Supreme Court partially allows appeal against bank promotion decision, remanding specific promotion to lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the National Bank of Greece's promotion decision. The court found the lower court erred in accepting the appellant's claim that he was ineligible for promotion due to his resignation, noting the promotion period had already begun. Consequently, the decision regarding the promotion to Deputy Director for January 1, 1995, was annulled and the case was remanded for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3, 9, 10, 5, 11 of the Organization of the National Bank of Greece: The Board of Directors' assessment of candidates constitutes a substantive decision not subject to judicial review, unless the Board omits a clearly superior employee in favor of others.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 694 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 694/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Ε. Σ. του Ν., κατοίκου…. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα.
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Νοεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1957/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5596/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Μαρτίου 2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας διάβασε την από 20 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου και την απόρριψη των, πρώτου και τρίτου, λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 9 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1 και 5 και 11 του Οργανισμού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Ε.Τ.Ε.), ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν.Δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το Β.Δ. της 17/26-9-1953, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α, 267) και έχει ισχύ νόμου, οι προαγωγές στις οργανικές θέσεις, από του βαθμού του Συμπράττοντα Υποδιευθυντή και άνω ενεργούνται, κατ' απόλυτη εκλογή, από το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.), εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση και ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.
Η αξιολόγηση των προσόντων των κρινομένων, όπως αυτά κατ' αρχήν προκύπτουν από τα στοιχεία των ατομικών φακέλων τους, όσον αφορούν την ειδικότητα, την επιμέλεια, τις γνώσεις, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά τους, αποτυπούμενη κυρίως στις εκθέσεις (Δελτία ή Φύλλα Ποιότητας) που υποβάλλονται κάθε έτος από τους προϊσταμένους τους, αποτελεί ουσιαστική κρίση του Δ.Σ., η οποία δεν ελέγχεται κατ' αρχήν από τα δικαστήρια.
Αν όμως το Συμβούλιο παραλείψει κάποιον υπάλληλο που προφανώς υπερέχει ως προς τα προσόντα, σε σύγκριση με τους ομοιοβάθμους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, παραβιάζει τις διατάξεις του άρθρ. 281 Α.Κ., διαπράττοντας αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρ. 914 Α.Κ.. Τότε, εκείνος που παραλείφθηκε, δικαιούται να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρ. 281 Α.Κ., παράλειψής του και την επιδίκαση σ' αυτόν, λόγω αποζημίωσης, των διαφορών αποδοχών και ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη του, που επήλθε από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του.
Ενώ, δεν έχουν εφαρμογή οι, αφορώσες μόνον σε δικαιοπραξίες, διατάξεις των άρθρων 200 ΑΚ περί ερμηνείας των συμβάσεων, ούτε του άρθρου 288 ΑΚ περί της αρχής της ίσης μεταχείρισης ή περί αθέτησης της σύμβασης (ΑΠ 735/1978). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής :
Ο ήδη αναιρεσείων - ενάγων προσελήφθη από την ήδη αναιρεσίβλητη εναγομένη Τράπεζα στις 19-7-1965, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο με το βαθμό του Υπολογιστή Β' και εξελίχθηκε στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-1991. Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Business Administration του Πανεπιστημίου του Τορόντο Καναδά.
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 19-8-1981 ως βοηθός Περιφερειακού Δ/ντή Υπ/των Κύπρου, από 15-11-1986 στο Γραφείο Διοίκησης (ως Υποδ/ντής, 3ο κλιμάκιο), από 28-3-1988 ως Υποδ/ντής στο Κατ/μα Μητροπόλεως, από 15-3-1989 ως Υποδ/ντής στη Δ/νση Ναυτιλιακών Εργασιών, από 30-10-1990 στη Δ/νση Μάρκετινγκ και Νέων Προϊόντων ως Υποδ/ντής), από 28-12-1995 στην Περ/κή Δ/νση Μακεδονίας ως Περιφ/κός Δ/ντής.
Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει πολλά σεμινάρια. Βαθμολογήθηκε κατά τα έτη 1985 - 1988 ως "διακεκριμένος". Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-1994 για τον βαθμό του Υποδιευθυντή, που ανακοινώθηκαν με την υπ' αριθ. 3/18-2-1997 εγκύκλιο της Διοίκησης της αναιρεσίβλητης, τα αρμόδια όργανα αυτής παρέλειψαν να προαγάγουν τον ενάγοντα στον ανωτέρω βαθμό, ενώ προήγαγαν, μεταξύ άλλων, τον ομοιόβαθμο συνάδελφό του Μ.
Π.. Ακολούθως, μετά σύγκριση των παρατιθέμενων στοιχείων - προσόντων εκείνου με αυτά του αναιρεσείοντος, έκρινε ότι ο αναιρεσείων υπερείχε καταδήλως εκείνου ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και θα έπρεπε να προαχθεί αυτός στο βαθμό του Υποδ/ντή. Όμως, η αναιρεσίβλητη Τράπεζα προέβαλε, με διακωλυτική ένσταση προς σύγκριση με τον αναιρεσείοντα, άλλους επίσης παραλειφθέντες συναδέλφους του, ως υπερέχοντες αυτού, και συγκεκριμένα τους:
Α. Κ., Α. Χ. και Π. Χ.. Από αυτούς δέχθηκε το Εφετείο ότι ο Α. Κ. έχει Γ.Υ.Α. από 1-4-1963, Ε.Υ.Α. από 1-7-1999, είναι κάτοχος πτυχίου ΑΣΟΕΕ και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα και στη βαθμολογία χαρακτηρίζεται "Διακεκριμένος", καθώς και ότι άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από το 1990 (Υποδ/ντής Διοίκησης, 3ο κλιμάκιο).
Από την σύγκριση των παραπάνω στοιχείων προκύπτει ότι ο εν λόγω Α. Κ. υπερείχε του αναιρεσείοντος ως προς την Γ.Υ.Α. κατά 2,5 έτη σχεδόν, ως προς την Ε.Υ.Α. κατά 2 έτη, είχε τους αυτούς τίτλους σπουδών και το βαθμό γνώσης της αγγλικής γλώσσας, είχε την αυτή βαθμολογία και υπερείχε ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων.
Ενόψει αυτών συμπέρανε το Εφετείο ότι ο ανωτέρω Α. Κ., υπερείχε καταδήλως του αναιρεσείοντος ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και επομένως έπρεπε να προαχθεί αυτός αντί του προαχθέντος Μ. Π.. Βάσει δε των παραδοχών αυτών έκρινε κατ' ουσία βάσιμη την διακωλυτική ένσταση της αναιρεσίβλητης και, συνακόλουθα, αφού δέχθηκε την έφεση αυτής εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε αποφανθεί αντιθέτως και απέρριψε το αίτημα της αγωγής για προαγωγή του αναιρεσείοντος στο βαθμό του Υποδ/ντή από 1-7-1994.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε και εκ πλαγίου (με αιτιολογίες ανεπαρκείς), τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 5, 11 του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, ως κανονιστικές, και 281 (914, 297 και 298) του Α.Κ.. Καθόσον, από τη σύγκριση των προπαρατιθέμενων προσόντων του αναιρεσείοντος με εκείνα του Α.
Κ., προκύπτει ότι ο τελευταίος, που είναι επίσης κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Αμερικανικού Παν/μίου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και υπερέτησε σε νευραλγικές ως άνω θέσεις, υπερείχε τουλάχιστον απλώς του πρώτου, στοιχείο που απαιτείται και αρκεί προς θεμελίωση της ως άνω διακωλυτικής ένστασης (Ολ.ΑΠ 14/1998).
Επομένως, αν και με διαφορετική εν μέρει νομική αιτιολογία το Εφετείο, που δέχθηκε ότι ο Α. Κ. υπερείχε καταδήλως του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, αφού και η απλή υπεροχή εκείνου στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της απόφασής του. Διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στο ζήτημα της παράθεσης και αξιολόγησης των προσόντων των συγκρινόμενων (αναιρεσείοντος και Α.
Κ.) και έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, περαιτέρω, όσον αφορά τις κρίσεις προς προαγωγή στο βαθμό του Υποδ/ντή από 1-1-1995, που διενεργήθηκαν από το Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης στις 18-2-1997, όταν παραλείφθηκε και πάλι ο αναιρεσείων, ενώ προήχθησαν από 1-1-1995 οι προτεινόμενοι για σύγκριση συνάδελφοί του Δ. Γ. και Γ. Β., το Εφετείο δέχθηκε ότι οι τελευταίοι είχαν τα ακόλουθα προσόντα : 1) Δ.
Γ., με Γ.Υ.Α. από 14-4-1963 και Ε.Υ.Α. από 1-1-1989, είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ, γνωρίζει αγγλικά και έχει παρακολουθήσει 19 σεμινάρια. Στη βαθμολογία των τελευταίων ετών χαρακτηρίζεται "άριστος". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 13-4-1976 ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας στη Δ/νση Μελετών Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων, από το 1981 Προϊστάμενος Τμήματος στη Δ/νση Εμπορ.
Χορηγήσεων, από το 1987 έως 1989 ως Υπ/ντής Δ/νσης στη Δ/νση Επενδύσεων. 2) Γ. Β., με Γ.Υ.Α. από 14-10-1963 και Ε.Υ.Α. από 1-1-1991, είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα και στη βαθμολογία των τελευταίων ετών χαρακτηρίζεται "άριστος". Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από το 1983 ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Προσωπικού στο Κατ/μα Σταδίου, ως εντεταλμένος στο ίδιο Κατ/μα, από το 1985 ως Προϊστάμενος στη Δ/νση Προσωπικού και από το 1989 ως Υποδ/ντής στο τμήμα Υπηρεσιακής εξέλιξης και Πειθαρχικής διαδικασίας Προσωπικού.
Από τη σύγκριση των ανωτέρω στοιχείων - δέχθηκε το Εφετείο - προκύπτει ότι οι ανωτέρω προαχθέντες (από 1-1-1995) συνάδελφοι του αναιρεσείοντος υπερείχαν αυτού ως προς την Γ.Υ.Α. κατά 2 έτη σχεδόν, ως προς την Ε.Υ.Α. ο Δ. Γ. κατά 2 έτη, έχουν τους αυτούς τίτλους σπουδών, γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα και δεν υστερούν αυτού ως προς τη βαθμολογία και την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων.
Συνεπώς υπερείχαν αυτοί του αναιρεσείοντος καταδήλως ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η κρίση δε των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης περί προαγωγής αυτών στον εν λόγω βαθμό ουδόλως έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές του άρθρου 281 Α.Κ. Ενόψει αυτών, το Εφετείο έκρινε απορριπτέο και το αίτημα της αγωγής για προαγωγή του αναιρεσείοντος στο βαθμό του Υποδ/ντή από 1-1-1995.
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 281 Α.Κ. και 3 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 5, 11 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, καθόσον, υπό τις άνω παραδοχές ο αναιρεσείων υπερτερεί καταφανώς τουλάχιστον του προαχθέντος έκτοτε (1-1-1995) Δ. Γ., δεδομένου ότι είναι κάτοχος και μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα( ως κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του πανεπιστημίου του Τορόντο Καναδά), άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 19-8-1981 μέχρι τις εν λόγω κρίσεις (18-2-1997) στις ως άνω καίριες θέσεις ευθύνης (ήτοι Βοηθός Περιφερειακού Δ/ντή Υπ/των Κύπρου, Υποδ/ντης στις ως άνω θέσεις, που είναι ευθύνης 3ου κλιμακίου), παρακολούθησε πολλά σεμινάρια και βαθμολογήθηκε κατά τα έτη 1985-1988 ως "διακεκριμένος", ενώ ο Δ.
Γ. προηγουμένως άσκησε καθήκοντα σε υποδεέστερες θέσεις ευθύνης (ήτοι από 13-4-1976 ως προϊστάμενος Υπηρεσίας και από το 1981 ως προϊστάμενος Τμήματος) και πολύ αργότερα (από 14-10-1987) άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ανώτερου (3ου) κλιμακίου, δεν διαθέτει τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών, υστερεί στη γνώση ξένης γλώσσας, στα επιμορφωτικά σεμινάρια και στις βαθμολογικές κρίσεις των τελευταίων ετών χαρακτηρίστηκε "άριστος"(έναντι "διακεκριμένου" του αναιρεσείοντος).
Ως εκ τούτου ο αναιρεσείων υπερτερεί καταφανώς του εν λόγω συγκρινόμενου κατά τα ως άνω πλέον αποφασιστικά κριτήρια (τίτλοι σπουδών, άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και βαθμολογία), ενώ η υπεροχή εκείνου μόνο στην Γ.Υ.Α. αναφέρεται σε τυπικό προσόν και δεν είναι ικανή, καθ' εαυτή, να θεμελιώσει, κατά την έννοια του νόμου, ουσιώδη υπεροχή του έναντι αυτού.
Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του που αφορά προαγωγές από 1-1-1995, λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος. Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αφού ο αναιρεσείων αποχώρησε από την υπηρεσία του οικειοθελώς την 1-12-1999, ασκώντας νόμιμο δικαίωμά του, δεν ήταν δυνατό να κριθεί προς προαγωγή για τον βαθμό του διευθυντή από 1-7-1999, δεδομένου ότι οι κρίσεις αυτές έλαβαν χώρα στις 17-12-1999, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο ο αναιρεσείων δεν είχε πλέον την ιδιότητα του υπαλλήλου, και συνεπώς η άσκηση εκ μέρους του του σχετικού δικαιώματός του ήταν καταχρηστική και έπρεπε γι' αυτό να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το μέρος που στηρίζεται σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 5, 26 και 33 του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας - που καθορίζουν , όπως σημειώνεται στο αναιρετήριο, τον αριθμό των οργανικών θέσεων των υποδιευθυντών, την προαγωγή κατ' απόλυτη εκλογή με απόφαση του Δ.Σ.
των υπαλλήλων από τον βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή και άνω, το δικαίωμα λύσεως της συμβάσεως εργασίας με καταγγελία από αμφότερα τα μέρη και την έννοια του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα - καθώς και των άρθρων 200, 281 και 288 του Α.Κ. που προβλέπουν - όπως σημειώνεται επίσης στο αναιρετήριο - ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ότι απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων και ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή του όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Οι ως άνω διατάξεις παραβιάστηκαν, διότι α) από καμιά διάταξη του Οργανισμού δεν προκύπτει ότι για να προαχθεί κάποιος υπάλληλος πρέπει να έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου την ημέρα που συνεδριάζει το αρμόδιο για τις προαγωγές όργανο και δεν αρκεί ότι είχε την ιδιότητα αυτή την ημερομηνία από την οποία γίνεται αναδρομικώς η προαγωγή, β)η παραπάνω στενή ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του Οργανισμού είναι άδικη για τους υπαλλήλους που χάνουν το δικαίωμα κρίσης, αν και κατείχαν τα νόμιμα προσόντα και παρεμποδίζει το δικαίωμα παραίτησης αυτών έως ότου δεήσει η Τράπεζα να ενεργήσει τις προαγωγές, ενώ επιβραβεύει την καθυστερημένη ενέργεια των προαγωγών και συνεπώς η ερμηνεία αυτή γίνεται ενάντια στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και είναι παράνομη και γ) η μη συμμόρφωση της Τράπεζας με τις διατάξεις του οργανισμού της για διενέργεια των προαγωγών δις του έτους αποτελεί παράνομη παράλειψη, η οποία είναι άκυρη και δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος του υπαλλήλου.
Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι πρόδηλο ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων δεν εδικαιούτο να κριθεί προς προαγωγή, επειδή είχε παραιτηθεί και δεν είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά την ημέρα διενέργειας των προαγωγικών κρίσεων, παρότι είχε την ιδιότητα αυτή κατά τον χρόνο από του οποίου θα γίνονται αναδρομικά οι προαγωγές.
Οι αιτιάσεις αυτές όμως, ανεξάρτητα από την βασιμότητά του και την εσφαλμένη επίκληση των αναφερόμενων στην ερμηνεία των συμβάσεων και στην εκπλήρωση της παροχής διατάξεων του ΑΚ, για την ερμηνεία των διατάξεων του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης, που έχουν ισχύ νόμου, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων εδικαιούτο να κριθεί προς προαγωγή, αλλά μετά την αποχώρησή του από την υπηρεσία άσκησε καταχρηστικά το σχετικό δικαίωμά του.
Εξάλλου η επικαλούμενη γενικά στο αναιρετήριο παραβίαση και του άρθρου 281 του Α.Κ. και αν ακόμη εκτιμηθεί ως αιτίαση κατά της γενόμενης δεκτής από το Εφετείο καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του αναιρεσείοντος, θα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ.
και σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα της αποφάσεως σχετικά με την εφαρμογή της διατάξεως αυτής (Ολ.ΑΠ 1/1995, 32/1996). Τέλος με τον ίδιο λόγο της αναιρέσεως, κατά το μέρος που στηρίζεται και σε πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση και για έλλειψη νόμιμης βάσεως, επειδή δεν αιτιολογείται σ' αυτή από ποια συγκεκριμένη διάταξη του οργανισμού της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι ο υπάλληλος πρέπει να είναι εν ενεργεία όταν συνεδριάζει το Δ.Σ.
για να διενεργήσει τις προαγωγές ή ότι κωλύεται η τράπεζα να προαγάγει κάποιον που είχε απωλέσει την υπαλληλική ιδιότητα όταν συνεδρίαζε το Δ.Σ., αλλά είχε την ιδιότητα αυτή κατά την κρίσιμη προαγωγική περίοδο. Η ως άνω αιτίαση, πέραν του ότι στηρίζεται ομοίως στην προεκτεθείσα λανθασμένη προϋπόθεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε το δικαστήριο την κρίση του και όχι όταν δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές διατάξεις που εφήρμοσε.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο ανωτέρω (τρίτος) λόγος της αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο καθ' όσον αφορά την προαγωγή του αναιρεσείοντος στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-1-1995 και, παρέλκουσας της έρευνας των λόγων που αφορούν στην προαγωγή του στον άνω βαθμό από 1-7-1995, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5596/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ