Legislator Case Law & Legislation
694/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding statute of limitations interruption for delayed wages in public hospitals.

Case Number 694/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially overturned the Athens Court of Appeal's dismissal of a claim for delayed wages from 1992 to 1994. The appellant argued that a 1991 request for payment interrupted the statute of limitations, but the lower court found the request lacked specific details about the disputed amounts. The court ruled that the lower court erred in not recognizing the interruption because the request did not explicitly define the specific claims, thereby allowing the statute of limitations to run. Consequently, the appeal was allowed in part regarding the specific wage period, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 48(3), 49, 51 of Law 496/1974; The statute of limitations for claims against public legal persons is interrupted only when the request submitted to the authority explicitly defines the specific claims and amounts, enabling the authority to identify the exact basis for the payment.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption delayed wages claim public hospital employees request specificity requirement administrative interruption

Cited Legislation

AI generated
Article 48(3) of Law 496/1974
Article 49 of Law 496/1974
Article 51 of Law 496/1974
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 694 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς. Οι αξιώσεις του επίδικου χρονικού διαστήματος (1-1-1992 έως 31-5-1994), δεν υπάγονται στο προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, αφού, κατ΄ αυτό (επίδικο), ίσχυαν οι από 3-4-1991, 9-6-1993 και 21-3-1994 ΕΓΣΣΕ.

Η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2019/1992 αναφέρεται σε υπαλλήλους και στο Ν. 1876/1990 για να περιλάβει συνεκδοχικώς όλους τους εργαζόμενους, που αμείβονται μς ΣΣΕ ή ΔΑ και δεν έχει την έννοια ότι εξαιρούνται από την καταβολή της ειδικής αποζημιώσεως - επιδόματος οι εργαζόμενοι, που έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη ή που αμείβονται με βάση προγενέστερες του Ν. 1876/1990 ΣΣΕ ή Δ.Α.

Αριθμός 694/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Τσαντίλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3790/1995 μη οριστική, 882/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3136/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-3-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπ' αριθ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ.

του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίσθηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη-εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενη αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της υπ' αριθ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17.663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δε μπορεί να είναι μικρότερο από τα κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).

Στην προκείµενη περίπτωση, από τα προσκοµιζόµενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα εργάζεται από 11-5-1984 στο αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, ως καθαρίστρια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που τη 10-11-1987 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Με την ένδικη από 23-6-1994 αγωγή της ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόµενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκοµείο, στο οποίο εργαζόταν από 11-5-1984 ως καθαρίστρια µε σχέση ιδιωτικού δικαίου, όφειλε σ' αυτή για το χρονικό διάστηµα από 1-1-1989 µέχρι 31-5-1994 τις καθοριζόµενες διαφορές αποδοχών της, µεταξύ αυτών που έπρεπε να λάβει µε προσδιορισµό του βασικού της µισθού σύµφωνα µε τις κατώτατες αποδοχές των εκάστοτε ισχυουσών ΕΓΣΣΕ κατά παραποµπή των επικαλουµένων διαιτητικών αποφάσεων και συλλογικών συµβάσεων και µε βάση τις άλλες επικαλούµενες διατάξεις και την προϋπηρεσία της και για εργασία της κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιµες ηµέρες εντός του άνω διαστήµατος και των αποδοχών που έχει λάβει, καθώς και να υποχρεωθεί τούτο να της καταβάλει για τον ίδιο λόγο το ποσό των 1.000.000 δρχ.

Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή κατά ένα µέρος µε την 882/2000 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο µέρος της, που αφορά το χρονικό διάστηµα από 1.1.1989 µέχρι 31.12.1991, λόγω παραγραφής των ενδίκων αυτών αξιώσεων, µετά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου και απόρριψη της αντενστάσεως της αναιρεσείουσας, περί διακοπής της παραγραφής.

Κατά της ως άνω αποφάσεως οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις και επί αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφασή με την οποία το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια απέρριψε και την αγωγή. Προκειμένου να καταλήξει σ' αυτή την κρίση δέχθηκε ότι για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας, αυτή έπρεπε να αµείβεται σύµφωνα µε τη ΔΑ 42/1981 και τις προϊσχύσασες της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ λοιπές διατάξεις και µε βάση υπολογισµού των αποδοχών της ηµεροµίσθιο ίσο προς τα 8/6 του κατώτατου ηµεροµισθίου εργατοτεχνίτη (645 δρχ.

πλέον προσαυξήσεως 15%) και όχι µε βάση υπολογισµού το κατώτατο ηµεροµίσθιο εργατοτεχνίτη, όπως αυτό καθορίστηκε µε τις ΕΓΣΕΕ, οι οποίες ίσχυσαν κατά το ήδη επίδικο χρονικό διάστηµα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε εν μέρει την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, ως προς τις μη παραγραφείσες κατά τα κατωτέρω, απαιτήσεις αυτής, παραβίασε τις διατάξεις που ανωτέρω αναφέρθηκαν και είναι βάσιμοι οι πρώτος κατά το πρώτο μέρος, δεύτερος και έβδοµος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθµ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόµενη απόφαση παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 2019/1992 ορίσθηκε ότι η ειδική αποζηµίωση για πρόσθετη εργασία, που είχε χορηγηθεί στους υπαλλήλους ορισµένων κλάδων του Δηµοσίου ή ΝΠΔΔ (Ν. 858/1989, 1859/1989 και 1881/1990), χορηγείται από 1-1-1992 και στους άλλους υπαλλήλους του Δηµοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, που αµείβονται σύµφωνα µε το Ν. 1505/1984 ή το Ν. 1875/1990, στη συνέχεια δε µε το άρθρο 41 παρ. 8 του Ν. 2065/1992 η ως άνω ειδική αποζηµίωση µετατράπηκε από 1-7-1992 σε ειδικό επίδοµα, καταβαλλόμενο µε τις λοιπές τακτικές αποδοχές των άνω υπαλλήλων.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ως άνω ειδική αποζηµίωση ή ειδικό επίδοµα χορηγήθηκε σε όλους τους εργαζόµενους στο Δηµόσιο, στους ΟΤΑ ή τα λοιπά ΝΠΔΔ, είτε αυτοί αµείβονταν µε το µισθολόγιο των δηµοσίων υπαλλήλων (Ν. 1505/1984), είτε µε ΣΣΕ ή ΔΑ (Ν. 1876/1990), ανεξάρτητα από το αν είναι υπάλληλοι ή εργατοτεχνίτες.

Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2019/1992 αναφέρεται σε υπαλλήλους και στο Ν. 1876/1990 για να περιλάβει συνεκδοχικώς όλους τους εργαζόµενους, που αµείβονται µε ΣΣΕ ή ΔΑ και δεν έχει την έννοια ότι εξαιρούνται από την καταβολή της ειδικής αποζηµιώσεως-επιδόµατος οι εργαζόµενοι, που έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη ή που αµείβονται µε βάση προγενέστερες του Ν. 1876/1990 ΣΣΕ ή Δ.Α.

Ενόψει αυτών, το Εφετείο που έκρινε µε την προσβαλλόµενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα δεν εδικαιούτο το ανωτέρω ειδικό επίδοµα, διότι τούτο προϋπέθετε την επέκταση σ' αυτή των διατάξεων του Ν. 1505/1984, παραβίασε τις προαναφερόµενες διατάξεις. Εποµένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το µέρος του που στηρίζεται σε πληµµέλεια από το άρθρο 559 αριθµ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιµος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του Ν.Δ. 496/1974, ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΝΠΔΔ, που συνδέονται µε αυτό µε σχέση δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, για καθυστερούµενες αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές ή αποζηµιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισµό, είναι δυο ετών και αρχίζει από το τέλος του οικονοµικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.

Η θεσπιζόµενη µε τις ως άνω διατάξεις βραχυπρόθεσµη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι µικρότερος από εκείνο των παροµοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθµ. 6 και 17 Α. Κ. και από τον οριζόµενο στο άρθρο 44 του αυτού Ν. Δ/τος χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του νοµικού προσώπου κατά τρίτων, είναι συνταγµατικά θεµιτή και δεν αντίκειται στην καθιερούµενη µε το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγµατος αρχή της ισότητας, αφού η ως άνω διαφορετική ρύθµιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των ως άνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ.

Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αµερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασµό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεµποδίζουν το νοµοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόµη δικαιώµατα (ενδεχοµένως και µε τη µέθοδο της αναδροµικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν µετά τη ισχύ τους (Ολ.

ΑΠ 38/2005, 22/2005, 31/2007, Α.Ε.Δ 9/2009).Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσµία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δηµοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη. Σκοπός θεσπίσεως της τριετούς αυτής προθεσµίας ασκήσεως εφέσεως κατά των αποφάσεων, που δεν έχουν επιδοθεί, µε αφετήριο σηµείο τη δηµοσίευσή τους υπήρξε ο περιορισµός της ασκήσεως της εφέσεως και γενικώς των ενδίκων µέσων εντός της άνω προθεσµίας και όχι η θέσπιση κανόνων, που καθορίζουν διαφορετικό χρόνο παραγραφής των αξιώσεων.

Συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιούμενες με την ένδικη από 23-6-1994 αγωγή διαφορές αποδοχών της αναιρεσείουσας, που γεννήθηκαν μέχρι την 31-12-1991,είχαν παραγραφεί, κατά το χρόνο ασκήσεως της ανωτέρω αγωγής, λόγω συμπληρώσεως διετίας από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις καθώς και εκείνες του άρθρου 28 παρ.1α του Συντάγματος, 6 παρ.1 της Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950 και 518 παρ.2 του ΚΠολΔ, και ο σχετικός ένατος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθµ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιµος και πρέπει να απορριφθεί.

Από το άρθρο 51 εδ. β'του Ν.Δ.496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." προκύπτει ότι η διετής παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούµενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζηµιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισµό (άρθρ. 48 παρ. 3 του αυτού Ν. Δ/τος) διακόπτεται και µε την υποβολή προς το νοµικό πρόσωπο αιτήσεως για την πληρωµή των εν λόγω απαιτήσεων.Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τότε μόνον επέρχεται η διακοπή της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, όταν οι τελευταίες, κατά το περιεχόμενο και αίτημα, είναι οι ίδιες με τις περιλαμβανόμενες στη σχετική και από το δικαιούχο υποβληθείσα αίτηση για πληρωμή τους προς την αρμόδια αρχή, ώστε να μπορεί το νομικό πρόσωπο να διαγνώσει την ύπαρξη τους και το δικαιολογημένο ή όχι αυτών.

Στην προκείµενη περίπτωση, από την προσβαλλόµενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ερευνώντας το περιεχόµενο της υπ' αριθµ. 22.513/31-12-1991 αιτήσεως, που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα µαζί µε άλλους 286 συναδέλφους της στο αναιρεσίβλητο και την οποία προσκόµισε και επικαλέσθηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη της αντενστάσεώς της περί διακοπής της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεών της των ετών 1989, 1990 και 1991, έκρινε, ανέλεγκτα, ότι δεν καθορίζονται στην αίτηση αυτή τα στοιχεία, που προσδιορίζουν τις ένδικες απαιτήσεις της αναιρεσείουσας προς καταβολή σ' αυτή από το αναιρεσείον των αιτουµένων χρηµατικών ποσών, που αναφέρονται σε διαφορές αποδοχών και προσαύξηση αµοιβής για την εργασία της κατά τις Κυριακές και τις αργίες, και εξ αιτίας αυτού τα όργανα του αναιρεσίβλήτου δεν είχαν τη δυνατότητα να αντιληφθούν για ποιες αιτίες ζητήθηκαν τα χρηματικά αυτά ποσά και αν πράγματι τα δικαιούνταν.

Στη συνέχεια, με βάση αυτά δέχθηκε ότι ως προς τις αξιώσεις των ετών 1989, 1990 και 1991 είχε συµπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής, που πρότεινε το αναιρεσίβλητο και απέρριψε την εν λόγω αντένσταση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3, 49 και 51 του Ν.Δ. 496/1974. Εποµένως, ο όγδοος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος, κατ' αποδοχή των πιο πάνω λόγων αναιρέσεως και ειδικότερα κατά το μέρος που αφορά πάσης φύσεως αποδοχές για το από 1-1-1992 εως 31-5-1994 χρονικό διάστημα, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας,λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων( άρθρ. 183,178 και 176 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 3136/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας το οποίο ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26-1-2010

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ