Appeal hearing declared inadmissible due to lack of proof that the absent defendant expedited the proceedings. The court ruled the appeal inadmissible because the absent party did not prove they expedited the hearing or were properly summoned. The court held that without proof of expedited proceedings, the absence constitutes a procedural defect rendering the hearing inadmissible. The appeal was declared inadmissible because the absent party failed to prove they expedited the hearing or were properly summoned. The court held that without proof of expedited proceedings, the absence constitutes a procedural defect rendering the hearing inadmissible. The appeal was declared inadmissible because the absent party failed to prove they expedited the hearing or were properly summoned.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal hearing inadmissible because the absent defendant failed to prove they expedited the proceedings or were properly summoned. The appellant argued for the hearing's validity, but the court found no evidence in the file showing the absent party expedited the discussion or received a valid summons. Consequently, the court ruled that the lack of proof regarding the absent party's participation rendered the entire hearing procedurally invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; The appeal hearing is inadmissible if the absent party fails to prove they expedited the proceedings or were properly summoned, as this precludes verifying the validity of their absence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 694 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 694/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ., θυγατέρας Ε. Δ., συζύγου Α. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Τσιρογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 150/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2016 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2, και 576 παρ 1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επίσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτηση την επίσπευσε ο απολειπόμενος διάδικος εγκύρως, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιός διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 1695/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ. β και γ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β ΚΠολΔ αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί.
Κλήση του διαδίκου στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωση του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 354/2011, ΑΠ 12/2011). Περαιτέρω, με το άρθρο 74 παρ. 2 του νόμου 4690/2020 ορίστηκαν τα εξής " 2. Σε περίπτωση που η συζήτηση της υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31-5-2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1-7-2020 έως 15-7-2020 ή από 1-9-2020 έως 15-9-2020.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.
Mε την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας, κάποιου διαδίκου, κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Επομένως, όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ποιός από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η υπό κρίση από 16-6-2016 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 21/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και της οποίας η συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο στις 25-5-2020 ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, με πράξη του προέδρου του Α2 τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν.4690/2020. Όμως, κατά την ως άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε. Από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, αφού η παρισταμένη αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει επίσπευση της συζήτησης από την ίδια ή τον αναιρεσίβλητο, με την προσκόμιση, του προς τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο νομίμως επιδοθέντος αντιγράφου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση και τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, στην πρώτη περίπτωση ή της οικείας έκθεσης επίδοσης, στη δεύτερη περίπτωση. Κατ' ακολουθία αυτών, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 16-6-2016 αιτήσεως αναιρέσεως της Σ. θυγ. Ε. Δ., συζ. Α. Κ. για αναίρεση της με αριθμό 21/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ