Legislator Case Law & Legislation
694/2019 AI generated

Supreme Court reverses lower court for allowing inadmissible claim due to lack of good faith by employee.

Case Number 694/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned a lower court decision that had dismissed an employee's claim for wages due to employer delay. The employee argued she remained unemployed for four years despite market conditions favoring her re-employment, while the employer contended she voluntarily avoided work. The court found the lower court erred by accepting the claim without verifying the employee's good faith, noting her prolonged unemployment was inconsistent with the available job market.

Legislator headnote

AI generated

Art. 656 A.C.; Art. 281 A.C.; The right to claim wages for delay is subject to good faith, and such a claim is inadmissible if the employee voluntarily remains unemployed for an extended period without justification.

Keywords

AI generated
wages for delay good faith requirement employer delay employee unemployment inadmissible claim labor law Supreme Court reversal

Cited Legislation

AI generated
Art. 656 of the Civil Code
Art. 281 of the Civil Code
Art. 14 of Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 694 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 694/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2α Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ….και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Γιαννόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κωστίκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ'αριθμ. 20741/7-8-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 11487/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 381/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-9-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. α) Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/20-3-2013 "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού". Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 440/2016, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 359/2015).

Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται.

Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 223/2014). Ειδικότερα απαιτείται, για την ευδοκίμηση της ως άνω ένστασης του εργοδότη, όπως ο τελευταίος επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος, δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα (ΑΠ 118/2017, ΑΠ 223/2014).

Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική ( ΑΠ 118/2017).

β)Η νομική αοριστία της αγωγής ή ένστασης δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεως του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε ολιγότερα των αξιουμένων από το νόμο.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 528/2015,480/2010).

2. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα παραδεκτώς επισκοπούμενα προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Επί αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ήδη αναιρεσείουσας είχε εκδοθεί η 826/2012 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε αναγνωρισθεί ότι ήταν άκυρη η από 4.3.2009 καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και είχαν επιδικασθεί υπέρ της τότε ενάγουσας αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 4.3.2009 μέχρι 4.3.2010.

Στη συνέχεια με την από 7.8.2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η ήδη αναιρεσίβλητη, εκθέτει ότι η εναγομένη συνέχισε να αρνείται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της κατά το επακολουθήσαν χρονικό διάστημα και ότι την 10-5-2013 κατήγγειλε εκ νέου τη σύμβαση εργασίας χωρίς να της καταβάλει την προβλεπόμενη νόμιμη αποζημίωση,επικαλούμενη την υποβολή μήνυσης κατ' αυτής για το αδίκημα της απάτης στο Δικαστήριο.Ότι η από 10-5-2013(δεύτερη) καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική κατά τα ειδικότερα σ' αυτή ιστορούμενα.Με τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζήτησε α)να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 10-5-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της β)να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της,γ)να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας του από 10.5.2013 μέχρι 10.11.2013 χρονικού διαστήματος ποσό 6.243,06 ευρώ και δ)να υποχρεωθεί να της καταβάλει ,ως μισθούς υπερημερίας του από 4.3.2010 έως 10.5.2013 χρονικού διαστήματος ποσό 49.265,30 ευρώ,νομιμοτόκως.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 11487/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε ως προς τα υπό στοιχεία α, β και γ αιτήματα εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η εκκρεμής ποινική διαδικασία κατόπιν άσκησης ποινικής δίωξης λόγω υποβολής της από 12.2.2013 έγκλησης της εναγομένης σε βάρος της ενάγουσας (ΚΠολΔ 250) ,ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς το υπό δ αίτημα και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα ως μισθούς υπερημερίας του από 5.3.2010 μέχρι 10.5.2013 χρονικού διαστήματος ποσό 34.876,29 ευρώ.Μετά από έφεση κατ' αυτής εκ μέρους της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας και αντέφεση της ενάγουσας εδώ αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 381/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την ανωτέρω απόφαση , απέρριψε τον επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό της εναγομένης για εσφαλμένη απόρριψη κατ' ουσία της ένστασης καταχρηστικής άσκησης και αφού έκρινε ότι αυτή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας , στη συνέχεια απέρριψε την έφεση στο σύνολό της .Περαιτέρω, κατά παραδοχή της αντέφεσης ,εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη ,δίκασε εκ νέου την αγωγή και δέχθηκε αυτή κατά το κεφάλαιο καταβολής μισθών υπερημερίας του από 4.3.2010 μέχρι 10.5.2013 χρονικού διαστήματος για ποσό 49.109,95 ευρώ,νομιμοτόκως .

3. Με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι είχε προβάλει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στο ακροατήριο, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις της, ισχυρισμό καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας να αξιώσει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το λόγο ότι η τελευταία μπορούσε ευχερώς να είχε ανεύρει κατά το από 4.3.2010 μέχρι 10.5.2013 άλλη ,όμοια θέση εργασίας με αυτή που την συνέδεε με την ίδια (εναγομένη) ,πράγμα που παρέλειψε να πράξει από κακοβουλία και οκνηρία,ώστε να συνεχίσει να διεκδικεί μισθούς υπερημερίας.

Ότι ειδικότερα αυτή επικαλέστηκε ότι για τον κλάδο εργασίας της ενάγουσας, η εξεύρεση ανάλογης εργασίας (βοηθός σερβιτόρου) ήταν ευχερής,λόγω της μεγάλης ζήτησης ξενοδοχοϋπαλλήλων κυρίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες από διάφορες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, της αύξησης της τουριστικής κίνησης που σημειώνεται τα τελευταία έτη και της εμπειρίας της ενάγουσας , που την καθιστά προτιμητέα από τις επιχειρήσεις οι οποίες αναζητούν εξειδικευμένο προσωπικό για την παροχή υψηλού επιπέδου υπηρεσιών, η δε παραμονή της επί τέσσερα και πλέον έτη χωρίς απασχόληση συνιστά ηθελημένη και κακόβουλη παράλειψη με μόνο σκοπό την εκ μέρους αυτής (εργοδότριας) καταβολή μισθών υπερημερίας, ενώ εκείνη ηθελημένα και από κακοβουλία βρίσκεται σε μόνιμη αργία.Ότι μετά το 2010 σημειώθηκε μεγάλη αύξηση των ξενοδοχειακών κλινών,(κατά την περίοδο 2009-2012 ο αριθμός των ξενοδοχειακών κλινών αυξήθηκε κατά περίπου 39.000), με αποτέλεσμα να υφίσταται μεγάλη ζήτηση από επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ίδιο τομέα με αυτήν(εναγομένη) για την πρόσληψη εξειδικευμένου και έμπειρου προσωπικού, όπως η αντίδικη που είναι πτυχιούχος από τον Οργανισμό Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΟΤΕΚ), παράγοντες που καθιστούν ευχερή την εξεύρεση εργασίας στον κλάδο αυτό.Υπό το εκτειθέμενο αυτό ιστορικό η ένσταση της εναγομένης-αναιρεσείουσας είναι πλήρως ορισμένη εφόσον διαλαμβάνονται τα αναγκαία κρίσιμα για τη θεμελίωση της πραγματικά περιστατικά κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στον αριθμό 1 της παρούσας, δηλαδή η εργασία που η ενάγουσα μπορούσε να εκτελέσει κατά το ενδιαφέρον εδώ χρονικό διάστημα της αποδέσμευσης της από την επιχείρηση της εναγομένης λόγω της υπερημερίας της τελευταίας να αποδέχεται την εργασία της, η ανάλογη ωφέλεια που αυτή θα αποκόμιζε από την όμοια - ανάλογη εργασία της ως βοηθού - σερβιτόρου σε αντίστοιχη ξενοδοχειακή επιχείρηση η δυνατότητα ανεύρεσης ανάλογης απασχόλησης λόγω των κατά τα ιστορούμενα συνθηκών στην αγορά εργασίας του κλάδου κατά το ένδικο χρονικό διάστημα και η από κακοβουλία παράλειψή της να ανεύρει άλλη εργασία.

Το δικαστήριο της ουσίας που απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως, ο πρώτος και ο τρίτος, κατ' ορθή νομική υπαγωγή από τον αρ.14 άρθρου 559ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμοι. 4.Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της λόγω της αναιρετικής εμβέλειας στο όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ( δεδομένου ότι η παραδοχή της αγωγής προϋποθέτει απόρριψη της ένστασης ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3).

Η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 381/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης..

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ