Supreme Court reverses lower court ruling on fixed-term contract renewal under Greek Labor Law transition rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece reversed the Athens Court of Appeal's dismissal of an appeal regarding labor contract duration. The appellants argued that successive fixed-term contracts totaling over 24 months before a new decree should be treated as indefinite-term contracts under transitional provisions. The Court found the lower court erred in applying these transitional rules and ordered the case remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Article 8A of Presidential Decree 81/2003; Article 11 of Presidential Decree 164/2004: Successive fixed-term employment contracts exceeding 24 months prior to a legislative change are deemed renewed as indefinite-term contracts if the employee continues working without employer objection.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 694 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 694/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ι. Μ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Ζ. Π. του Π., κατοίκου ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργετίνα Στεφανάτου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΤΕ ΑΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2479/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28-4-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 4-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει, ρητώς ή σιωπηρώς, ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
β) Η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν, ρητώς ή σιωπηρώς, έχει συμφωνηθεί η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Χαρακτηριστικό δε της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Εξάλλου, στο άρθρο 671 ΑΚ ορίζεται ότι "Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης". Και στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Οι ως άνω, όμως, διατάξεις (των άρθρων 671 ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ' Ν. 2112/1920) δεν εφαρμόζονται στη περίπτωση καταρτίσεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν οι συμβάσεις αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του αναμορφωμένου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ (ΓΚΠ - ΟΤΕ), που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε. - άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 1876/1990), ο ΟΤΕ δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης.
Η σύμβαση εργασίας αυτή απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και από την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο κάτω προϋποθέσεις, μετατροπή των κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ήδη ισχύοντος ΓΚΠ - ΟΤΕ συναπτόμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει, οι δε προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ' του Ν. 2112/1920 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωση αυτή, αφού δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο χαρακτηρισμό της συμβάσεως, ως ορισμένης διάρκειας, του υποχρεωτικά, βάσει νόμου, προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο μισθωτού, ακόμη και αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για εκτέλεση εργασίας, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με τις διατάξεις της οποίας τα κράτη - μέλη όφειλαν έως τις 10-7-2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους και ειδικότερα με τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέπεται: 1) Να προσδιορισθούν:
α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η μεγίστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων. 2) Να καθορισθεί, όταν χρειάζεται, υπό ποίες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου: α) θεωρούνται "διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Η παραπάνω Οδηγία, ως εκ της μορφής των αναφερθεισών διατάξεών της, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών, λόγω μη έγκαιρης μετεγγραφής της στην εθνική έννομη τάξη έως τις 10-7-2001 και σε κάθε περίπτωση έως τις 10-7-2002, ούτε επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, κατ' επιταγή αυτής (σχετ.
Ολ.ΑΠ 20/2007). Ακολούθως, στο Π.Δ. 81 της 27-3/2-4-2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου", που, κατά το άρθρο 1 αυτού, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου Π.Δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9 αυτού, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ:
Α) Στο άρθρο 2 παρ. 1 αυτού, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Π.Δ. 180/2004, ότι, με την επιφύλαξη των οριζομένων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού, με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ.
γ' του Π.Δ. 164/2004) ορίζεται, ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004) νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων, σε κάθε περίπτωση, από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003.
Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' αυτού, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003, αποτελεί και η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ ΑΕ).
Β) Στο άρθρο 5 αυτού (Π.Δ. 81/2003), όπως το άρθρο τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Π.Δ. 180/2004, ότι 1) Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για τη πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος, ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός... 5) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σε σχέσεις εργασίας, που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος (180/2004).
Γ) Στο άρθρο 8Α (Μεταβατικές Διατάξεις) αυτού (Π.Δ. 81/2003), που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, ότι 1) Στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, και οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004 ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας (όπως ήταν και η αναιρεσίβλητη), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ. 164/2004... 3) Διαδοχικές συμβάσεις, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών.
Σημειώνεται, ότι με το άρθρο 2 του Ν. 3302/2004 ορίζεται ότι: Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, επί των κρίσεων των διοικητικών συμβουλίων των κατά περίπτωση ανωνύμων εταιρειών, με τις οποίες κρίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της υπαγωγής τους στη διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή και η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004.
Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω Π.Δ. 180/2004 ορίστηκε, ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004). Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.
β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.
δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκτίθεται σ' αυτήν (αγωγή): Ότι οι ενάγουσες (τέταρτη Ι. Μ. και έκτη Ζ. Π.) και ήδη αναιρεσείουσες προσλήφθηκαν στις 22-7-2002 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία (ΟΤΕ Α.Ε.), κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 2 του ΓΚΠ - ΟΤΕ, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας οκτώ (8) μηνών, ήτοι από 22-7-2002 έως και 21-3-2003, οι οποίες (συμβάσεις) ανανεώθηκαν από την εναγομένη για άλλους οκτώ (8) μήνες, ήτοι από 22-3-2003 έως και 21-11-2003 και στη συνέχεια για έξι (6) ακόμη μήνες, ήτοι από 22-11-2003 έως και 21-5-2004.
Ότι, δυνάμει των παραπάνω διαδοχικών συμβάσεων, που συνήψαν με την εναγομένη, οι ενάγουσες απασχολήθηκαν, για συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι δύο (22) μηνών, η μεν πρώτη εξ αυτών Ι. Μ. στο Τηλεπικοινωνιακό Εμπορικό Κατάστημα Νίκαιας της εναγομένης, όπου εκτελούσε καθήκοντα υπαλλήλου, συνιστάμενα στην εν γένει εξυπηρέτηση των πελατών, με τη λήψη αιτήσεων παραπόνων αυτών, διακανονισμό οφειλών τους, έκδοση αναλυτικών λογαριασμών σταθερής και κινητής τηλεφωνίας κ.λπ., η δε δεύτερη Ζ.
Π. στο Τηλεπικοινωνιακό Εμπορικό Κατάστημα Αμπελοκήπων της εναγομένης, όπου ήταν υπεύθυνη για την είσπραξη λογαριασμών, το άνοιγμα και το κλείσιμο του ταμείου, την παράδοση των χρημάτων καθημερινά, καθώς επίσης και για την εν γένει εξυπηρέτηση των πελατών, ήτοι για τη διενέργεια νέων συνδέσεων, τη μεταφορά και μεταβίβαση τηλεφωνικών συνδέσεων, την πώληση τηλεφωνικών συσκευών κ.λπ.
Εκτίθεται ακόμη στην ένδικη αγωγή, ότι στις 11-6-2004 οι ενάγουσες συνήψαν σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας έξι (6) μηνών, ήτοι από 11-6-2004 έως και 12-12- 2004, με αντισυμβαλλόμενη την θυγατρική εταιρεία της εναγομένης, με την επωνυμία "ΤΕΜΑGΟΝ Α.Ε.", ενώ πραγματικός εργοδότης αυτών (εναγουσών) καθ' όλη την διάρκεια λειτουργίας και της συμβάσεως αυτής ήταν η εναγομένη, στην οποία και συνέχισαν οι ενάγουσες να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, εργαζόμενες, η πρώτη στο Τηλεπικοινωνιακό Εμπορικό Κατάστημα Νίκαιας και η δεύτερη στο Τηλεπικοινωνιακό Εμπορικό Κατάστημα Αμπελοκήπων, όπου ασκούσαν τα ίδια ως άνω καθήκοντα, έως τις 12-12-2004, οπότε η εναγομένη έπαυσε πλέον να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.
Και ότι η κατάρτιση και ανανέωση των συμβάσεων των εναγουσών για ορισμένο χρόνο έγινε κατά καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καθ' όλη την διάρκεια της απασχολήσεώς τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, με αποτέλεσμα οι ως άνω καταρτισθείσες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν οι ενάγουσες - αναιρεσείουσες, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με την εναγομένη - αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απολύσεώς τους και η υποχρέωση της εναγομένης, το μεν να τις επαναπροσλάβει και να τις απασχολεί στις άνω υπηρεσίες της, όπως και πριν από την απόλυσή τους, το δε να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για μισθούς υπερημερίας.
Επί της ένδικης αυτής αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 134/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω ασκήσεώς της μετά την παρέλευση της τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως άσκησαν οι αναιρεσείουσες έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2479/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτό έκρινε ότι, με το παραπάνω περιεχόμενο, η αγωγή δεν ήταν νόμιμη και τούτο διότι, όπως δέχθηκε, οι επίδικες συμβάσεις εργασίας των εναγουσών καταρτίσθηκαν υποχρεωτικά ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατ' επιταγή της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 2 του έχοντας ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του ΟΤΕ και ότι, επομένως, το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 ούτε και κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ έχει εφαρμογή, πριν από την ισχύ του Π.Δ. 81/2003 (2-4-2003), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 180/2004 (που άρχισε να ισχύει από 23-8-2004), με αποτέλεσμα οι επίδικες συμβάσεις να μη μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις αορίστου χρόνου ή να μετατραπούν σε τέτοιες συμβάσεις, έστω και αν οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, αλλά και υπό την ισχύ του άνω Π.Δ. 81/2003 οι επίδικες συμβάσεις δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το αναλογικά εφαρμοζόμενο άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 για την μετατροπή αυτών σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Έχοντας, όμως, το παραπάνω περιεχόμενο, η κρινόμενη αγωγή, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, είναι νόμιμη, διότι, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που τίθενται από το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004‚ το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως, κατά το άρθρο 8Α του Π.Δ. 81/2003 (που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004), και επί της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, προκειμένου οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των αναιρεσειουσών να μπορούν να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αφού στην αγωγή εκτίθεται ότι:
Οι συμβάσεις αυτές είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 180/2004, δηλαδή πριν από τις 23-8-2004 και ήταν ενεργές στις 23-8-2004 (που άρχισε να ισχύει το Π.Δ. 180/2004), καθόσον τότε (23-8-2004) οι αναιρεσείουσες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στα παραπάνω Τηλεπικοινωνιακά Εμπορικά Καταστήματα της αναιρεσίβλητης, δυνάμει της από 11-6-2004 συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας έξι (6) μηνών, που τυπικά μόνο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η καθεμία από αυτές (αναιρεσείουσες) είχε συνάψει με την θυγατρική εταιρεία της αναιρεσίβλητης "ΤΕΜΑGΟΝ Α.Ε.", ενώ πραγματικός εργοδότης τους ήταν η αναιρεσίβλητη, η οποία και ωφελείτο από την εργασία τους, δυνάμενη να προκαλέσει τη λύση των συμβάσεών τους, ασκώντας το διευθυντικό της δικαίωμα.
Η συνολική χρονική διάρκεια των διαδοχικών αυτών συμβάσεων, με τρεις μάλιστα ανανεώσεις της αρχικής συμβάσεως, υπερέβαινε τους 24 μήνες έως την έναρξη ισχύος του άνω Π.Δ. 180/2004 (23-8-2004). Ο παραπάνω συνολικός χρόνος υπηρεσίας διανύθηκε, κατά τα εκτιθέμενα πάντοτε στην αγωγή, στον ίδιο εργοδότη (αναιρεσίβλητη), με την ίδια ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της αναιρεσίβλητης, οι δε συμβάσεις που συνήψαν οι αναιρεσείουσες με την αναιρεσίβλητη δεν απείχαν μεταξύ τους ούτε μία ημέρα, ενώ η τελευταία σύμβαση που (τυπικά μόνο) συνήψαν με αντισυμβαλλόμενη την ως άνω θυγατρική εταιρεία της αναιρεσίβλητης απείχε από την προηγούμενη μόνον είκοσι (20) ημέρες.
Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι νόμιμη, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Π.Δ. 180/2004, και του αναλογικά εφαρμοζόμενου άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, γι' αυτό και είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ήδη ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2479/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ