Legislator Case Law & Legislation
694/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for vague medical expense claims lacking itemized details.

Case Number 694/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment regarding a medical expense claim. The appellant argued the lower court erred in rejecting the claim, but the court found the request admissible yet unfounded because the original lawsuit failed to itemize specific costs like therapy dates and amounts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 559, 564 of the Code of Civil Procedure; A claim for medical expenses must specify itemized costs and dates to be valid, and an appeal based on vagueness fails if the original complaint lacks these particulars.

Keywords

AI generated
medical expense claims vague legal pleading itemized cost details medical therapy dates civil procedure appeal unspecified damages legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 929 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 694 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 694/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Α. (A. K. του A.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χρυσικόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Ρούσσο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1936/2018 μη οριστική και 1232/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3059/2020 μη οριστική και 2427/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-11-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 14-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/…./2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 2427/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την, από 18-5-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. ……/…../2017) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο Δ.

Μ. (μη διάδικος), οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ΥΡΜ …. ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό του, κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή, όπως έχει ήδη κριθεί τελεσίδικα με τις με αριθ. 6006/2011 και 1916/2016 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες κρίθηκε και η ανικανότητά του να ασκήσει το επάγγελμα του μηχανικού αυτοκινήτων (τεχνίτη φρένων βαρέων φορτηγών αυτοκινήτων) κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του έτους 2008 έως και το Μάρτιο του έτους 2012.

Ισχυριζόμενος δε, ότι εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ως άνω ατύχημα και λόγω των απρόβλεπτων επιπλοκών της υγείας του, κατέστη μόνιμα και ολικά ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματός του, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει, ως αποζημίωση (θετική και αποθετική ζημία), πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετη ειδική αποζημίωση κατ' άρθρο 931 του ΑΚ, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 1232/2019 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τον ενάγοντα, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η, από 29-9-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. …./…../2019) έφεση, με την οποία, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης και τη παραδοχή της αγωγής του.

Το ως άνω δικαστήριο εξέδωσε, αρχικά τη με αριθ. 3059/2020 μη οριστική απόφαση με την οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, μετά τη διενέργεια της οποίας η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 538/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 538/2022, ΑΠ 85/2020, ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1509/2022, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 565/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019).

Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση α) έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) αλλά και β) παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες ευθέως και εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 357/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. α` του ΑΚ, "Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα, "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.

Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τη διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αυτός που υπέστη βλάβη στο σώμα του ή την υγεία του και, εξαιτίας τούτου, κατέστη ανίκανος για εργασία, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον κατά νόμο υπόχρεο, ως αποζημίωση, και καθετί που στο μέλλον με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε, αν δεν γινόταν, εξαιτίας της βλάβης του σώματος ή της υγείας του, ανίκανος για εργασία (ΑΠ 565/2023, ΑΠ 179/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 210/2020, AΠ 67/2017).

Στο νομοθετικό, εξάλλου, ορισμό της έννοιας του διαφυγόντος κέρδους περιλαμβάνονται και τα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις (συντρέχουσες) ειδικές περιστάσεις, με πιθανότητα προσδοκώμενα έσοδα, τα οποία ο δικαιούχος (ζημιωθείς), αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός, θα προσποριζόταν, από σύμβαση εργασίας.

Ειδικότερα, αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του, δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) γιατί, λόγω της ολικής ή μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας του, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.

Για την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του άρθρου 298 του ΑΚ, αρκεί η πραγματική δυνατότητα του ζημιωθέντος για πορισμό εισοδήματος από τη παρεχόμενη, αντί οικονομικού ανταλλάγματος (μισθού), εργασία και συνεπώς, η ύπαρξη, της από αυτή αναφυόμενης, αξίωσης. Για να γίνει δεκτή η σχετική αξίωση πρέπει ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.

Εξάλλου η διάρκεια της πιο πάνω αποζημίωσης υπολογίζεται αποκλειστικά σε συνδυασμό με τη διάρκεια της ανικανότητας προς άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας (ΑΠ 306/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 1205/2018, 67/2017). Τέλος, είναι ενδεχόμενο να υπάρχει υποχρέωση του ως άνω προσώπου για άσκηση νέου επαγγέλματος ή εκτέλεση άλλης εργασίας, ώστε να μετριαστεί η έκταση της ζημίας, πράγμα που θα κριθεί ενόψει των ειδικών περιστάσεων, εκτιμώντας ως αποφασιστικά στοιχεία, την ηλικία, τις γνώσεις, την εκπαίδευση, τη ψυχική και σωματική δυνατότητα προσαρμογής του παθόντος στις νέες συνθήκες εργασίας και της φύσης και σοβαρότητας των συνεπειών από το τραυματισμό, απόκειται όμως στον υπόχρεο προς αποζημίωση να προβάλλει την εκ του άρθρου 300 του ΑΚ ένσταση και να ισχυριστεί ότι μπορεί να συμβεί αυτό.

Δηλαδή οφείλει ο υπόχρεος προς αποζημίωση εναγόμενος να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι ο ενάγων, ο οποίος επικαλείται αδυναμία προς άσκηση της εργασίας, την οποία προηγουμένως μπορούσε να μετέλθει και ζητεί αποζημίωση, μπορεί να βρει άλλο επάγγελμα, του οποίου η άσκηση είναι δυνατόν να ζητηθεί από αυτόν σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης.

Έτι περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 και 331 του ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 του ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης, λόγω θανάτωσης, ή βλάβης του σώματος, ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, τη τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στη πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά το οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά τη πρώτη αγωγή (ΑΠ 565/2023, ΑΠ 538/2022, ΑΠ 735/2021, ΑΠ 206/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 548/2020).

Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται, και ευθέως (άρθρα 322 και 324 του ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ίδιου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακόλουθα, δεν κρίθηκε (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 565/2023, ΑΠ 538/2022, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 52/2018, ΑΠ 782/2017).

Εξάλλου, ο, από το πρώτο μέρος της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 565/2023, ΑΠ 796/2020, ΑΠ 210/2020, ΑΠ 1793/2017, ΑΠ 1752/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για τη περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του." Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στο παθόντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης πάλι λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 538/2022).

Τούτο, όμως, προϋποθέτει απρόβλεπτη, δυσμενή εξέλιξη της υγείας του (δηλ. μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), δηλαδή στηρίζεται σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στη προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή τους δεν ήταν προβλεπτή, από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης.

Επομένως, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας κατάστασης της υγείας αυτού και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζήτησης ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου.

Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 538/2022, ΑΠ 1443/2022, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 401/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 790/2015, ΑΠ 1008/2015).

Για τη ταυτότητα δε του νομικού λόγου, τα ίδια ισχύουν και στη περίπτωση που ο παθών αιτείται πρόσθετη ειδική αποζημίωση κατ' άρθρο 931 του ΑΚ. Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος και ειδικότερα ως προς το θέμα της επιδίκασης διαφυγόντων κερδών στον ενάγοντα-εκκαλούντα από την εργασία του, για το χρονικό διάστημα από 20-3-2012 έως 11-3-2037 (είχε κριθεί, με τις με αριθ. 6006/2011 και 1916/2016 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, ανίκανος για εργασία για προγενέστερο χρονικό διάστημα), πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και πρόσθετης ειδικής αποζημίωσης κατ' άρθρα 932 και 931, αντίστοιχα, τα ακόλουθα: "......

ο ενάγων και νυν εκκαλών, κατά το χρονικό διάστημα από 20.3.2012 έως 11.3.2037, οπότε θα συμπλήρωνε το 67° έτος της ηλικίας του, δεν μπορούσε να εκτελέσει την εργασία του τεχνίτη φρένων, καθόσον η εν λόγω εργασία προϋποθέτει βαθύ κάθισμα και σκύψιμο επί οκταώρου και απώλεσε τα εισοδήματα που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ως τεχνίτης φρένων και ειδικότερα απώλεσε αποδοχές ανερχόμενες σε 30 ευρώ ημερησίως.

Όμως, σύμφωνα με το βαρύνον τον ενάγοντα καθήκον περιορισμού της ζημίας του, ο τελευταίος όφειλε, δεδομένου ότι δεν είναι ανίκανος για κάθε είδους εργασία αλλά για τη συγκεκριμένη, που περιλαμβάνει μεγάλη καταπόνηση του γόνατό του, να αναζητήσει άλλη εργασία, την οποία και μπορούσε να εκτελέσει, στο πλαίσιο των δεξιοτήτων του αλλά και των σωματικών ικανοτήτων του, όπως εκείνη του πωλητή σε περίπτερο, του ταμεία σε σούπερ μάρκετ ή άλλο κατάστημα κ.λ.π., ήτοι εργασίες αντίστοιχες με εκείνη που ήδη εκτελούσε προ του ένδικου ατυχήματος και από τις οποίες θα αποκόμιζε ισόποση αμοιβή με εκείνη που λάμβανε από την εργασία του ως υπαλλήλου συνεργείου αυτοκινήτων, [τεχνίτη φρένων].

Οι ανωτέρω, ενδεικτικά αναφερόμενες εργασίες, δεν θα καταπονούσαν το πάσχον σκέλος του ενάγοντος αφού είναι καθιστικές, σύμφωνα δε και με την προαναφερόμενη με αριθμό …./2021 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ορθοπεδικού χειρουργού Φ. Ξ., με τη σημερινή κατάσταση της υγείας του, οι μόνες εργασίες που μπορεί να εκτελέσει ο ενάγων είναι κατά βάση καθιστικές.

Ο ίδιος όμως ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στο ως άνω καθήκον του και ουδόλως αναζήτησε άλλη ισάξια και ισόκυρη εργασία με εκείνη του υπαλλήλου συνεργείου αυτοκινήτων [τεχνίτη φρένων], την οποία αν αναζητούσε, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχε ανεύρει, ενόψει και του νεαρού της ηλικίας του και μάλιστα θα αποκόμιζε εισοδήματα ισόποσα με αυτά που αποκέρδαινε προ του τραυματισμού του.

Επομένως, η σχετική παραδεκτά και νόμιμα προβληθείσα από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην πρόκληση της ζημίας του από την μη ανεύρεση άλλης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα [άρθρο 300 ΑΚ], η οποία επανέρχεται με την άσκηση εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος πρωτοδίκως ενάγοντος, χωρίς ανάγκη να την επαναφέρει η εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και τα κονδύλια των διαφυγόντων εισοδημάτων, μισθών, δοορων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας, ποσών 375.000 ευρώ και 62.500 ευρώ, αντίστοιχα, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Επισημαίνεται ότι από τη διάταξη του άρθρου 532 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα από τα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της, συνάγεται ότι εάν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού [ένστασης] του εναγομένου, την απόφαση δε αυτή εκκαλεί ο ενάγων, όπως στη προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιό της, μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο εφετείο αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία ο εναγόμενος με τις προτάσεις του στο εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ (...).

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο συναφής πρώτος λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, αναφορικά με τα κονδύλια της πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της πρόσθετης ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ, λόγω, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, επιπλοκών και βλαβών της υγείας του ενάγοντος, που ήταν απρόβλεπτες, ποσού 40.000 ευρώ και 40.000 ευρώ, αντίστοιχα, αυτά πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα αφού προσκρούουν στο δεδικασμένο που απορρέει από τη με αριθμό 6006/2011 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου.

Ειδικότερα, το παρόν δικαστήριο με την ως άνω απόφασή του, κατά την επιδίκαση ποσού 15.000 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έλαβε υπόψη του ότι "μετά διετία από του ένδικου τραυματισμού του και κατόπιν της νοσηλείας του και της θεραπευτικής αγωγής που ακολούθησε, επήλθε πλήρης πώρωση των καταγμάτων του ενάγοντος [κεφαλής περόνης και έσω μηριαίου κονδύλου].

Ακόμη, μετά την αρθροσκόπηση στην οποία υποβλήθηκε [02.06.2008] αποκαταστάθηκε σχεδόν πλήρως η δυσκαμψία της άρθρωσης του γόνατος και υποχώρησαν σημαντικά οι πόνοι και τα ενοχλήματα κατά την κίνησή του. Όμως εμφανίζει μόνιμο ποσοστό υπολειμματικής αναπηρίας 23,5% συνεπεία] της ρήξης του οπισθίου κέρατος του έσω μηνίσκου και των χόνδρινων βλαβών [10%], οι οποίες δεν αντιμετωπίσθηκαν κατά την δεινεργηθείσα αρθροσκόπηση και β]της αρχόμενης μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας που δημιουργήθηκε συνεπεία των τραυμάτων του.

Εξαιτίας των μόνιμων αυτών βλαβών, ο ενάγων, ηλικίας σήμερα 38 ετών, δεν είναι σε θέση να ασκήσει το επάγγελμα του τεχνίτη φρένων που κατείχε προ του ατυχήματος ή άλλο επάγγελμα χειρωνακτικής εργασίας με ανάλογη δραστηριότητα και απαιτήσεις.... Η τοιαύτη δε μερική αναπηρία επηρεάζει δυσμενώς την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη, αφού περιορίζει το εύρος της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Ως εκ τούτου δικαιούται αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ", καθώς και ότι "ο ενάγων συνεπεία του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας που δοκίμασε, καθώς και των εξ αυτού ζημιών, υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται γι' αυτό χρηματική ικανοποίηση, το εύλογο ποσό της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, του μεγέθους της προκληθεί σας βλάβης, της ηλικίας του ενάγοντος και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης του τελευταίου, ανέρχεται σε 20.000 ευρώ".

Από το σύνολο δε του αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος και δη επιδείνωση απρόβλεπτη, η οποία δεν ελήφθη υπόψη κατά την επιδίκαση των ως άνω ποσών. Τα όσα ενοχλήματα ανέφερε ο ενάγων και ήδη εκκαλών στους πραγματογνώμονες που διορίσθηκαν τόσο από το πρωτοβάθμιο όσο και από το παρόν δικαστήριο, είναι απολύτως συμβατά με τον ένδικο τραυματισμό του και απολύτως αναμενόμενα και δεν συνιστούν απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας του.

Σε ότι δε αφορά στην οστεοαρθρίτιδα, πρόκειται για προβλεπτή και συνήθη εξέλιξη μετά την πρόκληση τέτοιου είδους τραυματισμών, όπως αυτών που υπέστη ο ενάγων συνεπεία του εν λόγω ατυχήματος, και η οποία, σε κάθε περίπτωση, όπως προαποδείχθηκε, ελήφθη υπόψη από το προηγούμενο δικαστήριο κατά τον υπολογισμό και την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της ειδικής αποζημίωσης του άρθρου 931 ΑΚ.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε όμοια [ήτοι ότι ο ενάγων δεν δικαιούται πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση κατ' άρθρο 932 ΑΚ και πρόσθετη ειδική αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ], ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο συναφής τρίτος και τελευταίος λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατόπιν τούτων, και αφού δεν υπάρχουν προς έρευνα άλλοι λόγοι εφέσεως, αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως ουσιαστικά αβάσιμη...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος για διαφυγόντα κέρδη του χρονικού διαστήματος από 20-3-2012 έως 11-3-2037 και πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και πρόσθετης ειδικής αποζημίωσης κατά τα άρθρα 932 και 931 του ΑΚ, αντίστοιχα, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση του, διέλαβε, στην απόφασή του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 929 εδ.

α', 298, 931, 932 του ΑΚ και, συνεπώς η πληττόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο, έκρινε ανέλεγκτα ότι, από όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν σ' αυτό: α) ο ενάγων-αναιρεσείων δεν αναζήτησε άλλη ισάξια και ισόκυρη εργασία με εκείνη του υπαλλήλου συνεργείου αυτοκινήτων (τεχνίτη φρένων), την οποία αν αναζητούσε θα είχε ανεύρει, ενόψει και του νεαρού της ηλικίας του (38 ετών) και μάλιστα θα αποκόμιζε εισοδήματα ισόποσα με αυτά που αποκέρδαινε προ του τραυματισμού του και β) δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από αυτόν επιδείνωση της υγείας του και μάλιστα απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παράθεσης ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών στη προσβαλλόμενη απόφαση (πρώτος λόγος αναίρεσης), επειδή, όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται, δεν διευκρινίζονται: α) από ποιόν του προσφέρθηκε εργασία την οποία αρνήθηκε και β) αν, ως εξειδικευμένος τεχνίτης βαρέων αυτοκινήτων, είχε εφόδια για την άσκηση των επαγγελμάτων που αναφέρονται (ενδεικτικά) στη προσβαλλόμενη απόφαση.

Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως ελλείψεις και ασάφειες πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, στη προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται ότι ο αναιρεσείων ''δεν αναζήτησε άλλη ισάξια και ισόκυρη εργασία με εκείνη του υπαλλήλου συνεργείου αυτοκινήτων (τεχνίτη φρένων), την οποία αν αναζητούσε, σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχε ανεύρει, ενόψει και του νεαρού της ηλικίας του και μάλιστα θα αποκόμιζε εισοδήματα ισόποσα με αυτά που αποκέρδαινε προ του τραυματισμού του''.

Το Εφετείο, επιπρόσθετα, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση του, όσον αφορά τα αγωγικά κεφάλαια περί επιδίκασης στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του ΑΚ και ειδικής αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 του ΑΚ και ειδικότερα δεχόμενο ανελέγκτως, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε άλλη περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του (ενάγοντος) και μάλιστα απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, πέραν εκείνης που λήφθηκε υπόψη και αναφέρεται στη με αριθ. 6006/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 4-2-2008 προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος σε βάρος της νυν εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης και ότι κατόπιν αυτών οι αξιώσεις που προβάλλει ο τελευταίος, με την ένδικη μεταγενέστερη αγωγή του, για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του ΑΚ και πρόσθετης ειδικής αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, πέραν εκείνης που του έχει επιδικαστεί με την ως άνω απόφαση, καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν τα ως άνω κονδύλια ως ουσιαστικά αβάσιμα, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στη πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, ο λόγος αυτός (τρίτος λόγος αναίρεσης) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος-παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Κατά συνέπεια, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι οι ως άνω από τους αριθμούς 19 και 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Τέλος, απορριπτέος κρίνεται και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως αόριστος, καθόσον, εκτός των άλλων, δεν εκτίθεται, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου (ΑΠ 357/2018).

Αν δε ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ομοίως ως αόριστος καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο σχετικός δικονομικός κανόνας, ο οποίος παραβιάστηκε από το Εφετείο και ο τρόπος με τον οποίο παραβιάστηκε, πλέον της ουσιαστικής του αβασιμότητας καθόσον η αγωγή που έχει ως αντικείμενο αποζημίωση για δαπάνες νοσηλίων [στις οποίες περιλαμβάνονται τα έξοδα νοσοκομείου, αμοιβές ιατρών, δαπάνες αγοράς φαρμάκων, ορθοπεδικών ειδών, παρακλινικών εξετάσεων, φυσικοθεραπείας, βελτιωμένης τροφής αναγκαίας για τα νοσηλεία και γενικά κάθε δαπάνη που κατά τις αποδείξεις της ιατρικής επιστήμης ήταν αναγκαία για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1935/2013)], για να είναι ορισμένη πρέπει στο δικόγραφο αυτής κατά τα άρθρα 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να εξειδικεύονται οι επί μέρους δαπάνες κατ' είδος έκταση και ποσό, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφα, μόνη δε η αναφορά του συνολικού ποσού αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 929 του ΑΚ, χωρίς τη περιγραφή και το κόστος των επιμέρους στοιχείων, δυνάμει των οποίων ορίζεται κάθε επιμέρους ζημία του παθόντος, δεν αρκεί για τη πληρότητα της αγωγής, η οποία ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι αόριστη (ΑΠ 1645/2006, ΑΠ 1056/2002), εν προκειμένου δε η αξίωση του ενάγοντος για επιδίκαση ποσού 6.600 ευρώ για διενέργεια 165 φυσικοθεραπειών σε χρονικό διάστημα σχεδόν ενός έτους, ήταν αόριστη, όπως ορθώς έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση αφού δεν προσδιορίζεται ο χρόνος που διενεργήθηκε κάθε φυσικοθεραπεία ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί ότι αυτές συνδέονται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα και το τραυματισμό του ενάγοντος.

Μετά από αυτά, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 14-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …../…/2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 2427/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ