Supreme Court dismisses appeal on property boundary dispute, ruling lower court correctly assessed evidence and law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a first-instance judgment regarding a property boundary dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence regarding a drainage ditch, but the court found the first instance correctly evaluated all submitted proof. Consequently, the court held that the lower court's decision was legally sound and the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the court of first instance failed to consider relevant facts or considered irrelevant ones, and the lower court's assessment of evidence and application of law must be upheld if no legal error is found.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 694 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 694/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Π. Θ. Κ., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2.Θ. Π. Κ. και 3. Μ. Π. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Χριστίνα Τσέτσου, η οποία δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσείων απεβίωσε την 25-3-2016 και κληρονομήθηκε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, 2ο και 3η των αναιρεσειόντων, Θ. Π. Κ. και Μ. Π. Κ., που συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και παρίστανται ως άνω.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ι. Κ. Μ. κατοίκου ..., 2.Γ. Κ. Μ. κατοίκου ..., 3.Γ. Λ. Β., κατοίκου ..., 4.Π. συζ. Κ. Π., το γένος Λ. Β., κατοίκου ..., 5.Ι. Κ. Τ., κατοίκου ..., 6.Λ. Κ. Τ., κατοίκου ..., 7.Ι. Β. Μ. και 8. Ε. Β. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ζώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2006 αγωγή της Ε. (Ε.) συζ. Π. Κ., το γένος Ε. Ν. δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 242/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, και 317/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-1-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 30-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ’ αρθρ.559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (αρ.8). "Πράγματα" κατά την έννοια αυτήν είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Οι ισχυρισμοί αυτοί (ουσιώδεις αυτοτελείς) είναι αδιάφορο αν περιέχονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων αρκεί η έγκαιρη προβολή τους νομοτύπως και ωρισμένως από νομικής και ουσιαστικής απόψεως. Εξάλλου πρέπει να έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή αν αποδειχθούν αληθινοί, να έχουν ως συνέπεια την παραδοχή ή απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή (της) αιτήσεως (κύριας ή παρεμπίπτουσας) για παροχή έννομης προστασίας ή αναφερόμενης στην πορεία της διαδικασίας, τη διεξαγωγή αποδείξεως ή τα μέσα αυτής, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκου μέσου, το κύρος της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως κ.ο.κ.
Αν ο ισχυρισμός είναι επουσιώδης είτε είχε ληφθεί υπόψιν παρά το νόμο, αν και δεν προτάθηκε, είτε δεν έχει ληφθεί υπόψιν, αν και προτάθηκε, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως. Επουσιώδης είναι ο ισχυρισμός εκείνος που δεν έχει καμία επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως. Επουσιώδεις ισχυρισμοί είναι και οι μη νόμιμοι και ιδίως εκείνοι που προβάλλονται απαραδέκτως, οι αόριστοι, οι αλυσιτελείς και οι ισχυρισμοί που προτείνονται "εκ περισσού".
Περαιτέρω κατ’ άρθρ. 559 αρ.11γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο....δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
ΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες (Θ. και Μ. Κ., οι οποίοι παρίσταται ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικώς πρώτου αναιρεσείοντος - πατέρα τους Π. Κ.), υποστηρίζουν, ότι το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων με την προσβαλλομένη απόφασή του, 317/2013, υπέπεσε στην κατ’ άρθρ.559 αρ.8β ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια ότι δεν έλαβε υπόψιν τον θεμελιωτικό (και κατ’ αυτούς αποδειχθέντα από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητος) ισχυρισμό, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα των 301,12 μ2 είναι τμήμα των 3000 μ2, που προήλθε από ολόκληρο το 19 ανταλλάξιμο κτήμα (2540 μ2) και μέρος (εμβαδού 460 μ2) του 20 ανταλλαξίμου τεμαχίου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι το προειπωθέν περιεχόμενό του δεν εντάσσεται στο πεδίο της εννοιολογικής προβλέψεως του όρου "πράγματα", σύμφωνως προς την προηγηθείσα ενδελεχή ανάπτυξη, μη υπαγόμενο στην ρύθμιση της εν λόγω διατάξεως, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη συνεπώς και την διεξαχθείσα από το δικαστήριο αυτοψία, που αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, κατ’ άρθρο 339 ΚΠολΔ, η οποία ενσωματώνεται στην έκθεση που συντάσσεται γι’ αυτή, και περιέχει τις ενέργειες του δικαστή ή του δικαστηρίου που διεξήγαγε την αυτοψία και τις διαπιστώσεις αυτού.
Και ναι μεν δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη του προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ ΑΠ 111/1981 και 848/1981), αρκεί, όμως, να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.11γ’ του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ ΑΠ 42/2002).
Όμως, δεν απαιτείται να μνημονεύεται, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, η αυτοψία που έχει διενεργηθεί στα πλαίσια συντηρητικής αποδείξεως ή σε άλλη δίκη, διαφορετική από εκείνη που αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι με την πληττομένη απόφασή του δεν καθίσταται, απολύτως βέβαιον ότι πράγματι έλαβε υπόψιν την 366/2006 έκθεση αυτοψίας της Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων, που είχε νομίμως γίνει επίκληση και προσκομιδή ενώπιόν του (δευτεροβαθμίου δικαστηρίου) κι έτσι υπέπεσε στο κατ’ αρθρ. 559 αρ.11γ ΚΠολΔ σφάλμα.
IV. Τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα της εν θέματι εφετειακής αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: "Από την αποδεικτική διαδικασία και, ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων Θ. Π. Κ. των εκκαλούντων και Χ. συζ. Κ. Τ. των εφεσιβλήτων, που εξετάστηκαν ενόρκως, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση της παραπάνω αγωγής και περιέχονται στα 155/2008 πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού, από την από μηνός Δεκεμβρίου 2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Δ.
Σ., που διατάχτηκε με την 155/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η οποία έχει κατατεθεί, με το τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει, στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού (...-2010 έκθεση) και η οποία εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 387 ΚΠολΔ), από τις από 20-2-2011 και 15-3-2011 εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων Ε. Τ.
των εκκαλούντων και Γ. Κ. των εφεσιβλήτων, αντίστοιχα, που συντάχτηκαν με επιμέλεια των διαδίκων, οι οποίοι τις προσκομίζουν και τις επικαλούνται και οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρα 390, 391, 392 ΚΠολΔ, ΑΠ 34/12 ΝοΒ 60-1473) και από τα έγγραφα και τις φωτογραφίες, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχτηκε, ότι η επίδικη έκταση των 301,12 τετ.
μέτρων στην περιοχή "..." των Ιωαννίνων, περιλαμβανόταν και αποτελούσε επί μέρους τμήμα του αγροτεμαχίου με αριθμό 11 των εφεσιβλήτων, εμβαδού 4.277,21 τετ. μέτρων και όχι του όμορου, δυτικά αυτού, αγροτεμαχίου με ... των εκκαλούντων, εμβαδού 2.690,46 τετ. μέτρων και ότι η αρχική διάδικος Ε. σύζ. Π. Κ., στη θέση της οποίας, μετά το θάνατο της το έτος 2011, υπεισήλθαν οι εκκαλούντες, ουδέποτε από το έτος 1943, που απέκτησε με την .../24-6-1942 δημόσια διαθήκη του τότε συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ν.
Ε., που δημοσιεύτηκε με τα 27/27-4-1943 πρακτικά του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το ανωτέρω …αγροτεμάχιο, άσκησε, μέχρι το θάνατό της, οποιαδήποτε πράξη νομής και κατοχής στην επίδικη έκταση με τη θέλησή της να είναι κυρία αυτής και, συνεπώς, δεν απέκτησε την κυριότητά της με έκτακτη χρησικτησία, αλλά ούτε και με κληρονομική διαδοχή, αφού αυτή δεν περιλαμβανόταν στο ακίνητο που της μεταβιβάστηκε με την παραπάνω διαθήκη.
Αντίθετα, την έκταση αυτή είχαν στη νομή και κατοχή τους, ως επί μέρους τμήμα του ανωτέρω 11 αγροτεμαχίου, οι εφεσίβλητοι συνεχώς από το έτος 1978, πριν από αυτούς η δικαιοπάροχος τους Ε. χα Ι. Μ. από το έτος 1973 τουλάχιστον μέχρι το θάνατό της το 1978 και πριν απ’ αυτή οι δικοί της δικαιοπάροχοι Γ. Κ., Β. Κ. και Μ.
Κ. από το έτος 1950 τουλάχιστον, ασκώντας, όλοι τους, στο παραπάνω ο καθένας τους χρονικό διάστημα, όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό της πράξεις νομής και κατοχής που ασκούσαν και στην υπόλοιπη έκταση του 11 αγροτεμαχίου, με τη θέληση τους να είναι κύριοι αυτής, όπως και ολόκληρου του 11 αγροτεμαχίου και, συγκεκριμένα εκμίσθωναν τούτο και, συνεπώς και την επίδικη έκταση, για βοσκότοπο κυρίως, σε διαφόρους τρίτους.
Συνεπώς, οι εφεσίβλητοι, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής τους, διάνοια κυρίου, νομής και το χρόνο της όμοιας νομής των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους, κατέστησαν κύριοι του επιδίκου (και) με έκτακτη χρησικτησία. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ’ όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, η κρίση για το ότι το επίδικο δεν αποτελούσε τμήμα του ακινήτου που περιλαμβάνεται στον ανωτέρω τίτλο της δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων, όπως και για την, κατά τα παραπάνω, διάνοια κυρίου νομή τούτου, όχι από την αρχική διάδικο Ε. Κ., αλλά από τους εφεσιβλήτους και τους ανωτέρω δικαιοπαρόχους τους, στηρίζεται στην κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος των εφεσιβλήτων, η οποία κρίνεται πειστικότερη από τη διαμετρικά αντίθετη, ως προς τα σημεία αυτά, κατάθεση του μάρτυρα των εκκαλούντων, καθόσον, αντίθετα προς την τελευταία αυτή κατάθεση, ενισχύεται, πλην άλλων:
α) από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την οποία και με βάση τα στοιχεία και τις μετρήσεις που αναφέρονται σ’ αυτή, το επίδικο περιλαμβάνεται και αποτελεί τμήμα του ανωτέρω ακινήτου των εφεσιβλήτων. β) Από τα στοιχεία κτηματογράφησης σχετικά με την ένταξη της περιοχής του επιδίκου στο σχέδιο πόλης, σύμφωνα με τα οποία το επίδικο περιλαμβάνεται στο παραπάνω ακίνητο των εφεσιβλήτων.
Και γ) από την ανωτέρω .../1942 δημόσια διαθήκη, η οποία αποτελεί τον τίτλο κυριότητας της δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων στο ανωτέρω … αγροτεμάχιο, καθόσον στη διαθήκη αυτή αναφέρεται ως όριο του ακινήτου που καταλείπεται στην αρχική διάδικο Ε. Κ., πλην άλλων και αγρός ιδιοκτησίας Δ. Κ., ήτοι το ακίνητο των εφεσιβλήτων, αφού ο εν λόγω Δ.
Κ. ήταν, όπως προκύπτει από τα οικεία συμβολαιογραφικά έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εφεσίβλητοι, δικαιοπάροχος των ανωτέρω απωτέρων δικαιοπαρόχων τούτων αδελφών Κ., ενώ, αν ήταν αληθινοί οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων και με την έφεση τους, ότι μεταξύ του ακινήτου τους και του προς ανατολάς αυτού ακινήτου των εφεσιβλήτων, υφίσταται ως όριό τους "ανέκαθεν ή αλλιώς από το έτος 1942 ένας αποστραγγιστικός αύλακας", τότε στην ανωτέρω διαθήκη θα αναγραφόταν ως όριο του ακινήτου που καταλείπεται μ’ αυτή στην Ε.
Κ., όχι αγρός Δ. Κ., όπως αναγράφεται, αλλά αποστραγγιστικός αύλακας, αφού αυτός υφίσταται ως όριο των δυο ακινήτων "ανέκαθεν ή αλλιώς από το 1942". Για όλους τους παραπάνω λόγους η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από το από 6-7-1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολ. μηχανικού Β. Κ., το οποίο, σύμφωνα με το περιεχόμενο του, φέρεται να έχει συνταχθεί με εντολή της ανωτέρω δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων Ε.
Μ. και κατά το οποίο η έκταση του ακινήτου των εφεσιβλήτων είναι 4.105,55 τετ. μέτρα, γεγονός από το οποίο συνάγουν οι εκκαλούντες, ότι η επιπλέον, μέχρι να συμπληρωθεί εκείνη που προαναφέρθηκε, έκταση του ακινήτου αυτού, είναι η επίδικη, που αφαιρέθηκε από το δικό τους ακίνητο. Άλλωστε και στο τοπογραφικό αυτό διάγραμμα δεν αναφέρεται ως όριο των ανωτέρω δυο ακίνητων ο αποστραγγιστικός αύλακας, τον οποίο επικαλούνται οι εκκαλούντες και στην ύπαρξη του οποίου στηρίζουν ουσιαστικά την επιχειρηματολογία τους.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και, στη συνέχεια, απέρριψε ως αβάσιμη την ανωτέρω αγωγή της δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων Ε. Κ., σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Γι’ αυτό, οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, όπως και το αίτημα των εκκαλούντων για τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης (άρθρα 388, 522, 524 παρ. 1, 527, 529, 532, 533 και 535 ΚΠολΔ), αφού το Δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή κρίση ως προς τα κρίσιμα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν". Τέλος, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων αναιρέσεων, επιτρεπτή επισκόπηση της υπ’ αριθ. 366/2006 εκθέσεως αυτοψίας, συνάγεται ότι πρόκειται για αυτοψία, η οποία διατάχθηκε στα πλαίσια συντηρητικής αποδείξεως με την 311/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η έκθεση αυτή θεωρείται έγγραφο και δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο.
V. Η προρρηθείσα επισκόπηση θέτει εκποδών τον λόγο αυτόν αναιρέσεως ως αβάσιμο. Το Εφετείο μορφοποίησε την άνω εκπεφρασμένη με ασφαλή δικανικότητα κρίση του, η οποία εδράζεται σε όλα τα υπό των διαδίκων επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, όπως προαναφέρεται, παρά τις περί του αντιθέτου, αβάσιμες όμως, αιτιάσεις των αναιρεσειόντων. Η διαφοροποίηση της κρίσεως του Εφετείου από το επιδιωκόμενο έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων δεν ισοδυναμεί με μη λήψη υπόψιν ή με αβεβαιότητα λήψεως υπόψιν του συγκεκριμένου (προειπωθέντος) αποδεικτικού μέσου, αν και το αντίστοιχο υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, αλλά αβασίμως, όπως προεκτίθεται.
VI. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να επιβληθεί στους ηττωμένους αναιρεσείοντες η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (αρθρ.176, 183, 191 παρ.2, 495 παρ.4, ως ίσχυε προ της τροποποιήσεως, ΚΠολΔ) συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-1-2014 αίτηση των Θ. Κ. και Μ. Κ., (παραστάντων ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς πρώτου αναιρεσείοντος Π. Κ. - πατέρα τους), περί αναιρέσεως της 317/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ