Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to improper addition of legal grounds to the lawsuit's basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the wives against the second-instance court's decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court failed to adjudicate their claim for ordinary usufruct, but the court found this argument inadmissible because it introduced a new legal ground not originally proposed in the initial lawsuit. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellants were ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 526 KPolD; Art. 559 KPolD: An appeal is inadmissible if it attempts to alter the basis, subject matter, or claim of the original lawsuit, even with the opponent's consent, as such modifications violate the principle of legal certainty.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 694 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 694/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Φ. συζύγου Ν. Μ., 2)Ε. Ν. Μ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν. Των αναιρεσίβλητων: 1)Ι. χήρας Α. Ξ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων Μ. και Ι.-Γ., η οποία δεν παραστάθηκε, 2)Α. συζύγου Σ. Π., κατοίκου ... και 3)Ε. χήρας Δ. Ξ., κατοίκου ... ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου Ι., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σωτήριο Παγώνα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2009 του ιδίου Δικαστηρίου, 505/2014 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 29-12-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 5-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Αρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, είναι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 4-11-2015, μετά δε από αναβολή για τη δικάσιμο της 13-1-2016 και στη συνέχεια της 15-5-2016, κατά την οποία παρέστησαν οι αναιρεσείουσες δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ενώ όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 5702 Β'Β/18-3-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Βόλου Α.
Ρ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού της ανωτέρω δικασίμου προς συζήτησή της και κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη Ι. χήρα Α. Ξ.. Ακολούθως, η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-10-2016).
Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην εν λόγω δικάσιμο, οι αναιρεσείουσες και η προαναφερόμενη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Κατόπιν τούτου το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτών, η κλήτευση των οποίων για τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 5-10-2016 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προαναφερόμενη νομική σκέψη.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπ` όψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω επιτρέπεται κατ' αρχήν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ., στην κατ` έφεση δίκη, να γίνει η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Το Εφετείο, όμως, έχει τη δυνατότητα να αποκρούσει το νέο αποδεικτικό μέσο, ως απαράδεκτο αν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του το αποδεικτικό μέσο δεν προσκομίστηκε στον πρώτο βαθμό από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια του διαδίκου που το προσκομίζει, ενώ δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται ειδική αιτιολογία, γιατί τούτο ελήφθη υπόψη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΟλΑΠ 8/2005), ενώ ως ιδιαίτερο μεταξύ άλλων αποδεικτικό μέσο πρέπει να μνημονεύεται η έκθεση ή το πρακτικό που περιέχει τις μαρτυρικές καταθέσεις.
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 α' και γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι αφενός το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε αποκλειστικώς τη δικανική του πεποίθηση σε ένα και μόνο αποδεικτικό μέσον, το οποίο προσήχθη με επίκληση απαραδέκτως από την αντίδικη πλευρά στον δεύτερο βαθμό και δη στην από 12-12-2013 έκθεση φωτοερμηνείας της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α.
Δ. και τις συνημμένες σ' αυτήν αεροφωτογραφίες και αφετέρου από το όλον περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το σύνολο των αιτιολογιών της δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον, αλλά αντιθέτως καταλείπονται αμφιβολίες (αν όχι βεβαιότητα) για το αν το Εφετείο, προκειμένου να δεχθεί κατ' ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων επί του επιδίκου έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και τα έγγραφα που αναλυτικά παρατίθενται στο αναιρετήριο (δικόγραφο αγωγής, πρωτόδικες προτάσεις, αντίγραφο εκκαλουμένης απόφασης, αντίγραφα κτηματολογικού φύλλου και αποσπάσματος, πιστοποιητικό Κτηματολογικού Γραφείου …, αντίγραφα πωλητηρίων συμβολαίων, τοπογραφικό διάγραμμα, αποδείξεις καταβολής χρηματικών ποσών, τραπεζική επιταγή, βεβαίωση Δήμου ..., διπλότυπο είσπραξης, δήλωση ακινήτου και ένσταση-προσφυγή στο Εθνικό Κτηματολόγιο, δήλωση ακίνητης περιουσίας (έντυπο Ε9) στην αρμόδια ΔΟΥ), καθόσον δεν γίνεται απολύτως καμία μνεία ή σχολιασμός στην προσβαλλόμενη απόφαση γι' αυτά.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι α) αντικειμενικώς ήταν αδύνατη πρωτοδίκως η προσκόμιση της προαναφερόμενης έκθεσης φωτοερμηνείας, εφόσον εκείνη μεν συντάχθηκε στις 12-12-2013, ενώ η συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε χώρα στις 5-2-2009, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση της σχετικής υπ' αριθ. 139/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και β) από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ' αυτήν βεβαίωση ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιέχονται στα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφ' ων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 159/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Bόλου επί της προγενέστερης με την αυτή ιστορική και νομική αιτία ασκηθείσας αγωγής των εναγόντων, που παρέπεμψε αυτή προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από τον κατά νόμον ορισθέντα Κτηματολογικό Δικαστή, καθώς και στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφ' ων εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, την υπ' αριθ. 60/18.01.2008 ένορκη βεβαίωση Γ.
Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου … Β. Α., που δόθηκε μετά νομότυπη κλήτευση των εναγομένων - εκκαλουσών και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι εξομοιούμενες με ιδιωτικά έγγραφα ως προς την αποδεικτική τους δύναμη μη αμφισβητούμενες φωτογραφίες, καθώς και τα προσκομιζόμενα από τις εκκαλούσες το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη έγγραφα, χρήσιμα είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και όλα τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, όχι δε μόνο την από 12-12-2013 έκθεση φωτοερμηνείας της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α.
Δ., όπως αβασίμως διατείνονται οι αναιρεσείουσες.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε είναι ιδίως η της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003).
Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΑΠ 1586/2008). Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του ίδιου, ως άνω, άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 526 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ακόμη ο αντίδικος συναινεί, το δε απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Η μεταβολή αυτή μπορεί να επιχειρηθεί είτε με το δικόγραφο της έφεσης, είτε με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις (ΟλΑΠ 2/1994).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το εφετείο, αν και ενώπιόν του με τις κατατεθείσες προτάσεις των αναιρεσειουσών-εναγουσών προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι τελευταίες κατέστησαν συγκύριες του επιδίκου ακινήτου και με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, τούτο (δικαστήριο) άφησε αδίκαστο το αίτημά τους. Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, ελέγχεται προεχόντως απαράδεκτος, δοθέντος ότι ο προβληθείς ισχυρισμός δεν αποτελεί, κατά την προαναφερθείσα έννοια, αίτηση. Αλλά και υπό την εκδοχή ότι η εφετειακή απόφαση πλήττεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση του εισαγωγικού δικογράφου της από 10-4-2008 σχετικής αγωγής των αναιρεσειουσών, ως τρόπος κτήσης της επί του επιδίκου ακινήτου κυριότητας είχε προβληθεί μόνον η έκτακτη χρησικτησία, ανεπιτρέπτως δε, κατά τα προεκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το πρώτον με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επιχειρείται η προσθήκη στη βάση της αγωγής και άλλου πρωτότυπου τρόπου κτήσης της και δη εκείνου της τακτικής χρησικτησίας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-12-2014 αίτηση των Φ. συζ. Ν. Μ. και Ε. Μ. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 505/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ