσεις του πρώτου αναιρεσίβλητου για δαπάνες αντικατάστασης - επισκευής/συντήρησης τεχνητών μελών κλπ, αγοράς καλλυντικών κρεμών και αμοιβών των ιατρών για την τακτική παρακολούθηση του πρώτου αναιρεσίβλητου, λόγω των εκτεταμένων βλαβών που αυτός είχε υποστεί εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης των ανωτέρω αξιώσεων.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα, με τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατένειμε εσφαλμένα το αντικειμενικό βάρος απόδειξης αφενός μεν περί της συνδρομής των, από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, επικληθέντων πραγματικών περιστατικών, για την κατάφαση της αποδιδόμενης σε βάρος της (με την ερευνώμενη αγωγή) αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, με αποτέλεσμα να δεχθεί τη συνδρομή της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της με την εσφαλμένη, κατά την προβαλλόμενη αιτίαση, αιτιολογία της μη ανταπόκρισής της (της αναιρεσείουσας - εναγομένης) στο σχετικό αποδεικτικό βάρος, το οποίο όμως δεν βάρυνε αυτήν, αλλά τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο και αφετέρου δε περί της αναγκαιότητας αντικατάστασης - επισκευής/συντήρησης τεχνητών μελών, χρήσης φαρμακευτικών σκευασμάτων για την διατήρηση των τεχνητών μελών αλλά και της τακτικής παρακολούθησής του από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, καθόσον ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν προσκόμισε κανένα νέο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά το Εφετείο στηρίχθηκε αποκλειστικά στην από 10-5-2014 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Σ.

Τ. και την από 3-5-2014 έκθεση αποκατάστασης της εταιρείας "Κ. Δ. Χ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Ε.Ε. ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ". Η ως άνω αιτίαση πρέπει πρωτίστως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί μη αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της, με βάση την οποία επιδικάσθηκαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο δήθεν χωρίς απόδειξη τα ποσά που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εάν ήθελε υποτεθεί αληθής, δεν συνιστά πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (1673/2022), αλλά της υπ' αριθ. 4548/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε αμετάκλητα και με δύναμη δεδικασμένου την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας για το ένδικο ατύχημα, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας.

Σε κάθε περίπτωση δε η αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή, για την επιδίκαση της αποζημίωσης της δαπάνης αντικατάστασης - συντήρησης τεχνητών μελών κλπ δέχθηκε ορθά ότι με την αμετάκλητη (4548/2017) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως από την εκεί εναγομένη, δυνάμει της υπ' αριθ. 827/2020 αποφάσεως του Αρείου Πάγου...κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία εκμεταλλεύεται τον ξύλινο στύλο απ' όπου διερχόταν το...ηλεκτροφόρο καλώδιο, ως τμήμα του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ευθύνεται, καταρχήν, αντικειμενικώς, για τη ζημία που προκλήθηκε, καθώς η - έστω - μερική πτώση της τραβέρσας, που στηρίζεται σε στύλο...συνιστά "πτώση άλλου έργου", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ, που τεκμαίρεται - και εν προκειμένω αποδείχθηκε - ότι προκλήθηκε, πρωτίστως, από τη φθορά, την παλαιότητα και την πλημμελή συντήρηση του στύλου και, ειδικότερα, της τραβέρσας.

Επίσης, κρίθηκε ότι, ανεξαρτήτως της αντικειμενικής της ευθύνης, από την διάταξη του άρθρου 925 ΑΚ, η εναγομένη ευθύνεται για τη θραύση της μονής τραβέρσας και την πτώση του ηλεκτροφόρου αγωγού, συνακόλουθα δε και για την ηλεκτροπληξία που υπέστη ο πρώτος ενάγων και τις περαιτέρω συνέπειες αυτής, και με βάση τις γενικές περί αδικοπραξιών διατάξεις (ΑΚ 922, 914), ως προστήσασα τα άτομα εκείνα, που είχαν αναλάβει την επίβλεψη και συντήρηση των αγωγών, τα οποία από αμέλειά τους, ήτοι από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας, και όφειλαν κατά τις περιστάσεις να καταβάλουν: 1) δεν μερίμνησαν για την αντικατάσταση της πιο πάνω παλαιάς και φθαρμένης τραβέρσας, 2) δεν μερίμνησαν για την έγκαιρη επανατοποθέτηση της δεύτερης τραβέρσας, που θα παρείχε στήριξη στην πρώτη και 3) μολονότι υπήρξε διαρροή ρεύματος στην περιοχή της πτώσης του αγωγού, αφ' ενός, παρέλειψαν να δώσουν εντολή για άμεση διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος στον πεσμένο αγωγό και, αφ' ετέρου, παρέλειψαν να εγκαταστήσουν σύστημα ασφαλείας, που θα διέκοπτε αυτομάτως τη ροή του ρεύματος και θα απαγόρευε την επάνοδο αυτής πριν από την διαπίστωση του λόγου διαρροής και την αποκατάσταση της βλάβης.

Έτσι η εναγόμενη κρίθηκε, αμετακλήτως, αποκλειστικώς υπαίτια για τη ζημία που υπέστη ο πρώτος ενάγων λόγω ηλεκτροπληξίας, μετ' απόρριψη όλων των ενάντιων ισχυρισμών της περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος και περί θραύσης της τραβέρσας λόγω κεραυνού ή από καύτρες φωτιάς, καθώς και της προβληθείσας ενστάσεως συνυπαιτιότητας του παθόντος για την ηλεκτροπληξία που υπέστη.

Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από τις ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων της υπόθεσης (ένορκες καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και προσκομισθέντα νομίμως από τους διαδίκους έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τις προαναφερόμενες αγωγικές αξιώσεις του πρώτου αναιρεσίβλητου, χωρίς να υπάρξει εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης, όπως αβάσιμα διαλαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά επειδή οι αντίθετες αποδείξεις (έγγραφα και μάρτυρες) που προσκόμισε ο πρώτος αναιρεσίβλητος θεωρήθηκαν επαρκείς για την απόδειξη των αγωγικών του αξιώσεων, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίσθηκε η αναιρεσείουσα με τους λόγους της έφεσής της. Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΧ. Με τον τέταρτο λόγο του πρώτου δικογράφου, από 15-8-2024, των προσθέτων λόγων αναίρεσης και τον δεύτερο λόγο του δεύτερου, από 14-9-2024, κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση αυτών, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ήτοι της προσάπτει τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι δέχεται αντιφατικά πράγματα αναφορικά με το επιδικασθέν κονδύλιο που αφορά στη δαπάνη για την αγορά φαρμακευτικών σκευασμάτων - καλλυντικών κρεμών, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου, με αντιφατική αιτιολογία, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 288, 297, 298, 299, 914, 929, 932 ΑΚ.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι α) αν και η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αρχικά, κατά λέξη, τα εξής: "Άλλωστε, από τις προσκομιζόμενες από τον παθόντα αποδείξεις φαρμακείου δεν αποδεικνύεται ότι το ύψος της δαπάνης αυτής ανέρχεται σε 150 ευρώ, μηνιαίως, διότι πρόκειται για αποδείξεις ταμειακής μηχανής, από τις οποίες δεν προκύπτει αν αφορούν στο πρόσωπο του παθόντος και στην αγορά των επίδικων σκευασμάτων", στη συνέχεια δέχθηκε κατά πλήρη λογική αντίφαση, κατά λέξη, τα εξής: "Επομένως, θα έπρεπε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα όφειλε να καταβάλει στον παθόντα ως αποζημίωση, για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2024, για την αιτία αυτή (αγορά καλλυντικών κρεμών) το ποσό των 75 ευρώ για κάθε δίμηνο και, συνολικώς, ποσό 2.700 ευρώ (ήτοι, 450 ευρώ ετησίως επί 6 έτη), καταβλητέο σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, την πρώτη μέρα κάθε μήνα, νομιμοτόκως από της καθυστερήσεως", β) αν και η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αρχικά, κατά λέξη, τα εξής: "Περαιτέρω, ως προς τις ένδικες αξιώσεις του παθόντος για αποζημίωση λόγω αναγκαίων ιατρικών δαπανών για επισκέψεις του σε ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, ο παθών ούτε επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε έγγραφα και άλλα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία να προκύπτει με σαφήνεια εάν παρακολουθείται τακτικά από θεράποντες ιατρούς και ποιάς ειδικότητας και, σε καταφατική περίπτωση, αν μεταβαίνει για τον σκοπό αυτό σε δημόσιο νοσοκομείο ή κέντρα υγείας ή όχι, αν αυτοί οι ιατροί είναι συμβεβλημένοι με τον ΕΟΠΥΥ ή όχι και, εν τέλει, σε τι ποσό ανέρχεται η δαπάνη αυτών των ιατρικών επισκέψεων", στη συνέχεια δέχθηκε κατά πλήρη λογική αντίφαση, κατά λέξη, τα εξής: "Όμως, ενόψει των σωματικών βλαβών, που έχει υποστεί, ένεκα των οποίων έχει καταστεί ισοβίως ανάπηρος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα έκθεση του ιατροδικαστή Σ.

Τ., με την οποία εκτιμάται ότι ο παθών "για τα επόμενα τουλάχιστον πέντε (5) έτη θα πρέπει να παρακολουθείται από ομάδα ιατρών", κρίνεται αναγκαία η τακτική παρακολούθησή του από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και δη, οφθαλμίατρο, ψυχίατρο, νεφρολόγο, ωτορινολαρυγγολόγο, καρδιολόγο. Επομένως, θα έπρεπε να του επιδικαστεί, αναγνωριστικώς:

α) για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2019, για τρεις επισκέψεις, μηνιαίως, σε ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, το ποσό των 50 ευρώ ανά επίσκεψη και, συνολικώς, ποσό 1.800 ευρώ ετησίως και β) για το χρονικό διάστημα από ....2019 έως ....2024, ενόψει της χρονικής απόστασης από το ατύχημα και της συνακόλουθης σταθεροποίησης της κατάστασης της υγείας του, για δύο επισκέψεις, μηνιαίως, σε ιατρούς, το ποσό των 50 ευρώ ανά επίσκεψη και, συνολικώς, ποσό 100 ευρώ μηνιαίως και, συνολικώς, για το χρονικό διάστημα 2019-2024, ποσό 6.000 ευρώ", επιδικάζοντας τελικά εσφαλμένα τα παραπάνω ποσά στον πρώτο αναιρεσίβλητο, χωρίς την επίκληση και προσκομιδή εγγράφων και αποδεικτικών μέσων από αυτόν.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ρητά, αναφορικά με τα ως άνω κονδύλια (με βάση την αρίθμηση των λόγων αναίρεσης), στις σχετικές παραδοχές του που αφορούν στην ανάγκη χρήσης ειδικών καλλυντικών προϊόντων για την προστασία των κολοβωμάτων των ακρωτηριασμένων άκρων του εφ' όρου ζωής, ότι το συνολικό κόστος αυτών (αποστειρωτική λοσιόν, φαρμακευτικό λάδι και φαρμακευτική κρέμα) ανέρχεται σε 75 ευρώ και η διάρκειά τους σε δύο μήνες, απορρίπτοντας εν μέρει ως αβάσιμο τον αγωγικό ισχυρισμό περί απαιτούμενης δαπάνης για την αγορά των προϊόντων αυτών, ποσού 150 ευρώ μηνιαίως.

Με βάση δε τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να καταβάλει στον παθόντα ως αποζημίωση, για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2024, για την αιτία αυτή, το ποσό των 75 ευρώ για κάθε δίμηνο και, συνολικώς, ποσό 2.700 ευρώ (ήτοι, 450 ευρώ ετησίως επί 6 έτη), καταβλητέτο σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, την πρώτη μέρα κάθε μήνα, νομιμοτόκως από της καθυστερήσεως.

Επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα το αίτημα της αναιρεσείουσας για επίδειξη εγγράφων αποδείξεων αγοράς ειδικών καλλυντικών κρεμών με τις παραδοχές ότι το Δικαστήριο, με βάση τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (έκθεση πραγματογνωμοσύνης και εκθέσεις αποκατάστασης) έχει σχηματίσει επαρκή δικανική πεποίθηση ως προς την αναγκαιότητα της δαπάνης αυτής.

Περαιτέρω, ως προς τις ένδικες αξιώσεις του παθόντος για αποζημίωση λόγω αναγκαίων ιατρικών δαπανών για επισκέψεις του σε ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, δέχθηκε το Εφετείο κατ' αρχήν ότι ο παθών ούτε επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε έγγραφα και άλλα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία να προκύπτει με σαφήνεια εάν παρακολουθείται τακτικά από θεράποντες ιατρούς και ποιας ειδικότητας και, σε καταφατική περίπτωση, αν μεταβαίνει για τον σκοπό αυτό σε δημόσιο νοσοκομείο ή κέντρα υγείας ή όχι, αν αυτοί οι ιατροί είναι συμβεβλημένοι με τον ΕΟΠΠΥ ή όχι και, εν τέλει, σε τι ποσό ανέρχεται η δαπάνη αυτών των ιατρικών επισκέψεων.

Ωστόσο, ενόψει των σωματικών βλαβών, που αυτός έχει υποστεί, ένεκα των οποίων έχει καταστεί ισοβίως ανάπηρος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα έκθεση του ιατροδικαστή Σ. Τ., με την οποία εκτιμάται ότι ο παθών "για τα επόμενα τουλάχιστον πέντε (5) έτη θα πρέπει να παρακολουθείται από ομάδα ιατρών", έκρινε αναγκαία την τακτική παρακολούθησή του από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και δη, οφθαλμίατρο, ψυχίατρο, νεφρολόγο, ωτορινολαρυγγολόγο, καρδιολόγο και του επιδίκασε, αναγνωριστικώς:

α) για το χρονικό διάστημα από ....2018 έως ....2019, για τρεις επισκέψεις, μηνιαίως, σε ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, το ποσό των 50 ευρώ ανά επίσκεψη και, συνολικώς, ποσό 1.800 ευρώ ετησίως και β) για το χρονικό διάστημα από ....2019 έως ....2024, ενόψει της χρονικής απόστασης από το ατύχημα και της συνακόλουθης σταθεροποίησης της κατάστασης της υγείας του, για δύο επισκέψεις, μηνιαίως, σε ιατρούς, το ποσό των 50 ευρώ ανά επίσκεψη και, συνολικώς, ποσό 100 ευρώ μηνιαίως και, συνολικώς, για το χρονικό διάστημα 2019-2024, ποσό 6.000 ευρώ.

Στη συνέχεια των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας για την επίδειξη εγγράφων αναφορικά με την αξίωση αυτή και, συγκεκριμένα, αποδείξεων καταβολής αμοιβών ιατρών από ....2018 και εντεύθεν και του βιβλιαρίου ασθενείας του παθόντος, αλλά και τους περιεχόμενους στους σχετικούς λόγους εφέσεώς της ισχυρισμούς, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων δεχόμενο ως ουσία βάσιμους αναπόδεικτους ισχυρισμούς του πρώτου αναιρεσίβλητου, δεχόμενο ανελέγκτως αφενός μεν ότι το Δικαστήριο έχει σχηματίσει επαρκή δικανική πεποίθηση ως προς την αναγκαιότητα ιατρικής παρακολούθησης του παθόντος από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και ότι το επιδικαζόμενο, ως άνω, ποσό ανά επίσκεψη αντιστοιχεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, στο συνήθως καταβαλλόμενο, κατ' ελάχιστον, ποσό για μία επίσκεψη σε ιδιώτη ιατρό, ακόμη και συμβεβλημένο με τον ΕΟΠΠΥ, οποιασδήποτε ειδικότητας αφετέρου δε ότι η χρήση του βιβλιαρίου υγείας δεν είναι πλέον απαραίτητο στοιχείο για την παρακολούθηση οποιουδήποτε ασθενούς και, συνεπώς, η προσκομιδή του δεν κρίνεται ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο ως προς τη βασιμότητα ή μη των ένδικων αξιώσεων του παθόντος καθώς και ότι δεν αποκλείεται η απλή παρακολούθηση ασφαλισμένου από θεράποντα ιατρό, χωρίς κάποια ηλεκτρονική καταχώρηση (παραπεμπτικού ή συνταγογράφησης), ιδίως στις περιπτώσεις όπου η σχετική δαπάνη δεν καλύπτεται από τον ασφαλιστικό φορέα.

Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, αναφορικά με το κονδύλιο της δαπάνης για τη αγορά φαρμακευτικών σκευασμάτων, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες, ως άνω, ουσιαστικές παραδοχές, που διαλαμβάνονται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το Εφετείο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, έκρινε με πλήρη και σαφή αιτιολογία και χωρίς αντιφάσεις ότι είναι αναγκαία η χρήση εκ μέρους του παθόντος ειδικών καλλυντικών προϊόντων για την προστασία των κολοβωμάτων, εφ' όρου ζωής, αναφερόμενο αναλυτικά στα σχετικά με την αναγκαιότητα χρήσης των φαρμακευτικών αυτών σκευασμάτων αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω δε προκειμένου το Εφετείο να επιδικάσει το ποσόν των 75 ευρώ, για δύο μήνες, και όχι το ποσόν των 150 ευρώ, το οποίο ζητούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, διέλαβε (για την μείωση του επιδικασθέντος τελικά ποσού) ως επιχείρημα το γεγονός ότι "από τις προσκομιζόμενες από τον παθόντα αποδείξεις φαρμακείου δεν αποδεικνύεται ότι το ύψος της δαπάνης αυτής ανέρχεται σε 150 ευρώ, μηνιαίως, διότι πρόκειται για αποδείξεις ταμειακής μηχανής, από τις οποίες δεν προκύπτει αν αφορούν στο πρόσωπο του παθόντος και στην αγορά των επιδίκων σκευασμάτων".

Το παραπάνω όμως επιχείρημα του Δικαστηρίου, που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστά, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, παραδοχή, επί τη βάσει της οποίας διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή την μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ επίσης εν προκειμένω το Δικαστήριο της ουσίας αναλυτικά ερεύνησε τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, απορρίπτοντας μάλιστα ρητά το αίτημά της περί επίδειξης εγγράφων, κατ' άρθρο 450 ΚΠολΔ, και το αποδεικτικό του πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.

Τέλος, αναφορικά με το κονδύλιο της δαπάνης για τις αμοιβές ιατρών για την τακτική παρακολούθηση του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες, ως άνω, ουσιαστικές παραδοχές, που διαλαμβάνονται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, το Εφετείο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, έκρινε με πλήρη και σαφή αιτιολογία και χωρίς αντιφάσεις, ότι ενόψει των σωματικών βλαβών (όπως αυτές έχουν εκτεθεί αναλυτικά στην απόφαση), που είχε υποστεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ένεκα των οποίων αυτός έχει καταστεί ισοβίως ανάπηρος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, σε συνδυασμό και με τα λοιπά προεκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα είναι αναγκαία η τακτική παρακολούθησή του για τα επόμενα πέντε έτη από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων.

Κατόπιν αυτών, οι ως άνω λόγοι της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Χ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Σημειώνεται μάλιστα ότι στα ερευνώμενα δικόγραφα δεν περιλαμβάνεται ουδείς λόγος αναίρεσης για την δεύτερη αναιρεσίβλητη, οπότε ως προς αυτήν η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 566 § 1, 577 του ΚΠολΔ, ΑΠ 1488/2018, ΑΠ 1510/2017), ενώ η προβολή από την αναιρεσείουσα αναιρετικού λόγου για την αξίωση της δεύτερης αναιρεσίβλητης το πρώτον με τις προτάσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Αρείου Πάγου καθιστά αυτόν ανυπόστατο (ΑΠ 746/2022). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-6-2022 αίτηση αναίρεσης, τους από 15-8-2024 πρόσθετους λόγους και τους από 14-9-2024 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 1673/2022 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ