Supreme Court allows appeal against labor contract termination, remanding case for retrial due to insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor contract termination. The appellant argued the employer's dismissal was invalid due to procedural defects in the resignation letter. The court found the lower court's reasoning insufficient to establish the legal consequences of the employer's actions. Consequently, the decision was annulled and the case remanded for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 KPolD; Art. 559 para. 19 KPolD: An appeal is admissible if a substantive law rule was violated, including through insufficient or contradictory reasoning in the judgment that fails to logically connect the facts to the legal conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 694 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 694/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αντωνίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Ι. του Κ., κατοίκου Αχαρνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Χρυσάνθης Υφαντή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 462/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-11-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 23-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της από 4-11-2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 124/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από τη διάταξη του άρθρου 1 εδ α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2005).
Κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.
δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999) Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 648, 656, 669 παρ. 2 Α.Κ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι (α) η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύνεται με καταγγελία της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό (β) για την εγκυρότητα της καταγγελίας από τον εργοδότη απαιτείται να γίνει αυτή εγγράφως και να καταβληθεί στον απολυόμενο πλήρης η προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή, με ποινή την ακυρότητα (άρθρο 174 ΑΚ), πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η απευθυντέα δήλωση βούλησης του εργοδότη, περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και να είναι σαφής περί λύσεως της συμβάσεως του εργαζομένου.
Η διάταξη καθιερώνει τον έγγραφο τύπο, ως συστατικό της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης από τον εργοδότη. Ο τύπος περιορίζεται στην έγγραφη διατύπωση, χωρίς τυποποιημένο περιεχόμενο, της σαφούς βούλησης του εργοδότη να επιφέρει τη λύση της εργασιακής σύμβασης, το σχετικό δε έγγραφο πρέπει να περιέλθει στον εργαζόμενο με οποιονδήποτε τρόπο, από τότε δε που θα περιέλθει σ` αυτόν επέρχονται και τα αποτελέσματα της καταγγελίας.
Αν δεν υπάρχει έγγραφο, η καταγγελία είναι άκυρη και δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα (ΑΚ 174, 180), ακόμη και αν καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης ορίζεται, κατ` αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α` του ίδιου νόμου 3198/1955, η ημέρα της λύσης της σύμβασης, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη και η σύμβαση εργασίας δεν λύνεται, αλλά παραμένει ενεργός (ΑΠ 368/2013, 65/2012, 624/2008) (γ) ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως ως άνω την αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού που απολύθηκε και υποχρεούται να καταβάλλει μισθούς υπερημερίας, μέχρις ότου καταγγείλει εγκύρως την σύμβαση (ΑΠ 698/2010, 924/2010, 184/2002, 471/2000), ή επαναπροσλάβει (ορθότερα, επαναπασχολήσει) τον ακύρως απολυθέντα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, με την 124/2014 αποφασή του δέχθηκε ότι "Δυνάμει της από 1/9/2003 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η εναγόμενη προσέλαβε τον ενάγοντα για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως τεχνικός επιτραπέζιων παιγνίων στο Καζίνο Πάρνηθας, του οποίου έχει την εκμετάλλευση, αντί μηνιαίων μικτών αποδοχών 640,58 €.
Ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην ως άνω επιχείρηση της εναγομένης μέχρι στις 5/5/2009, οπότε η τελευταία κατήγγειλε, εγγράφως, την εργασιακή του σύμβαση. Ο ενάγων αρνήθηκε να παραλάβει, κατά την ως άνω ημεροχρονολογία, το έγγραφο της καταγγελίας και να αποδεχθεί την προσφερθείσα σ' αυτόν αποζημίωση απόλυσης ποσού 6.553 € και για τον λόγο αυτόν, η εναγόμενη προέβη στην κατάθεση της εν λόγω αποζημίωσης στο Τ.Π&Δ στις 22/6/2009 συσταθέντος του υπ' αριθ. 610654/22.6.2009 γραμματίου, ήτοι μετά από 48 ημέρες από την ως άνω καταγγελία.
Επίσης με την από 22/6/2009 εξώδικη δήλωση προσφορά - επίδοση, η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 29/6/2009, ήτοι 55 ημέρες μετά από την ως άνω καταγγελία, στην κατοικία του στο … [οδός ...], με θυροκόλληση, λόγω απουσίας του ίδιου ή άλλων συνοίκων του, υπογεγραμμένη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, η εναγόμενη γνωστοποιούσε στον ενάγοντα ότι λόγω άρνησης του να παραλάβει το έγγραφο της καταγγελίας και την προσφερθείσα αποζημίωση απόλυσης, προέβη στην κατάθεση αυτής στο Τ Π & Δ, επισυνάπτοντας σ' αυτήν [εξώδικη δήλωση] το γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης και το από 5/5/2006 έγγραφο της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης.
Στην ίδια ως άνω εξώδικη δήλωση, η εναγόμενη αναφέρει ότι η επίδοση της εν λόγω δήλωσης, με δικαστικό επιμελητή ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, λόγω αδυναμίας ανεύρεσης του ενάγοντος στην δηλωθείσα σ' αυτήν διεύθυνση κατοικίας του. Από τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα και ειδικότερα από την από 1/9/2003 έγγραφη σύμβαση εργασίας προκύπτει ότι αναφέρεται, πράγματι, σ' αυτήν ως διεύθυνση κατοικίας του ενάγοντος η οδός ... (...).
Πλην, όμως, από την ως άνω διεύθυνση είχε μετακομίσει σε νέα διεύθυνση στο ... επί της οδού ..., γεγονός, που είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη εργοδότριά του, όπως προκύπτει από το από 5/5/2009 έγγραφο της καταγγελίας, στην οποία ως διεύθυνση του ενάγοντος αναφέρεται η οδός ... . Αλλά ακόμη και στην περίπτωση, που ο ενάγων δεν είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη την αλλαγή της διεύθυνσης κατοικίας του, γεγονός, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, αναληθές, η τελευταία, εγκύρως, θα ηδύνατο να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή το έγγραφο της καταγγελίας στην δηλωθείσα, αρχικώς, διεύθυνση του ενάγοντος, με θυροκόλληση, πράγμα, που δεν έπραξε.
Ενόψει των ανωτέρω εφόσον η παρακατάθεση της αποζημίωσης απόλυσης και η κοινοποίηση της έγγραφης καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος δεν έγινε εντός του απαιτουμένου κατά συναλλακτική πείρα για την συντέλεση των διατυπώσεων παρακατάθεσης και επίδοση της έγγραφης καταγγελίας, ευλόγου χρόνου από την επίμαχη καταγγελία στις 5/5/2009, αλλά μετά από σαράντα οκτώ [48] και πενήντα πέντε [55] ημέρες, αντίστοιχα, ο οποίος [χρόνος] δεν θεωρείται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ως εύλογος σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην µείζονα σκέψη αυτής της απόφασης και συνεπώς, η από 5/5/2009 καταγγελία της εργασιακής σχέσεως του ενάγοντος είναι άκυρη, αφού υπό τις προεκτεθείσες ως άνω συνθήκες, η κατά τα άνω καθυστέρηση της κατάθεσης της αποζηµίωσης απόλυσης και της επίδοσης στον ενάγοντα του εγγράφου της καταγγελίας, επέφερε την διάσπαση της ενότητας ενέργειας αυτής και δεν µπορεί να θεωρηθεί ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως του ενάγοντος ανέπτυξε τα έννοµα αποτελέσµατα της ήτοι την λύση της επίµαχης εργασιακής σχέσεως από 29/6/2009, οπότε πληρώθηκαν οι νόµιµες προϋποθέσεις [προσφορά του γραµµατίου συστάσεως παρακαταθήκης και συγκοινοποίηση του εγγράφου της καταγγελίας] όπως αβασίµως ισχυρίζεται η εναγόµενη, αφού, όπως προεκτέθηκε, διασπάστηκε η ενότητα ενέργειας της από 5/5/2009 καταγγελίας.
Συνεπώς, η εναγοµένη περιήλθε σε υπερηµερία δανειστή, υποχρεούµενη σε καταβολή µισθών υπερηµερίας, [συνολικού ποσού 20.532,266 ως προς το οποίο κεφάλαιο δεν προσβάλλεται η εκκαλουµένη απόφαση], για την άρση της οποίας έπρεπε να προβεί σε νέα έγκυρη καταγγελία της εργασιακής σύµβασης του ενάγοντος, κατά τα προεκτεθέντα στην µείζονα σκέψη αυτής της απόφασης".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 5 παρ. 3 ν. 3198/55 και στέρησε την απόφαση του από νόµιµη βάση, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόµενη απόφαση, µε ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες και µε παραδοχές οι οποίες δεν στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισµά του και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασης, ως προς την ορθή εφαρµογή της παραπάνω διάταξης σχετικά με τον παραδεκτά προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμό, τον οποίο και επανέφερε με τον δεύτερο λόγο της εφέσεως της η εναγομένη, ότι την 29.6.2009 κοινοποίησε έγγραφο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, όπως απαιτείται από το άρθρ. 5 παρ. 3 ν. 3198/55 και ταυτόχρονα προέβη σε νόμιμη καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης συγκοινοποιώντας το σχετικό γραμμάτιο του ΤΠΚΔ, οπότε από την τελευταία αυτή ημερομηνία επήλθε η λύση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντα και συνεπώς έκτοτε δεν οφείλονται μισθοί υπερημερίας.
Ειδικότερα, ενώ η προσβαλλομένη δέχεται ότι η από 5-5-2009 καταγγελία ήταν άκυρη, με τις νόμιμες συνέπειες, μεταξύ των οποίων και η έκτοτε υπερημερία του εργοδότη, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος για το κύρος της τύπος, δεν δέχεται, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη και όπως ο ίδιος ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του, ότι την 29.6.2009 που επέδωσε σ' αυτόν η εναγομένη το έγγραφο της από 5-5-2009 καταγγελίας, στην οποία επισυνάφθηκε και το σχετικό γραμμάτιο του ΤΠΔ, που προαναφέρθηκε ποσού 6.553 Ευρώ, καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του ενάγοντα, έπαυσε η υπερημερία της και δεν υποχρεούται να καταβάλει μισθούς υπερημερίας, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς εφόσον επιδόθηκε έγγραφο για καταγγελία της σύμβασης εργασίας και καταβλήθηκε με νόμιμο τρόπο η οφειλόμενη αποζημίωση, το ύψος της οποίας δεν αμφισβητήθηκε λύθηκε από 29.6.2009 η σύμβαση εργασίας του, αφού, η σαφής δήλωση του εργοδότη για λύση της σύμβασης εργασίας περιλαμβάνεται στο έγγραφο που κοινοποιήθηκε στον εργαζόμενο, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι φέρει ημερομηνία από 5-5-2009.
Η από 5.5.2009 δήλωση, λόγω μη περιελεύσεώς της στον ενάγοντα δεν είχε επιφέρει νόμιμα αποτελέσματα, αντιθέτως η από 29.6.2009 επίδοσή εγγράφου για λύση της σύμβασης εργασίας, με την ταυτόχρονη προσήκουσα προσφορά και νόμιμη καταβολή δια παρακαταθέσεως και αυτής στο ΤΠΚΔ και δια κοινοποιήσεως του σχετικού γραμματίου της νόμιμης αποζημίωσης, επιφέρει αποτελέσματα από αυτήν (επίδοση) και παύει έκτοτε η υπερημερία εργοδότη διότι αποτελούσε σαφή και κατηγορηματική απευθυντέα στον ενάγοντα δήλωση της βουλήσεώς της εναγομένης για λύση της συμβάσεως εργασίας του, χωρίς να ασκεί επιρροή η μη σύνταξη νέου εγγράφου με νεότερη ημερομηνία, αφού τούτο (η μη σύνταξη νέας έγγραφης καταγγελίας) δεν σημαίνει ανυπαρξία βουλήσεώς του για λύση της συμβάσεως εργασίας.
Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος κατά τούτο μέλος του Δικαστηρίου Νικολάου Λεοντή, Αντιπροέδρου η προσήκουσα προσφορά της οφειλόμενης αποζημιώσεως ή άρνηση του απολυμένου μισθωτού αποδοχής της και ετεύθεν υπερημερία του τελευταίου ως δανειστή (ΑΚ 349) δεν υποχρεώνει τον εργοδότη σε δημόσια κατάθεσή τους, εφόσον τούτο κατά το άρθρο 427 ΑΚ αποτελεί δικαίωμα του οφειλέτη (Αντίθετη κρατούσα στην ορολογία άποψη ενδεικτικά ΑΠ 1338/2014, 1123/2013).
Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Ακόμη, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος του αναιρεσίβλητου του (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 124/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ