Legislator Case Law & Legislation
694/2014 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on fixed-term contract validity but dismisses statute of limitations claim against public entity.

Case Number 694/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, overturning the finding on the employment contract's duration while upholding the statute of limitations ruling. The appellant argued for an indefinite contract, whereas the lower court correctly applied the two-year limitation period for claims against public entities regarding unpaid wages and holiday allowances from 2001 to 2003. Consequently, the appeal was granted in part to re-examine the contract type, but the dismissal of the time-barred claims stood, resulting in a remand for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Article 48(3) of Law 496/1974: A fixed-term employment contract is valid only when the duration is explicitly agreed or implied by the nature of the work, and claims against public entities for delayed wages are subject to a two-year limitation period that does not violate constitutional equality or international human rights obligations.

Keywords

AI generated
fixed-term employment contract statute of limitations public entity liability appeal against judgment remand for retrial wage arrears claims Civil Code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 48(3) of Law 496/1974
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 178, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 694 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 694/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στρατή Μαυραγάνη

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Σύνδεσμος ΟΤΑ Νομού Θεσσαλονίκης" (πρώην Σύνδεσμος ΟΤΑ Μείζονος Θεσσαλονίκης), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Οικονόμου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21809/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 607/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-7-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 11-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 προκύπτει, ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της συμβάσεως και καταβολή αποζημίωσης. Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας, σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, άσχετα από το αποτέλεσμα που επέρχεται κατά τον χρόνο αυτό, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποσκοπούν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.

Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή έργου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό, που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, η κρίση του δε αυτή στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας).

Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αφενός με το ΠΔ 81/2003, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 2-4-2003 και αφετέρου με το ΠΔ 164/2004, το οποίο εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 19-7-2004.

Ανεξάρτητα από την παραπάνω Οδηγία, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος ), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστο (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα, ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος 1) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, 2) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού το έτος 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και 3) των άρθρων 5 και 11 του άνω ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι αυτές (συμβάσεις εργασίας) είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν τη έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο χαρακτήρα διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 30-5-2006 αγωγή του κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Σύνδεσμος Ο.Τ.Α. Μείζονος Θεσσαλονίκης", ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίσθηκε ότι είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος, τακτικό μέλος του συνδικαλιστικού σωματείου, με την επωνυμία "Ένωση Συντακτών Περιοδικού και Ηλεκτρονικού Τύπου".

Ότι την 1-6-1995, έχοντας ήδη προϋπηρεσία ως δημοσιογράφος 2 ετών και 4 μηνών, προσλήφθηκε από το εναγόμενο, με έγγραφη σύμβαση μισθώσεως έργου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως δημοσιογράφος, υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας του εναγομένου, έκτοτε δε, με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις μισθώσεως έργου (16 τον αριθμό), εγγράφως καταρτισθείσες μεταξύ αυτού και του εναγομένου, που καλύπτουν ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1-6-1995 έως 28-2-2006, προσέφερε συνεχώς και αδιαλείπτως τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του στο εναγόμενο, καλύπτοντας, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ο δε χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών από το εναγόμενο ως συμβάσεων μισθώσεως έργου, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ήταν καταχρηστικός και δεν δικαιολογείται από την φύση των υπηρεσιών του.

Και ότι, κατόπιν σχετικής αιτήσεώς του, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 735/22-7-2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., κατατάχθηκε από 1-3-2006, με την υπ' αριθμ. 918/2006 διαπιστωτική πράξη του εναγομένου, σε οργανική θέση ως δημοσιογράφος του Γραφείου Τύπου αυτού, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλην όμως το εναγόμενο δεν αναγνώρισε ως προϋπηρεσία του και το από 1-6-1995 έως 28-2-2006 χρονικό διάστημα, που εργαζόταν σ' αυτό, και αρνήθηκε να του καταβάλει αναδρομικά τις διαφορές αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα πολυετίας και θέσης.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητούσε, με την ένδικη αγωγή του, να αναγνωρισθεί ότι από 1-6-1995 συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, για διαφορές μισθών και επιδομάτων εορτών και αδείας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-4-2006, το ποσό των 64.072,52 ευρώ συνολικά, επικουρικά δε, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η μεταξύ αυτού και του εναγομένου σύμβαση εργασίας ήταν άκυρη, ζητούσε να του καταβληθεί το παραπάνω ποσό κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 21809/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση ότι τους διαδίκους συνέδεε από 1-6-1995 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δέχθηκε την προβληθείσα από το ενάγομενο ένσταση παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των ετών 2001, 2002 και 2003 και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 4.524,80 ευρώ.

Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της παραπάνω πρωτόδικης αποφάσεως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και σύμφωνα με τις αναπτυσσόμενες σ' αυτήν σκέψεις, έκρινε ότι "οι διαδοχικές συμβάσεις έργου, που συνήφθησαν μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και καταρτίσθηκαν υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 απαγορεύεται να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και όχι πρόσκαιρες και απρόβλεπτες, αφού, ενόψει του προαναφερθέντος νομικού πλαισίου, η μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε αορίστου χρόνου θα προσέκρουε στη διάταξη του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, ο οποίος εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση και, περαιτέρω, στις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με την τελευταία των οποίων ρητά απαγορεύεται, όπως προεκτέθηκε, η μετατροπή τέτοιων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου.

Κατά συνέπεια και υπό την εκδοχή ότι ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, ακριβώς διότι η μετατροπή των συμβάσεων έργου, που συνήψε με το εναγόμενο, σε σύμβαση αορίστου χρόνου θα προσέκρουε στις προπαρετεθείσες διατάξεις".

Και καταλήγει το Εφετείο, ότι η ένδικη αγωγή, ως προς το αίτημα αυτής για αναγνώριση ότι οι επικαλούμενες διαδοχικές συμβάσεις μισθώσεως έργου αποτελούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, είναι μη νόμιμη. Έτσι επικύρωσε, με απόρριψη του σχετικού λόγου της εφέσεως του ενάγοντος, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.

Έχοντας, όμως, το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, ως προς το αίτημα αυτής περί αναγνωρίσεως ότι ο ενάγων συνδεόταν με το εναγόμενο από 1-6-1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, που ήταν, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος.

Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ενάγων - αναιρεσείων προσλήφθηκε, με σύμβαση έργου, από το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., για να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ' αυτό ως δημοσιογράφος, την 1-6-1995, δηλαδή πριν από την έναρξη της ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10-7-2001), των άρθρων 5 και 11 του ως άνω ΠΔ 164/2004 (19-7-2004) και των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (18-4-2001) και συνέχισε έκτοτε ο ενάγων να προσφέρει αδιαλείπτως τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του στο εναγόμενο, δυνάμει αλλεπάλληλων διαδοχικών συμβάσεων μισθώσεως έργου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού με τη μόνιμη εργασιακή απασχόλησή του.

Εφόσον, λοιπόν, ο ενάγων, σύμφωνα πάντοτε με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, προσλήφθηκε από το εναγόμενο πριν από την 18-4-2001 και με τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, καθ' όλο το επίδικο από 1-6-1995 έως 28-2-2006 χρονικό διάστημα, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις έργου μεταξύ αυτών (διαδίκων) θεωρούνται ως μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και των διατάξεων του ΠΔ 164/2004, οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, παρά το ότι η σχέση εργασίας του αναιρεσείοντος συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προδιαληφθείσα έναρξη της ισχύος των παραπάνω ρυθμίσεων, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η σχέση αυτή είχε ήδη προσλάβει τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.

Ο δε χαρακτηρισμός από το εναγόμενο των επίμαχων συμβάσεων ως συμβάσεων έργου, εξακολουθητικά, μη δικαιολογούμενος από τη φύση τους, έγινε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως, το Εφετείο που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμο το εν λόγω αίτημα της αγωγής, παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 21 του Ν. 2190/1994, 5 και 11 του ΠΔ 164/2004 και τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, τις οποίες δεν έπρεπε να εφαρμόσει, αλλά και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, 281, 648 επ., 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι παραπάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ο οποίος κατατείνει στο αυτό αποτέλεσμα. Με την παρ. 2 των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων υπ' αριθμ. 834/2/14-1-2005 (ΦΕΚ Β' 25/14-1-2005) και υπ' αριθμ. 25411/12-10-2006 (ΦΕΚ Β' 1513/13-10-2006) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου Δημοσιογράφων που υπηρετούν στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ" ορίζεται ότι: "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των ανωτέρω μισθωτών στους βασικούς μισθούς υπολογίζεται:

α) Η υπηρεσία ως δημοσιογράφων που προσφέρθηκε στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ. β) Η προϋπηρεσία ομοίως ως δημοσιογράφων σε οποιοδήποτε άλλο εργοδότη. Προσκομιζόμενες υπηρεσίες και προϋπηρεσίες ως ανωτέρω, πέραν από τη βεβαίωση των εργοδοτών, πρέπει να συνοδεύονται και με βεβαίωση οικείων ασφαλιστικών ταμείων, με την οποία θα αποδεικνύεται η ασφαλιστική κάλυψη αυτών".

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την προϋπηρεσία του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, ότι αυτός έως την 1-6-1995, που προσλήφθηκε από το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο, είχε προϋπηρεσία 2 ετών, 4 μηνών και 17 ημερών, ως δημοσιογράφος σε άλλους εργοδότες, η οποία και αναγνωρίσθηκε από το εναγόμενο ως προϋπηρεσία αυτού.

Ακόμη, είχε καταβάλει στο Ταμείο Ασφαλίσεως Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου τις ασφαλιστικές του εισφορές για την απασχόλησή του ως συντάκτης στην εφημερίδα "Η θητεία σήμερα", για το χρονικό διάστημα από 1-8-1998 έως 15-3-2002 (3 έτη, 7 μήνες και 15 ημέρες), το οποίο, επίσης, αναγνωρίσθηκε ως προϋπηρεσία του.

Προσέτι, βάσει της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004, αναγνωρίσθηκε ως προϋπηρεσία του ενάγοντος το χρονικό διάστημα των 24 μηνών, που προσέφερε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο, για το οποίο διάστημα κρίθηκε από το ΑΣΕΠ ότι απασχολείτο με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - αναγνωρίσθηκε νόμιμα ότι ο ενάγων έως την 1-3-2006, οπότε κατατάχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004, σε οργανική θέση ως δημοσιογράφος στο Γραφείο Τύπου του εναγομένου, είχε συνολική προϋπηρεσία 8 ετών και 2 ημερών, βάσει της οποίας και εντάχθηκε από την 1-3-2006 στην 4η μισθολογική κλίμακα (7ο και 8ο έτος).

Το υπόλοιπο χρονικό διάστημα - είπε το Εφετείο - που εργαζόταν ο ενάγων στο εναγόμενο δεν αναγνωρίσθηκε ως προϋπηρεσία του, διότι δεν προσκόμισε αυτός, όπως όφειλε, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 2 της ισχύουσας υπ' αριθμ. 25411/12-10-2006 ΚΥΑ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου δημοσιογράφων που υπηρετούν στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", βεβαίωση του ασφαλιστικού του ταμείου, με την οποία να αποδεικνύεται η ασφαλιστική του κάλυψη και για το διάστημα αυτό, για την οποία ήταν ο ίδιος υπεύθυνος, βάσει των συμβάσεων μισθώσεως έργου, που συνήψε με το εναγόμενο, σύμφωνα με τις οποίες ήταν υποχρεωμένος αυτός να καταβάλει τις ασφαλιστικές του εισφορές.

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο και δεν υπολόγισε τελικά στον προβλεπόμενο από τις ισχύουσες εκάστοτε οικείες Σ.Σ.Ε. βασικό μισθό του αναιρεσείοντος ολόκληρο τον χρόνο υπηρεσίας του στο αναιρεσίβλητο, δηλαδή από της προσλήψεώς του, την 1-6-1995, έως την κατάταξή του σε οργανική θέση αυτού, την 1-3-2006 (10 έτη και 9 μήνες), χρόνος, ο οποίος, σημειωτέον, έπρεπε να ληφθεί υπόψη και για την ένταξη του αναιρεσείοντος στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο κατά την κατάταξή του σε οργανική θέση (1-3-2006), εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 2 της υπ' αριθμ. 25411/2006 κανονιστικής ΚΥΑ, διότι η διάταξη αυτή αποσκοπεί να καθιερώσει ασφαλή τρόπο γνώσεως της προϋπηρεσίας από τον εργοδότη και δεν αποκλείει την απόδειξη της γνώσεως αυτής με άλλον ασφαλή τρόπο.

Εξάλλου, η εν λόγω διάταξη δεν έχει πεδίο εφαρμογής όταν η υπηρεσία (προϋπηρεσία) έχει διανυθεί, όχι σε άλλον (τρίτο) εργοδότη, αλλά στον ίδιο, οπότε δεν τίθεται θέμα γνώσεως αυτής από τον εργοδότη, όπως συμβαίνει και στην ένδικη υπόθεση, όπου το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. (εργοδότης) γνώριζε την υπηρεσία του αναιρεσείοντος ως δημοσιογράφου, από 1-6-1995 έως 28-2-2006, αφού καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα ο αναιρεσείων απασχολείτο (ως δημοσιογράφος) στο Γραφείο Τύπου του ίδιου του αναιρεσιβλήτου, ναι μεν με διαδοχικές συμβάσεις έργου, οι οποίες, όμως, όπως κρίθηκε, θεωρούνται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενόψει, μάλιστα, και του ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, στην περίπτωση των συνδεομένων με το Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου, των οποίων οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004, και οι οποίοι κατατάσσονται σε υφιστάμενες ή συνιστώμενες οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άνω Π.Δ. 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου αυτών (κατατασσομένων) λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Επομένως, μετά ταύτα, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 2 της υπ' αριθμ. 25411/12-10-2006 Κ.Υ.Α. και του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 3320/2005, είναι βάσιμος. Η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, γιατί έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ.

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων. Επίσης, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων, οι οποίες θα γεννηθούν μετά την ισχύ τους (Ολ.ΑΠ 2/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος για διαφορές αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2001, 2002 και 2003 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974, λόγω συμπληρώσεως διετίας από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν έως την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 9-6-2006.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974, την οποία ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λπ. δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε προσκρούει στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στις ρυθμίσεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.

Επομένως, ο τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν όσων έχουν προεκτεθεί και κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός από το μέρος της που αφορά την παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων (από διαφορές αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας) του αναιρεσείοντος για τα έτη 2001, 2002 και 2003.

Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο (Θεσσαλονίκης), το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013.

Το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. πρέπει να καταδικασθεί σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, λόγω της μερικής μόνο αποδοχής της αναιρέσεως (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 607/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης (εκτός από το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της).

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ