Legislator Case Law & Legislation
694/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal; Lawyers' Chamber cannot sue directly for court costs but may claim indirectly.

Case Number 694/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision rejecting the lawyers' chamber's direct claim for court costs. The appellants argued they were entitled to direct action, but the court held that under Article 18(4) of Law 2882/2001, the Chamber can only claim costs indirectly through the debtor's deposit to the Fund. The court ruled that the Chamber lacks standing for a direct lawsuit, thereby upholding the lower court's rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 18(4) Law 2882/2001; Lawyers' Chamber cannot initiate direct action for court costs but may claim them indirectly via the debtor's deposit to the Fund.

Keywords

AI generated
lawyers' chamber standing court costs deposit indirect claim rights direct lawsuit limitation Law 2882/2001

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 18(4) of Law 2882/2001 (CAAA)
Art. 31 of Law 3130/2003
Art. 20 of the Constitution
Arts. 91, 100, 107, 110, 111 of the Lawyers' Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 694 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Στην περίπτωση παραλείψεως καταθέσεως από τον υπόχρεο προς αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, αυτός δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει ευθεία αγωγή προς τούτο, αφού τέτοιο δικαίωμα έχει ο Δικηγορικός Σύλλογος υπέρ του οποίου γίνεται και η κατάθεση. Έχει όμως δικαίωμα να εγείρει, πλαγιαστικά, τα δικαιώματα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Αριθμός 694 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Μ. και 2) Μιχαήλ Κ. του Α., κατοίκων .... Ο 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΑ ΟΣΕ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση του "Δικηγορικού Συλλόγου Καλαβρύτων". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5140/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-12-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 6-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο 1ος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 18§4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8§1 του ίδιου νόμου, ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημιώσεως, της, κατά το άρθρο 18§4, δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκε δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 9§§ 1,1 α και 6 του ν. 1093/1980 ορίσθηκε ότι η διάταξη της § 7 του άρθρου 161 του κυρωθέντος με το νδ 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις κατά την ειδική διαδικασία προσδιορισμού τιμής μονάδας και αναγνωρίσεως δικαιούχων.

Ειδικότερα, το άρθρο 161 του ως άνω Κώδικα ορίζει στις παραγράφους 1 έως 5 αυτού το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου κάθε μέρους για την σύνταξη των ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες, στην παράγραφο 6 ότι η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και στην προαναφερθείσα παράγραφο 7 αυτού ότι από την προκαταβαλλόμενη ως άνω αμοιβή μπορεί ο Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήσει ποσοστό αυτής, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από απόφαση του ΔΣ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου κλπ, καθώς και ότι με την αυτή ή άλλη υπουργική απόφαση καθορίζονται τα σχετικά με τη σύσταση ίδιου λογαριασμού για τη συγκέντρωση των παρακρατούμενων ποσοστών και τη διανομή αυτών στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει 1) ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση οφείλει να καταθέσει τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, που καθορίζεται σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω διάταξη του άρθρου 9 §1 του ν.1093/1980, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίο ο δικηγόρος που παρέστη στη δίκη είναι μέλος του και στην περίπτωση που ο δικαιούχος της αποζημιώσεως εκπροσωπήθηκε στη δίκη και από δικηγόρο μέλος Δικηγορικού Συλλόγου διαφορετικής περιφέρειας εκείνης του δικάσαντος δικαστηρίου, κατ' άρθρο 54 του Κώδικα περί Δικηγόρων, οφείλει να καταθέσει και υπέρ του δικού του Δικηγορικού Συλλόγου την αναλογούσα αμοιβή αυτού και 2) ότι η κατάθεση της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων γίνεται υπέρ του κατά τα άνω Δικηγορικού Συλλόγου, προκειμένου αυτός να παρακρατήσει τα προβλεπόμενα ποσοστά, που αποτελούν έσοδα αυτού προς εξυπηρέτηση του διανεμητικού λογαριασμού, χάριν, δηλαδή, των κοινωνικά, επαγγελματικά και οικονομικά ασθενέστερων μελών του (ΟλΑΠ 27/2008 ).

Κατ' ακολουθίαν, στην περίπτωση παραλείψεως καταθέσεως από τον υπόχρεο προς αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, που παρέστη στη δίκη για τον καθορισμό της τιμής μονάδας, υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, αυτός δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει ευθεία αγωγή προς τούτο, αφού τέτοιο δικαίωμα έχει ο άνω Δικηγορικός Σύλλογος υπέρ του οποίου γίνεται και η κατάθεση.

Έχει όμως δικαίωμα να εγείρει πλαγιαστικά τα δικαιώματα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου παραστάντος στη δίκη περί καθορισμού της αποζημιώσεως, δικαιουμένου σε απόληψη ποσοστού του ποσού που θα κατατεθεί έναντι του Δικηγορικού Συλλόγου, που παραλείπει να προβεί σε έγερση ευθείας αγωγής (βλ.

σχ. ΟλΑΠ 15/1989). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), με την από 7.7.2008 και με αριθ. εκθ. κατ. 319/2008 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεταν ότι με την υπ' αριθ. 6418/25.7.2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 945/5.9.2005, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής μεταξύ Κορίνθου - Πατρών, εκτάσεως 45.284,36 τμ., που βρίσκεται στο νομό Αχαΐας και ειδικότερα στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ακράτας, ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη κατέθεσε κατά των εικαζομένων δικαιούχων, που αναφέρονταν στον κτηματολογικό πίνακα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, αίτηση για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, πληρεξούσιοι δικηγόροι των φερομένων κατά τον κτηματολογικό πίνακα ιδιοκτητών των αναφερομένων στην αγωγή ιδιοκτησιών, κατέθεσαν την ενώπιον του προαναφερομένου Δικαστηρίου αίτηση, αιτούμενοι τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ότι κατά τη συζήτηση των άνω αιτήσεων οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, εκπροσωπώντας τους άνω αιτούντες, παρέστησαν επιτρεπτώς, αφού νομιμοποιήθηκαν από το δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαβρύτων Γεώργιο Πεντζιά, ότι το ως άνω δικαστήριο επί των προαναφερομένων αιτήσεων εξέδωσε την υπ' αριθ. 56/2007 απόφασή του, με την οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα και τα επικείμενά τους καθώς και τη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως άνω δικηγόρων στο ποσό των 320€ και τη δικηγορική αμοιβή σε ποσοστό 3% επί της αποζημιώσεως που δικαιούνται οι άνω ιδιοκτήτες των απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών, ότι η αμοιβή τους ανέρχεται στο ποσό των 54.387,75 € και η δικαστική δαπάνη στο ποσό των 320 € και ότι η εναγόμενη ( ήδη αναιρεσίβλητη), ως υπόχρεος σε αποζημίωση, δεν κατέθεσε τα άνω ποσά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, του οποίου αυτοί είναι μέλη, και ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτή με απόφαση, που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να παρακαταθέσει τα προαναφερόμενα ποσά υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, του οποίου αυτοί είναι μέλη.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι, επειδή φορέας του επιδίκου δικαιώµατος είναι ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται να ασκήσουν πλαγιαστικά τα δικαιώµατα αυτού, πλην όμως η αγωγή τους, έχοντας το χαρακτήρα της πλαγιαστικής αγωγής του άρθρου 72 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της το απαραίτητο για το ορισμένο αυτής στοιχείο της αδράνειας του άνω Δικηγορικού Συλλόγου για την άσκηση του δικαιώµατος του, και επίσης ότι (δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της) ότι η υπ' αριθ. 56/2007 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Καλαβρύτων, που καθόρισε την προσωρινή τιµή μονάδας αποζημιώσεως καθώς και τη δικαστική δαπάνη και την αµοιβή των εναγόντων, έγινε αποδεκτή από τους διαδίκους ή ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της §2 του άρθρου 20 του ΚΑΑΑ, ώστε να αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος της εναγομένης, υπόχρεου σε αποζημίωση και να µπορεί να ζητηθεί η κατάθεσή της κατά τα άνω.

Οι εκκαλούντες µε τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους παραπονούνται κατά της παραπάνω αποφάσεως και προβάλλουν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ότι δικαιούχοι της αµοιβής είναι αυτοί και ότι αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής µε αίτημα την αποστολή αυτής στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για την παρακράτηση του δικαιουμένου ποσοστού και την ενίσχυση του διανεμητικού λογαριασμού.

Με βάση όμως τα παραπάνω, καταλήγει το Εφετείο,αυτοί δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά να εγείρουν ευθεία καταψηφιστική και αναγνωριστική αγωγή για την κατάθεση της δικαστικής δαπάνης και της δικηγορικής αµοιβής, που καθορίσθηκε µε την απόφαση καθορισµού τιµής μονάδας αποζημιώσεως, υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου είναι µέλη, παρά µόνον πλαγιαστικά.

Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και ειδικότερα, ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος,68,70 του ΚΠολΔ, 91, 100, 107, 110 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του Ν. 3130/2003, και 18 παρ. 4 του Ν 2882/2001 ΚΑΑΑ, και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Όμως το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και στη συνέχεια, ορθώς, απέρριψε την έφεση. Και τούτο διότι, καθόσον αφορά, ειδικότερα, τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 ΚΑΑΑ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση από το άρθρο 31 του ν. 3130/2003, με το οποίο έγιναν προσθήκες και στο άρθρο 7 του ΚΑΑΑ και σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις για να συντελεστεί η απαλλοτρίωση ο υπόχρεος προς αποζημίωση καταθέτει την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη στο Τ.Π.&Δ.

υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, νομιμοποιώντας έτσι αυτόν να αξιώσει αυτήν.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-12-2010 αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 5140/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ